Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Γ. Σεφέρη Τελευταίος σταθμός


 
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της  τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της  επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της  πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
    Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην  άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην  αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της  σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της  σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον  αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
   τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της  έρημος απ' τις Θάλασσες του
    Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της  μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους,  άλλοι  ρητο-
    ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
   τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον  πελεκούν και που του καίνε σαν
    το πεύκο, και τον  βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
   νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
    χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον  πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.

       Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Κ. Π. Καβάφης: Η Σατραπεία



Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κι επιτυχία να σε αρνείται.
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει.
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε.
την Αγορά το Θέατρο και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία.
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

ΛΑΤΙΝΙΚΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑ 6η


                                    Ενότητα 6η    Οι Νόμοι

In ea civitate, quam leges continent, boni viri libenter leges servant. Lex enim est fundamentum libertatis, fons aequitatis.
Mens et animus et consilium et sententia civitatis posita est in legibus. Ut corpora nostra sine mente, sic civitas sine lege non stat. Legum ministri sunt magistratus, legum interpretes iudices, legum denique omnes servi sumus; sic enim liberi esse possumus.


Μετάφραση
 Στην πολιτεία που τη στεριώνουν οι νόμοι, οι καλοί πολίτες τηρούν τους νόμους πρόθυμα: γιατί ο νόμος είναι το θεμέλιο της ελευθερίας και η πηγή της δικαιοσύνης. Ο νους, η ψυχή, η σκέψη και η κρίση της πολιτείας βρίσκονται στους νόμους. Όπως τα σώματα μας δεν υπάρ­χουν χωρίς την ψυχή, έτσι και η πολιτεία δε στέκεται χωρίς το νόμο. Οι άρχοντες είναι θεράποντες των νόμων, οι δικαστές είναι ερμηνευ­τές των νόμων και, τέλος, όλοι εμείς είμαστε υπηρέτες των νόμων γιατί έτσι μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι.

Ταξινόμηση των λέξεων
 Ουσιαστικά
Α' Κλίση
sententia -ae (θηλ.)
Β' Κλίση
vir, viri (αρσ.)                 
animus -i (αρσ.)                  
 consilium -ii (-i) (ουδ.)
fundamentum -i (ουδ.)   
minister, ministri (αρσ.)   
servus -i (αρσ.)
Γ Κλίση
civitas -atis [θηλ., γεν. πληθ. civitat(i)um]
lex, legis (θηλ.)
libertas -atis (θηλ.)
fons, fontis (αρσ., γεν. πληθ. fontium)
aequitas -atis [θηλ., ο πληθ. δε χρησιμοποιείται (αφηρημένη έννοια)]
mens, mentis (θηλ., γεν. πληθ. mentium)
corpus, corporis (ουδ.)
interpres, interpretis (αρσ. και θηλ.)
iudex, iudicis (αρσ.)
Δ' Κλίση
magistratus -us (αρσ.)
Επίθετα
Β΄ Κλίση


bonus -a –um.
positus -a -um (μτχ. παρακειμένου του ρήματος pono 3: τοποθετώ)
liber -a –um.

Γ' Κλίση
omnis, omnis, omne
    Ρήματα

1 η Συζυγία
servo, servavi, servatum, servare
sto, steti, statum, stare
2η Συζυγία
contineo, continui, contentum, continere
3η Συζυγία
pono, posui, positum, ponere
Βοηθητικό ρήμα
sum, fui, -, esse
Σύνθετο του sum
possum, potui, -, posse
Αντωνυμίες
is, ea, id (οριστική)
qui, quae, quod (αναφορική)
noster, nostra, nostrum (κτητική)
Επιρρήματα
libenter,   denique
Σύνδεσμοι
enim (αιτιολογικός-παρατακτικός)
et (συμπλεκτικός)
ut (παραβολικός)
Προθέσεις
in (+ αφαιρ.)  
sine (+ αφαιρ.)

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Αγγελάκας και Ψυχή βαθιά

Πατώντας εδώ ακούμε το τραγούδι των τίτλων της ταινίας

Παντελή Βούλγαρη Ψυχή βαθιά



Θουκυδίδης και Ψυχή βαθιά


Μια ταινία με θέμα τον εμφύλιο, σαν αυτή που παίζεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους είναι μια ευκαιρία να τη δούμε και να την προτείνουμε στους μαθητές μας και γιατί όχι να τη δούμε μαζί τους. Είναι ό,τι πρέπει για ένα νεανικό κοινό που είναι πολύ μακριά από αυτά τα γεγονότα, ένα κοινό που γνωρίζει ελάχιστα για τον Εμφύλιο. Και να μη μείνουμε εκεί αλλά να τη δούμε σχολιάζοντας το Θουκυδίδη -όσοι διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στην Α΄ Λυκείου- αφού θα διδαχτούμε τον Εμφύλιο στην Κέρκυρα μετά το Γενάρη και, επίσης, στο μάθημα της Ιστορίας της Γ΄Λυκείου που τα παιδιά είναι πιο ώριμα είναι πιο εύκολο και επιβεβλημένο να εμβαθύνουμε. Ένα εξαιρετικό ερέθισμα, θα έλεγα.

Παντελής Βούλγαρης, λοιπόν, και «Ψυχή βαθιά».

Στην έναρξη της ταινίας του διαβάζουμε στην οθόνη πως στα πεδία των μαχών των Βαλκανικών Πολέμων χάθηκαν 12.000 Ελληνες στρατιώτες, στη Μικρασιατική Εκστρατεία 37.000, στην ιταλογερμανική επίθεση 15.000 και στον Εμφύλιο 70.000, στρατιώτες και αντάρτες, του Εθνικού και του Δημοκρατικού Στρατού. Ο Εμφύλιος πόλεμος που σφράγισε βαθιά τη μεταπολεμική Ελλάδα, ενώ έχουν εκδοθεί γι’ αυτόν, εκατοντάδες βιβλία, κυρίως απομνημονεύματα, χρονικά και μαρτυρίες που παίρνουν το μέρος της μιας ή της άλλης παράταξης εστιάζοντας στο διχασμό του ελληνικού λαού και την αδελφοκτόνα αιματοχυσία.

Στην ταινία του ο Παντελής Βούλγαρης προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από τις διεστώσες δυνάμεις, τους αντάρτες και τους φαντάρους που πρωταγωνίστησαν σε αυτό τον κυκλώνα του αίματος, ξεκομμένοι πάνω στα βουνά χωρίς να ξέρουν γιατί είναι εκεί. Οι Έλληνες δε φταίνε! Το «κακό» βρίσκεται έξω από εμάς. Φταίνε οι Αμερικανοί που ήρθαν έχοντας πλέον διαδεχθεί τους Άγγλους θέλουν να τελειώνουν με τους κομμουνιστές και οι Ρώσοι που δεν ήρθαν γιατί «το Κρεμλίνο έχει πολλές διαδρομές». Οι ξένες δυνάμεις έφεραν τις ναπάλμ, την καταστροφή, τον εμφύλιο σπαραγμό. Ο Τρούμαν απαιτεί συντριβή των ανταρτών σε σύντομο διάστημα και ο τοποτηρητής των ΗΠΑ στην Ελλάδα, στρατηγός Βαν Φλιτ δοκιμάζει τις βόμβες ναπάλμ στο Γράμμο με πειραματόζωα τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Εμφανίζεται ο Έλληνας στρατηγός να δυσανασχετεί αλλά εξαναγκάζεται από τους Αμερικανούς στην τελική αιματηρή σύγκρουση με τη χρήση των βομβών Ναπάλμ. Ο ντόπιος πληθυσμός απομονώνεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τη βίαιη εκκένωση των χωριών από τον τακτικό στρατό για να αποκοπούν οι αντάρτες από τα λαϊκά στηρίγματά τους.

Η ταινία εκτυλίσσεται στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας το 1949, κοντά στην εκπνοή του πολέμου. Οι ήρωες δύο έφηβοι, αδέλφια, τσοπανόπουλα της περιοχής, ο Ανέστης ( Χρήστος Καρτέρης ) και ο Βλάσης ( Γιώργος Αγγέλκος) πολεμούν σε αντίπαλα στρατόπεδα και επειδή γνωρίζουν τα περάσματα, βρέθηκαν ο πρώτος στις γραμμές του Εθνικού στρατού και ο δεύτερος του Δημοκρατικού αλλά βρίσκουν τρόπους για να μη χάσουν εντελώς την επαφή γιατί δεν έχουν χάσει την αγάπη που νιώθουν ο ένας για τον άλλον. Συνεννοούνται μιμούμενοι φωνές πουλιών τις νύχτες και συναντώνται στο πατρικό τους, ενώ η μάνα τους (Ελλάδα;) περιμένει τα δυο παιδιά της ψήνοντας καλαμπόκι για τους φαντάρους και στέλνοντας τους γράμματα που προσπαθούν να κρατήσουν την οικογένεια ενωμένη.

Τη βασική θέση της ταινίας την ακούμε από το στόμα του Βέγγου στο ρόλο ενός χωρικού που πηγαίνει στο αρχηγείο του τακτικού στρατού για να παραλάβει το σκοτωμένο στη μάχη από τους αντάρτες εγγονό του και είναι η ακόλουθη: "Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες; Είναι ντροπή!". εστιάζοντας έτσι στην παραδοξότητα του πολέμου όταν σ' αυτόν διαπλέκονται ομοεθνείς. Όμως η φρίκη του πολέμου είναι παντού και πάντα ίδια, ανεξαρτήτως εμπλεκομένων. «Ένα Ρέκβιεμ για τους αφανείς και τους άκλαυτους εικοσάχρονους του εμφυλίου», είναι η ταινία όπως δήλωσε ο ίδιος ο Βούλγαρης. "Ψυχή Βαθιά" ήταν το σύνθημα των ανταρτών που είχαν βγει στα βουνά της Καστοριάς κατά την διάρκεια του πολέμου, της ελληνικής περιπέτειας που, ανεξάρτητα από την εκκίνησή της, κατέληξε σε μια παράλογη τραγωδία και μαύρισε την ελληνική ψυχή, όπως οι βόμβες ναπάλμ καρβούνιασαν, στην επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα τους στις βόρειες βουνοκορφές, τα κορμιά των παρτιζάνων. Κεντρική επιδίωξη της ταινίας να υποβάλει στο θεατή την ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας», και την ανάγκη για «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών».

Οι αντίπαλοι στον Γράμμο πολεμούν όπως στην Ιλιάδα του Ομήρου: αναγνωρίζονται, συνομιλούν, τελετουργούν, κι ύστερα αλληλοσφάζονται, παραδίνονται στο θάνατο. Εξαιρετική η σκηνή που συναντώνται αναπάντεχα, στο χιονισμένο τοπίο, μέσα σε ένα αντίσκηνο, μες τη σιωπή, ομάδα ανταρτών με φαντάρους. Στα λίγα λεπτά που διαρκεί, πυκνώνει μέσα από βλέμματα και χειρονομίες, με το φόβο να υποβόσκει και την καχυποψία να κυριαρχεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είναι ακριβώς εχθροί αλλά ασφαλώς ούτε φίλοι, μια αλήθεια. Και οι δυο πλευρές είναι πρόσωπα του ίδιου δράματος, του εμφύλιου πολέμου, «της ντροπής». Το επεισόδιο αυτό έγινε στην πραγματικότητα στα Αγραφα: ένα βράδυ με χιονοθύελλα οι αντάρτες βρήκαν καταφύγιο στις σκηνές των αντιπάλων τους. Αντάρτες και στρατιώτες μόνιασαν για ένα βράδυ απέναντι στην εκδίκηση της φύσης. Το επόμενο πρωί ο πόλεμος ξανάρχισε... Το έχει κάνει διήγημα και ο Δημήτρης Χατζής στους "Ανυπεράσπιστους"». Μπορούμε να διαβάσουμε ή να μοιράσουμε σε φωτοτυπία το απόσπασμα:

Χατζή, Ανυπεράσπιστοι

[……Η μικρή ομάδα των ανταρτών, δεκατισμένη και ξεκομμένη, ένιωθε πια τον κλοιό και την έσφιγγε — έκλεινε, μίκραινε γύρω της με θανάσιμη σταθερότητα. Η ξαφνική παγωνιά στο τέλος του Απρίλη — ακόμα ένας θάνατος πάνω σε κείνα τ' αγριοβούνια. Μια τελευταία δυνατότητα εκλογής, να πάνε να χτυπηθούνε — πάλι θά­νατος. Να μείνουν εκεί όσο να 'ρθουν να τους πιάσουν αργά και γι' αυτό — τους σκοτώνανε πια τους αιχμα­λώτους, τους τραυματίες που πέφταν στα χέρια τους. Οι προθεσμίες για την παράδοση είχαν περάσει — τους σκότωναν και τους αυτόμολους.

Είχανε κάνει και την τελευταία προσπάθεια που μπορούσαν να κάνουν. Τραβήξανε δεξιά, μέσ' απ' το δά­σος, να τον σπάζανε τον κλοιό, μπορεί να βρίσκαν δικά τους τμήματα. Πέσαν πάνω σε φυλάκια με πολυβόλα, τους δέχτηκαν με πυκνά πυρά. Ένας τους έπεσε πιά­νοντας την κοιλιά του — θερισμένη από ριπή. Δεν μπο­ρούσαν να τον πάρουν, να τον βοηθήσουν, τίποτα δε μπορούσανε να του κάνουν. Τον σκοτώσανε να μη βασα­νίζεται — έμεινε εκεί. Οι άλλοι γυρίσανε πίσω και ξαναμπήκανε στην τρύπα πού τους απόμεινε.

Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει. Χιόνιζε συνέχεια.

Το πρωί θα 'ρθούνε πια, είπε κάποιος. Κανένας δε μίλησε.

Τί δε σκοτωνόμαστε, βρε παιδιά, μεταξύ μας; είπε σε λίγο ο Σατέλης. Ό τελευταίος κρατάει μια σφαίρα... Και πεθαίνουμε λεύτεροι...

Δεν αυτοκτονούν οι επαναστάτες, Σατέλη, είπε επίσημα ό Λίλης. Ούτε ντρέπονται για τις δυσκολίες.

Οι αντάρτες περάσανε τ' άσπρο πλάτωμα. Σε λίγο νιώσανε τα πόδια τους να κατηφορίζουν. Είτανε το πέ­ρασμα, το μονοπάτι του γκρεμού. Πέρασαν μπροστά στ' αφημένα πολυβόλα — δεν τα 'δανε. Μ' όση ζωή τους απόμεινε αφέθηκαν και ροβολούσαν, κατρακυλώντας απ' την άλλη μεριά του βουνού, κυνηγημένοι ακόμα από κείνο το φόβο του χάους. Κατέβαιναν όπως τους πήγαινε αυτός ό κατήφορος. Η σκηνή των στρατιωτών βρισκόταν πιο κάτω, μέσα στο γούβωμα — δεν την είδαν, δε βλέπανε πια. Όταν φτάσανε μπρος της, τότε σταμάτησαν. Πέσα­νε πάνω της, πασπατεύοντας βρήκανε τ' άνοιγμα μπή­κανε μέσα.

Για μια στιγμή οι στρατιώτες σα να ξυπνούσανε, κάνανε κάπως να σηκωθούνε. Οι άλλοι στέκαν ασάλευτοι, δε λέγαν, δεν κάνανε τίποτα, δεν προστάξανε τίποτα. Τότε τό 'νιωσαν πώς είταν αντάρτες, δεν είταν ο λόχος τους πού τρόμαξαν. Μια φωνή πνιγμένη, σαν μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνο και ξανάπεσαν εκεί πού βρί­σκονταν.

— Μη βαράτε εσείς, μπόρεσε κ' είπε ο Βαλάκης.

Για μια στιγμή οι αντάρτες, σα να ξυπνούσανε τώρα, να βγαίναν από το χάος, πήγαν να κάνουνε πίσω. Οι άλλοι δεν είχαν σαλέψει να τους δεχτούνε, να τους χτυ­πήσουν — τότε ξέρανε πώς δεν είχαν πέσει σε δικά τους τμήματα, πού τρόμαξαν. "Αλλη μιά φωνή πνιγμένη, πάλι σα μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνο.

—Αντάρτες είμαστε... Μη βαράτε, μπόρεσε κ' είπε ό Βασίλης.

Ύστερα όλοι μαζί πέσανε δίπλα στους στρατιώτες. Δε βλέπανε τίποτα, δεν κάνανε τίποτα, κανένας δεν είπε τίποτα. Ακουγότανε μόνο το βόγκημα αυτών πού πο­νούσαν, όλοι πονούσαν, όλοι. βογκούσαν. Ο αγέρας λύσ­σαζε στην κορφή. Το κρύο δυνάμωνε.

Σε λίγο αρχίσαν και σάλευαν, κάποιοι ζωντάνευαν — όλοι ζωντάνευαν λίγο. Στριμώχνονταν ο ένας κοντά στον άλλον που ήτανε δίπλα του, να χωρέσουν — δε βλέπαν, δεν ξέραν ποιος είταν, στρατιώτης ή αντάρτης. Πέφτανε πλάτη με πλάτη, αγκαλιάζονταν, μπλέκαν τα σκέλια τους, να ζεσταθούνε κοντά του. Ό Βασίλης σκού­ντησε αυτόν πού 'τανε δίπλα του. Δε σάλεψε, έμεινε δπως είταν, μπρούμυτα πεσμένος. Απλωσε το χέρι του, τό 'νιωσε από τη χλαίνη του πώς είταν στρατιώτης, τον έπιασε από το σβέρκο, τον έσφιγγε όσο μπορούσε, ζεσταινόταν κι αυτός με το σφίξιμο. Ο στρατιώτης σά­λεψε λίγο, γύρισε απ' το πλευρό, άνοιξε την κουβέρτα του, τον πήρε μέσα. Ο μικρός είταν. Κουκουλώθηκαν μαζί, έγινε λίγο ζεστότερα.]

Ο Βούλγαρης κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά, λυρικά αλλά και σφριγηλά, χωρίς παρωπίδες και πολιτικά βαρίδια με την εξαιρετική μουσική του Αγγελάκα. Συγκινεί το θεατή με το φαντάρο που, αναγνωρίζοντας σε ένα πτώμα νεαρής αντάρτισσας μια παλιά του συμμαθήτρια, αναρωτιέται σοκαρισμένος αν τη σκότωσε αυτός· με τον υπολοχαγό που προσφέρει το όπλο του στον καπετάνιο για να αυτοκτονήσει αποφεύγοντας την εκτέλεση. Τα αντίπαλα χέρια αγγίζουν το ένα το άλλο και ακούγεται το αναπάντητο ερώτημα «άραγε εμείς νικήσαμε;». Τέλειωσαν όλα, αδελφέ, λέει ο ηττημένος μαχητής του ΔΣΕ στον κυβερνητικό αξιωματικό, τον προσωπικό του αντίπαλο. Και σε άλλο σημείο: «Σε ποια ζωή να γυρίσουμε ύστερα από όλα αυτά;» αναρωτιούνται οι αντάρτες. «Μας άφησαν μόνους». Σκηνές σαν αυτή στο ποτάμι που ο νεαρός ήρωάς μας από τη μια και η νεαρή ανταρτοπούλα από την άλλη παίρνουν νερό, μπορούμε να τις σχολιάσουμε διαβάζοντας το εξαιρετικό διήγημα του Σαμαράκη «Το ποτάμι» και να παραπέμψουμε σε λογοτεχνικές σελίδες με ανάλογο περιεχόμενο: Θουκυδίδης, Ελένη Ν. Γκατζογιάννη, Ανυπεράσπιστοι Χατζή, Θανάση Βαλτινού Ορθοκωστά , Η Κάθοδος των Εννιά του Θανάση Βαλτινού, Ακροκεραύνεια Χριστόφορου Μηλιώνη, Η Φωτιά Δ. Χατζή, Γ. Μπεράτη Οδοιπορικό του 43, Ν. Κάσδαγλη Στα δόντια της Μυλόπετρας, Ρόδη Ρούφου Χρονικό μιας σταυροφορίας, Ν Καζαντζάκη Αδερφοφάδες, ΡΙΚΗ ΒΑΝ ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ, Περάσαμε πολλές μπόρες, κορίτσι μου.

Έστω κι αν το «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ιστορικό κείμενο αλλά μυθοπλαστική μεταγραφή ιστορικών δεδομένων

και ίσως ενοχλήσει κάποιους, πρέπει να παραδεχτούμε ότι μας προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσουμε για θέματα ταμπού, να ρίξουμε φως σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της ελληνικής Ιστορίας. Στην Ισπανία αυτό έχει γίνει προ πολλού.

Στο μότο ο ποιητής Μάρκος Μέσκος αναρωτιέται:

Σε ποιον θάνατο πήγες.

Φυσούσε αεράκι από εκεί;

Εμείς ας παραθέσουμε άλλο ένα ποίημα του ίδιου ποιητή:


Μάρκος Μέσκος, Απολογία εραστή

Για να μη σε χάσω καλή μου
για να μη χάσω αυτόν τον ήλιο
τα βουνά και τα ποτάμια,
για να μη χάσω αυτά τα μάτια τα τυφλά της μπόρας
αυτά τα μάτια του παιδιού που φωσφορίζουνε το μέλλον
--για να μη χάσω τη ζωή και το τραγούδι μου
προτίμησα τον θάνατο...

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958)

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Βάρναλης Kώστας Οι Μοιραίοι


Κατεβαίνοντας την οδό Ερμού συμμετέχουμε στον πολιτικό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στην μπλε και τη μαύρη γραφή και σιγοτραγουδάμε με τον ποιητή:

Βάρναλης Kώστας Οι Μοιραίοι

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!