Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ο Σακελλαράκης με τσι αθανάτους.

Με μεγάλη θλίψη πληροφορηθήκαμε το θάνατο του Γιάννη Σακελλαράκη του αρχαιολόγου, του πανεπιστημιακού μας δασκάλου, του επιστήμονα που δέθηκε τόσο με την Κρήτη, το Ιδαίο Άντρο, τη Ζώμινθο, τις Αρχάνες, τα Κύθηρα.Δεν ξεχνώ τις παραδόσεις του στη Φιλοσοφική της Αθήνας, την καταδεκτικότητά του, τις προτάσεις του. Παραθέτω ένα δικό του κείμενο από το παρακάτω εικονιζόμενο βιβλίο και το συνοδεύω με τη μαντινιάδα που του ΄γραψε σε μια γλάστρα ο Αριστείδης ο Χαιρέτης ο μαντινιαδολόγος:
"Το χρώμα που 'χουν τα βουνά πήρανε τα μαλλιά σου,
μα ό,τι γυρεύεις μες στη γης βρίχνεται στην καρδιά σου."
 

Αυτοπροσωπογραφία
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στην οδό Ηπείρου, στην Αθήνα. Αν και δεν θυμάμαι κάποιο νανούρισμα, φαντάζομαι πώς κάτι θα είχε να κάνει με τα κύματα της Ανατολής, αφού ή μητέρα μου ήταν από τη Χίο, το πιο θαλασσινό και το μόνο ελεύθερο κομμάτι της Ιωνίας. Στις παιδικές μου μνήμες πάντα υπάρχουν τα κύματα μιας ακρογιαλιάς, του Σκαραμαγκά, του Πειραιά, του Σαρωνικού ή του Αιγαίου. Φαντάζομαι πώς κά­ποιο τέτοιο απροσδιόριστο κύμα έβαλε στον νου μου τον στό­χο τής ζωής μου, την έρευνα του προϊστορικού Αιγαίου, και στην καρδιά μου τη στάση ζωής του ταξιδιώτη.
Υποπτευόμουν από χρόνια τη μυστική επίδραση τής πολύμορφης, πολύβουης θάλασσας, και ίσως για πρώτη φο­ρά τη συνειδητοποιώ διαυγέστερα. Αυτό είναι και το προσωπικό μου κέρδος στην πρόκληση αυτής τής δημόσιας ενδοσκόπησης. Αγαθόν το εξομολογείσθαι, μάς θύμισε σχετικά πρόσφατα ο Τσαρούχης, και καθετί αγαθόν είναι και ψυχωφελές, θα πρόσθετα. Άλλωστε με τη διερεύνηση χα­μένων μυστικών ζωής καταγίνομαι δεκάδες χρόνια τώρα, ανασκάπτοντας το παρελθόν στο χώμα. …..Στην περίπτωση μου παιδικός άλλα και εφηβικός τόπος είναι ο Πειραιάς και χρόνος το τέλος της δεκαετίας του 1940 και οι αρχές τής δεκαετίας του 1950. Παιδικός φίλος, μέχρι να φύγει για την 'Ιταλία, ήταν ο Κουνέλης. Ποτέ δεν ήμουν αυτό πού λένε καλός μαθητής, ευτυχώς όμως είχα καλούς δασκάλους. Ή μητέρα μου, συνδρομήτρια στον καιρό της στην περίφημη Διάπλαση των Παίδων, είχε φυσικά παίξει τον ρόλο της. Από μικρός διάβαζα πολύ - ό,τι έπε­φτε στα χέρια μου και όχι μόνο παιδική λογοτεχνία. Τώρα που το σκέπτομαι, προτιμούσα από τον 'Ιούλιο Βερν την Πηνελόπη Δέλτα. "Εμαθα νωρίς να σταματώ στις προθή­κες των βιβλιοπωλείων και περίμενα με αγωνία την Πρω­τοχρονιά για τα βιβλία-δώρα που θα έπαιρνα. Σιγά σιγά άρχισα να αγοράζω και ο ίδιος. Ευνοούμενος των πρωιμότερων χρόνων ό Καρκαβίτσας, όχι τόσο ο Ζητιάνος όσο βέ­βαια τα θαλασσινά Λόγια της πλώρης. Είναι ίσως αξιοση­μείωτο ότι ο Αρχαιολόγος του δεν μου έκανε εντύπωση.
'Εκείνα τα χρόνια η μόνη σχεδόν αλλά καθημερινή πηγή πνευματικής τροφής ήταν το ραδιόφωνο, πού ανάμεσα σε πολλά και ποικίλα είχε εκπομπές ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας. Άκουγα κι εγώ μανιωδώς διάφορα, από τη Ζωή και το θάνατο του Καραβέλα του Θεοτόκη μέχρι το 'Αγριο­λούλουδο του Νιρβάνα, και ακόμη θυμάμαι τη δροσερή, τρεμάμενη φωνή της 'Αντιγόνης Βαλάκου, που το διάβαζε. Από ραδιοφωνικές εκπομπές πρωτογνώρισα το θέατρο, και θυμάμαι πάντα τη φωνή της Κυβέλης, στομφώδη βέβαια αλλά μοναδική, ίδιο κρύσταλλο. Άκουγα όσο μπορούσα ρα­διόφωνο, και από κει προέρχονται τα πρώτα μου, ποικιλό­τατα, ακούσματα. Από νωρίς έστηνα αυτί για κάθε ψίθυρο τέχνης. Στον Πειραϊκό Σύνδεσμο τής εποχής πήγαινα όχι μόνο για τις φιλολογικές αλλά και για τις λίγες μουσικές βραδιές. Με τη ροπή μου ήδη στη φιλολογία, σιγά σιγά πή­γαινα μακρύτερα, στην Αθήνα, στο τότε Βασιλικό Θέατρο, πού οργάνωνε φιλολογικά απογεύματα με τους σπουδαίους ηθοποιούς που το υπηρετούσαν.
Το ραδιόφωνο είχε τότε μια εκπομπή με τον τίτλο «Δί­σκοι στην τύχη». Αυτός θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος της πνευματικής αυτοπροσωπογραφίας μου, καθώς τυχαία γύριζα το κουμπί του ραδιοφώνου, τυχαία έβλεπα κάποιον τίτλο βιβλίου. Τυχαία; Τί είναι τύχη, ποια ήταν ή δική μου αρχαιολογική τύχη; αναρωτιέμαι σε ένα κεφάλαιο του βιβλί­ου μου Ανασκάπτοντας το παρελθόν, ανήμπορος βέβαια να απαντήσω για μένα. Παράλληλα όμως βεβαιώνω κατηγο­ρηματικά για έναν σπουδαίο συνάδελφο μου, τον Ανδρόνικο, ότι δική του τύχη ήταν όχι μόνο ή έγκαιρη αναγνώριση του στόχου του αλλά κυρίως το αδιάλειπτο μυστικό κυνήγι τής πραγμάτωσης αυτού του στόχου, πού τον έκανε βέβαια και στοχαστή. Γι' αυτό και κατάφερε να γράψει: «Δεν περά­σαμε από τη ζωή ανυποψίαστοι κι ούτε κύλησαν άδειες οι μέρες μας κι ούτε γέμισαν μοναχά με τον εαυτό μας».
Χρόνια και χρόνια σαν εσωτερικό λογότυπο της αρχαιο­λογικής μου έρευνας είχα το της Γραφής «ο ζητών ευρήσει και τω κρούοντι ανοιγήσεται). Μέχρι πού έτυχε πάλι να μελετήσω ένα θέμα του Πικάσσο, να ενδιαφερθώ ακόμη για τον ίδιο και να ανακαλύψω την αντιστροφή του ρητού, αφού ό Πικάσσο δήλωνε «Δεν ψάχνω, βρίσκω». Το μήνυμα είναι το ίδιο μ' αυτό που στέλνει σε όποιον αναγνώστη του ο Ελύτης με το δοκίμιο του για τις τρεις  «περίφημες» λέξεις: «Τέχνη, Τύχη, Τόλμη». Από μόνη της φαίνεται λοιπόν πως η τύχη δεν είναι αρκετή.
Η πρώτη μεγάλη μου τύχη είναι πώς μου 'πεσαν κατακέφαλα τρεις ογκόλιθοι, ο Κάλβος, ο Καβάφης και ο Καζα­ντζάκης, οι δύο πρώτοι από το γυμνάσιο και ο τρίτος από το σπίτι. Η πληγή του πρώτου αιμορραγεί μόνιμα, όχι μόνο γιατί μου άνοιξε διάπλατα τον μαγικό κόσμο της ποίησης αλλά και για τις υψηλόφρονες, όσο και η γλώσσα του, ιδέες. Μπορεί ό Κάλβος να είναι ο αίτιος της ανασκαφικής μου στάσης, πού κυμαίνεται από τον σεβασμό μέχρι το δέος, απέναντι σε όλους τους νεκρούς που έχω ξεθάψει, για τον φόβο πως ανάμεσα τους κρύβονταν και κάποιες άγιες ή και ηρωικές ψυχές. Φυσικά είμαι ενήμερος πώς στον αμνήμονα τόπο μας η Αύρα τού Κάλβου ηχεί συχνά παράφωνα, σαν αρχαϊστικό κατάλοιπο, όσο και αν η φιλοπατρία σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη θεωρείται ή ύψιστη πολιτική αρετή.
Με τον Καβάφη τα πράγματα ήταν βέβαια διαφορετικά, αφού απλώς ανήκω στα αναρίθμητα άτομα που πλειοψήφη­σαν πρόσφατα στην επιλογή του, όπως και τού Βενιζέλου, ως ενός εκ των δύο σημαντικότερων προσώπων της Ελλά­δας του 20ού αιώνα, ξαφνιάζοντας ίσως τους επίκαιρους της εβδομάδας ή και του μήνα. Βρίσκομαι, φυσικά σε αμηχανία να σχολιάσω τον ποιητή, γνωρίζοντας μερικά από όσα έγραψαν άλλοι, κατά πολύ αρμοδιότεροι μου. Αρκούμαι να τον αποσυνδέσω από ό,τι έχω καταμάθει ως ελλαδικότητα και να τον χαρακτηρίσω Έλληνα της διασποράς, της Μεγάλης Ελλάδας του καιρού του. Φαντάζομαι πώς στον Κα­βάφη με έθελξε η αποστασιοποιημένη, αποφθεγματική διδακτικότητα, και ίσως ό Καβάφης είναι ο αίτιος του αγώνα μου να είμαι και δάσκαλος.  
 Αν ό Καβάφης μου έμαθε τον τρόπο, ό Καζαντζάκης μου έδειξε τον τόπο. Τον συγγραφέα της Κρήτης ανακάλυψα από την Ελευθερία, που τη διάβαζε ο πατέρας μου και δη­μοσίευε τότε σε συνέχειες τον Φτωχούλη του Θεού. Με το που άνοιξα τον Καπετάν Μιχάλη συγκλονίσθηκα, και ας μην είχα, παρά την κατάληξη του επιθέτου μου σε -άκης, καμία σχέση με την Κρήτη, που μέχρι τότε καν δεν γνώριζα. Τί γλώσσα, τί άνθρωποι, τί τόπος! Τί πάθος, τρέλα, αγώνες! Η μεγαλόστομη γραφή και, ακόμη περισσότερο, οι παράφρονες άνθρωποι πού έτρωγαν τα αυγά με τα τσόφλια ήταν βέβαια ό,τι χρειαζόταν ένας έφηβος σαν κι εμένα. Για κάποιον που πάσχιζε, ίσως και μάταια, στη ζωή του μόνο και μόνο να μεταταχθεί από την τάξη των δούλων στους απελεύθερους, κατά το αρχαίο σπαρτιατικό πολίτευμα, η απελπισμένη κραυγή του Καζαντζάκη «Είμαι λέφτερος» ήταν μια μακρινή ακτίνα φωτός.
Προτού τελειώσω το γυμνάσιο η μοίρα μου είχε κιόλας προδιαγραφεί. 0ι σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή της  Α­θήνας ήταν μονόδρομος, όχι μόνο γιατί ήμουν ατάλαντος για οτιδήποτε άλλο μα και γιατί ποθούσα να γίνω δάσκαλος. Δεν γνωρίζω αν έχω διαίσθηση στην ανεύρεση αρχαίων, όπως λέγεται, 'ίσως όμως από τότε είχα διαισθανθεί πώς το μέγιστο, μόνιμο ελληνικό πρόβλημα ήταν ή παιδεία και ήθελα να την υπηρετήσω.  Έτσι λοιπόν πλούτισα απροσδόκητα στον κόσμο όχι μόνο της γνώσης αλλά και της τέχνης.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ή πολιτιστική από­σταση που χώριζε την Αθήνα από τον Πειραιά ήταν τερά­στια και η φοιτητική ζωή στη Σόλωνος ήταν παραδείσια, αφού άπλωνες το χέρι σου και έδρεπες καρπούς. Τότε ήταν η πρώτη μου επαφή με τις εικαστικές τέχνες. Τότε γιγα­ντώθηκε η αγάπη μου για το θέατρο. Δεν ήταν μόνο ο Κουν και το Θέατρο Τέχνης που με έθρεψαν, ακόμη και με τα πιο πρόσφατα έργα του διεθνούς δραματολογίου. Ήταν και το Εθνικό Θέατρο. Ήταν και τα σπουδαία θεατρικά πρόσωπα εκείνων των χρόνων, η Λαμπέτη και η Παξινού, που και μόνο η ανάμνηση της ως Μπερνάρντα  Άλμπα γεμίζει την καρδιά μου από την τραγωδία της  Ισπανίας του Λόρκα. Ήταν ακόμη και ο Ροντήρης, που μαθήτευσα, θα έλεγα, κοντά του σχεδόν δύο χρόνια, συμμετέχοντας και με άλλους φοιτητές και φοιτήτριες στην προετοιμασία μιας παράστασης των Περσών του Αισχύλου από τη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η προσπάθεια ήταν ατελέσφορη, κι έτσι δεν πάτησα το θεατρικό σανίδι ως απλό μέλος του χορού ή και ως Έξάγγελος. Πολλά χρόνια αργότερα συνειδητοποίησα όμως πως η ιδέα της σωστής εκφοράς του λόγου ως κύριου στοιχείου επικοινωνίας για οποιονδήποτε, και ίσως το άλφα και το ωμέγα για τον δάσκαλο, οφείλεται σ' αυτόν τον άλλο δάσκαλο, τον Ροντήρη.
 Όμως και οι δάσκαλοι της δουλειάς μου, ο Ζακυθηνός, ο Μαρινάτος, ο 'Ορλάνδος, ήταν άφθαστοι, οι τελευταίοι πανεπιστήμονες της ελληνικής αρχαιολογίας.  
…….Ο  Παρθενώνας ήταν ή κορυφαία στιγμή της αρχαίας ελληνικής τέχνης, όμως εμένα δεν με ενδιέφερε αποκλειστικά η ιστορία της τέχνης αλλά η ζωή, δεν με ένοιαζε η διερεύνηση του είναι αλλά του γίγνεσθαι, δεν με απασχολούσε η αποθέωση αλλά η αναγνώριση του δύσβατου δρόμου. Γι' αυτό επέλεξα την έρευνα της προϊστορικής αρχαιολογίας και, για να χρησιμοποιήσω την τρέ­χουσα ορολογία, θέλησα να διερευνήσω και, αν καταφέρω, να αναγνωρίσω το προϊστορικό γονίδιο του  Ικτίνου και του Φειδία. Πεισματικά ίσως ξεκίνησα αιρετικός και συνέχισα ψάχνοντας την αθέατη πλευρά των υλικών κατάλοιπων, όποιων κατά τα άλλα απλών αρχαιολογικών ευρημάτων έρχονταν στο φως.
Η επιστημονική σκευή μου παρέμεινε κατά τα άλλα ψυχρή, ούτε μία λέξη φαντασίωσης δεν εμφιλοχώρησε σε επιστημονικό μου κείμενο. Μπορεί λοιπόν να μην έγραψα πως φαντάζομαι τα παραμύθια, τα τραγούδια, ακόμη και τα ερωτικά ποιήματα της μινωικής Κρήτης, αλλά δεν θα ανε­χθώ την κατηγορία ότι δεν υποπτεύθηκα καν την ύπαρξη τους. Ο σπόρος αυτών των ιδεών έπεσε στα φοιτητικά μου χρόνια. Κάθε φορά που ατενίζω από τότε μια κόρη της Α­κρόπολης να χαμογελά, αναρωτιέμαι αν γνώριζε τους επερ­χόμενους Περσικούς Πολέμους. Κάθε φορά πού διαβάζω ένα αρχαϊκό επίγραμμα, ψάχνω για τα χαμένα αισθήματα στον χρόνο.
Δεν είναι λοιπόν η κλασική περίοδος αλλά η αρχαϊκή εποχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης η περίοδος πού με μα­γεύει, και προσπάθησα πάλι να τη βιώσω μέσα από, τί άλ­λο, τη λυρική ποίηση: Αλκαίος, 'Ανακρέων, Αρίων, 'Αρχίλο­χος, Βακχυλίδης, Ιβυκος, Σαπφώ, Σιμωνίδης - σε αλφαβη­τική σειρά, για να μη θίξω τη μνήμη κανενός…
Ανάμεσα στους αρχαίους λυρικούς πού απομνημόνευα ήταν φυσικά και η δέκατη Μούσα, η Σαπφώ, ερωτομανέστατη, όπως σχολίασαν ήδη στην αρχαιότητα. ….'Άλλωστε ανήκαμε σε μια τυχερή γενιά, γιατί, αν επαναστατήσαμε με τον Θεοδωράκη, ερωτευθή­καμε πάντως με τον Χατζιδάκι.
Με την πνοή των Μουσών το συντροφικό τρεχαντήρι άνοιξε πανιά για το ταξίδι της ζωής σε πελάγη και ωκεα­νούς. 'Άλλοτε παρέπλεε αγαπημένες ακτές και άλλοτε πε­λαγοδρομούσε σε άξενα νερά. Τα κύματα άλλοτε συντρό­φευαν το σκαρί χαϊδεύοντας τα πλευρά του και άλλοτε θρασομανούσαν για να το συντρίψουν. Ντρέτο το κράτησε ο αρχιλόχειος ρυθμός. Τριάντα πέντε χρόνια ανασκαφής στο κρητικό λιοπύρι κάθε Ιούλιο στις Αρχάνες μοιράστηκαν με ισάριθμους χειμώνες μοναξιάς για τη συγγραφή κάποιων χιλιάδων επιστημονικών σελίδων. Η αποξήρανση από την επιστημονικοφάνεια ίσως αποφεύχθηκε το καλοκαίρι με το «Καλημέρα» και το «Ίντα κάνεις;» της γειτόνισσας και τον χειμώνα με καλούς φίλους. Ασφαλώς και ο μόχθος της δουλειάς ήταν μεγάλος, αποφύγαμε όμως το χειρότερο: την πλήξη. Η αδιάλειπτη έρευνα μας πλούτιζε συνέχεια με εκπλήξεις, οι ανασκαφικοί θησαυροί γίνονταν πνευματικοί, αφού με την αλχημεία των Μουσών ο πηλός γινόταν χρυσάφι.
Η ανακάλυψη του πρώτου ασύλητου βασιλικού τάφου στις Αρχάνες το 1965 σημαδεύτηκε από το τηλεγράφημα ενός φίλου, πού μας έγραψε «Ξαναζεί ό Ιδομενέας». Στην πρώτη μου διάλεξη στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το 1970, ό ίδιος φίλος μας χάρισε τον δίσκο του Idomeneo, re di Creta του Μότσαρτ. Αν δίνω όνομα στο πρόσωπο, το κάνω μόνο γιατί σχετίζεται, έμμεσα έστω, με την ποίηση. Ήταν ο Λη Πόμερανς, πατέρας του Μπέρναρντ Πόμερανς, του συγγραφέα του Ανθρώπου-ελέφαντα, του ποιητικότερου, κατά τη γνώμη μου, έργου του αμερικανικού δραματολογίου. Ίσως γι' αυτό στην επιλογή του στόχευσε σωστά. Η ανασκαφή στις Αρχάνες δέθηκε παράξενα με μουσικές πολύ πριν ανακαλύψουμε το αρχαιότερο μουσικό όργανο της Ευρώπης, ένα πήλινο σείστρο του 21ου αιώνα π.Χ. Δεν ήταν μόνο τα τραγούδια των εργατών ή των φοι­τητών, ήταν και η θεϊκή φωνή της Μαρίας Κάλλας, πού αντηχούσε θεσπέσια στην κατάφυτη αυλή του σπιτιού της ανασκαφής.
Το υπέροχο ταξίδι στον χρόνο, πού ξεκίνησε από την α­νασκαφή των Αρχανών, μας προετοίμασε για πλήθος κοινά ταξίδια. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη μας φροντίδα ή επίσκε­ψη ενός αρχαιολογικού μουσείου, οπού πηγαίναμε, αλλά ό,τι μας έλειπε στην Ελλάδα, πρώτα και κύρια η μεγάλη ζω­γραφική. Ο Ιερώνυμος Μπός της Μαδρίτης και της Βιέν­νης με δαιμόνισε για τη σχέση του με έναν ανώνυμο Μινωίτη σφραγιδογλύφο. Πιο πολύ γοητεύθηκα από τον Ρέμπραντ στο Κάσελ παρά στο 'Άμστερνταμ. Οι πολλές δεκάδες των παραλλαγών ενός μόνο θέματος τού Σεζάν σε μια έκθεση στην Μπάζελ μού κατέδειξαν τις άπειρες αγωνιώδεις στιγ­μές στη δημιουργία τής μεγάλης τέχνης. Άπό τήν αναδρο­μική έκθεση τού Ματίς στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης κράτησα στη μνήμη μου τις ανταύγειες των χρωμάτων πού έσταζαν από ένα πανέρι πορτοκάλια, σε έναν πίνακα όπου ο Ματίς συνδιαλεγόταν με τον Πικάσσο. Μιά έκθεση τού Γκωγκέν στο Τόκιο με έθελξε πιο πολύ απ' όλους τους ιμπρεσιονιστές στο Παρίσι. Η τελευταία έκθεση των κεραμικών του Πικάσσο στο Λονδίνο, λόγω της φύσης του υλικού, ήταν η χαρακτηριστικότερη της μεγαλο­φυίας του καλλιτέχνη.  Ήταν μεγάλη στιγμή όταν μπήκα στο ατελιέ του  Όσκαρ Κοκόσκα, αφού του πρόσφερα ό,τι είχα, μια ιδιωτική διάλεξη για την ανασκαφή των Άρχανών.
Τα ταξίδια των αισθήσεων δεν ήταν φυσικά γεμάτα μό­νο χρώματα, αλλα πλημμύριζαν και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με αφές, γεύσεις, μυρωδιές και ήχους. Από τον Βορρά ήταν ο Γκρήγκ, πού στο «Τραγούδι της Σολβέιγ» με­ταδίδει στους αιθέρες, χωρίς τους συνήθεις βαρύθυμους δρα­ματικούς τόνους του Ίψεν, τη νοσταλγική πρόσκληση της επιστροφής του Πέερ Γκύντ, ενός άλλου υπερπόντιου Οδυσ­σέα, στον μυχό ενός νορβηγικού φιόρδ. Από τη Λουιζιάνα του Νότου, τον Μισισιπή και τη Νέα 'Ορλεάνη κράτησα τον βαθύτατα μελωδικό ρυθμό των Αφρικανών, ίσως γιατί κατάφεραν να αποφύγουν την αφομοίωση και της ψυχής τους στον άλλο κόσμο. Το πρώτιστο σημείο του δικού μου ορίζοντα ήταν όμως η Ανατολή, που με μαγνήτιζε. Πέρασε καιρός για να αντι­ληφθώ πως οι πνευματικοί κραδασμοί στο Αιγαίο σχετίζο­νται μυστικά με τους τεκτονικούς, πως η κινητήρια δύναμη των σεισμών, αυτή η τρομερή, παμμεγίστη ευρασιατική πλάκα, έχει την καρδιά της στην Κεντρική Ασία, μήτρα ταυτόχρονα της 'Ιωνίας. Κάθε ταξίδι στην Ανατολή λοιπόν γινόταν από την ανάγκη της εξισορρόπησης της Δύσης, για να δροσισθεί ο λογισμός με τις αρχέγονες ιδέες του ονεί­ρου. Σαν να ονειρευόμουν μια ζεστή, υγρή νύχτα δίπλα στον Τίγρη, καθισμένος πάνω σ' ένα χρωματιστό χαλί, στρωμένο ανάμεσα σε χουρμαδιές, κουβεντιάζοντας για τη μοίρα του κόσμου. Στην αγορά της Βαγδάτης την άλλη μέρα ο­νειρευόμουν ίσως ένα παραμύθι, καθώς βύθιζα την παλάμη μου σ' ένα σακί παραγεμισμένο με αποξηραμένα τριαντά­φυλλα. Σαν να μου φάνηκε να μεταμορφώνεται το χέρι σε πανάρχαιο πήλινο σκεύος, καθώς τα τριαντάφυλλα θρόιζαν σπάζοντας τα πέταλα, ευωδιάζοντας σε χίλια χρώματα.
Στα σκαμμένα πρόσωπα των Κούρδων αναγνωρίζαμε τους Σουμέριους, πανάρχαιους όσο και οι Αρμένιοι, τον λαό πού ζήλεψα για ό,τι ακριβότερο: την ιστορική του μνήμη. Στο κατώφλι μιας απόμακρης εκκλησιάς του Γερεβάν, και μόνο βλέποντας το ζεστό ακόμη αίμα, κατάλαβα πιο πολύ τις ζωοθυσίες απ' όσα έναν χρόνο στη Χαϊδελβέργη, δου­λεύοντας ακριβώς σ' αυτό το θέμα το διδακτορικό μου. Ακόμη και ο θρήνος στην Αρμενία είναι περήφανος, ο θρή­νος του μετανάστη, του Αρμένιου της διασποράς.
Στα ταξίδια μας στην Ανατολή, αν δεν έφθασα στην Σαμαρκάνδη, όμως ατένισα τον Καύκασο και το Αραράτ. Ήταν καιρός λοιπόν τη δεκαετία του 1980 να πάρω στην Κρήτη τα βουνά. Η επιστημονική αφορμή της ανασκαφής του Ίδαίου Αντρου ήταν η ελπίδα να είχε κάτι απομείνει στη σπηλιά από την πρώτη μεγάλη ανασκαφή εκατό χρό­νια πριν, το 1885. Για άλλη μια φορά ό πνευματικός πατέ­ρας μου, ό Ελύτης, έδειχνε τον δρόμο στον υπαρκτό κόσμο των ιδεών:
Τα θεμέλια μου στα βουνά
 και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.
Για άλλη μια φορά μια ανασκαφή μετατράπηκε σε θησαυροθηρία. Τώρα όμως έσκαβα ένα σεβάσμιο λατρευτικό κέντρο, τον τόπο γέννησης του μέγιστου Έλληνα θεού, του Δία, την ίδια τη Βηθλεέμ της αρχαιότητας. Στην ταξινό­μηση χιλιάδων πολύτιμων αφιερωμάτων έψαχνα την καρδιά της Κρήτης και τη διαχρονική της ιστορία. Δεν ήταν μόνο σπουδαία έργα τέχνης τα ευρήματα, ούτε και μόνο ένδοξα ιστορικά κατάλοιπα, αλλά συμπυκνωμένα τα τραύματα, οι πόνοι, οι ελπίδες και οι χαρές χιλιάδων πιστών αφιερωτών. Για άλλη μια φορά οι αισθήσεις αντιμάχονταν τη λογική.
Η τεράστια, σαν φυσικό αντηχείο, σπηλιά πλημμύριζε φωνές και ήχους του παρελθόντος, μυθικές σαν την κρούση των ασπίδων των Κουρητών. Ηχεία του παρόντος χρόνου, οι ζωντανοί συνέχιζαν να καταγράφονται στην αιωνιότητα του χώρου, όπως οι μαντινάδες και η λύρα των βοσκών. Μια μέρα, μέσα στη σπηλιά ακούσθηκε η Γκουίνεθ Τζόουνς. Μια άλλη μέρα, ο Ξαρχάκος μου ταίριαξε τη δυναμική γαλήνη του τοπίου και των κατά καιρούς ανθρώπων του με τη Συμφωνία αρ. 4 του Μάλερ. Ήταν νύχτα όταν  ο Ψαραντώνης μου δίδαξε τους μαγικούς ήχους της σιωπής. Στα 1.500 μέτρα στο βουνό ο πάντοτε υψηλός αιματοκρίτης μου έφθανε σε επικίνδυνα ύψη. Σάλευε ο νους μου. Νόμιζα πια πως με είχε ευλογήσει ό Καζαντζάκης μ' εκείνη την κάρτ ποστάλ του Απόστολου Παύλου του Γκρέκο, όταν μου ευχήθηκε «Ο θεός της Κρήτης μαζί σας πάντα». Λειτουρ­γούσε τότε στο Ηράκλειο η έκθεση του Θεοτοκόπουλου, που είχε συνταράξει τον κόσμο, πιο πολύ και από την τελευταία στην Αθήνα. Είχα δει έναν ορεσίβιο να ξεζώνεται και να αφήνει το σιδερικό του για να μην ηχήσουν τά μηχανήματα της ασφάλειας στην είσοδο. Είχα δει κάποιον άλλο να εξομολογείται.
 Εγώ στα ύψη είχα ξεχάσει τον αρχιλόχειο ρυθμό, πού τον θυμήθηκα ένα λυκαυγές. Σκοτάδι ακόμη, κοιτούσα το βου­νό, όταν η νυσταγμένη φωνή του βοσκού που μου έψηνε τον καφέ με συνέφερε. «Εσύ θα χαθείς στα βουνά!» είπε. Αλη­θινά, τρόμαξα. Το βράδυ της μέρας που ξημέρωσε, κρατώ­ντας αναμμένα κεριά, κατεβήκαμε στη σειρά ολόκληρη η παμπληθής ανασκαφική ομάδα στο Ιδαίο Άντρο, για μια άλλη μουσική καταβασία. Θα τραγουδούσε ο Λουδοβίκος των Ανω­γείων με το μαντολίνο του. Για πρώτη φορά η σπηλιά γέμι­σε φωνές και του τρίτου χρόνου, του μέλλοντος. «Τί θες να παί­ξω;» ρώτησε ξαφνικά ό Λουδοβίκος. «Ό,τι θες», απάντησα.
Ακούστηκαν τότε από τα Παράλογα του Μάνου Χατζιδάκι οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου για τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης»:
Κοιμήσου, Περσεφόνη, στην αγκαλιά της γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.
Σαν να εκφράσθηκε μυστικά απ' τα έγκατα ο φόβος της γης για τους άρχαιόπληκτους αρχαιολόγους, για μένα. Την ίδια στιγμή αποφάσισα να κλείσω την ανασκαφή του Ιδαίου Άντρου, να πάψω να ανακαλύπτω θησαυρούς, όχι μόνο για να μην παραδοθεί άλλος ένας άγιος τόπος στην εκμετάλ­λευση, ακόμη και στη δική μου, άλλα ίσως για να σώσω και την ψυχή μου από την Ύβρη. Ποιος ήμουν άραγε για να διαταράσσω τή σκόνη του χρόνου...
Παραδίδοντας πριν από χρόνια τα Παράλογα, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει:
Τα Παράλογα είναι ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών για σιωπηλή και κατ' ιδίαν ακρόαση. Το θέμα των τραγου­διών είναι η αθάνατη Ελλάδα σ' όλη την ένδοξη διαδρομή της και γι' αυτό απαιτείται απ' τους ακροατές προσήλω­ση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία [...].
Τα Παράλογα αποτείνονται σε μια σιωπηλή κατηγορία ανθρώπων πού δύσκολα συναντά κανείς στον ελλαδικό χώρο.
Υπνώττουσα για χρόνια, η θρησκευτικότητα φορτίσθηκε εκείνα τα χρόνια στο Ιδαίο 'Άντρο, ίσως και από τη συμπύκνωση της ατμόσφαιρας του από τις προαιώνιες προσευχές ιερέων και πιστών. Καλά τά έλεγε δ Εκκλησιαστής γιά τή σοφία, αυτή τη μανία της γνώσης:
[...] υιέ μου, φύλαξαι του ποιήσαι βιβλία πολλά' ουκ έστι περασμός [...].
[[...] πρόσεχε, γιέ μου, το να γράφει κάνεις πολλά βιβλία δεν έχει τέλος [...].]
Και αλλούυ:
Τοις πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν. [...] καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν [...].
[Για κάθε πράγμα υπάρχει καθορισμένος χρόνος και υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα κάτω από τον ουρανό. [...] 'Υπάρχει καιρός για να σιωπήσει κανείς, υπάρχει καιρός για να μιλήσει.]
Τότε ακριβώς διάβασα τον «Λόγο της σιγής». Σε ένα ταξίδι μου στην πόλη πού ενσαρκώνει το όνειρο, την Κωνσταντινούπολη, φίλησα το χέρι του Μελίτωνα. Ο πιο σεβάσμιος ιερωμένος που συνάντησα άκουγε μόνο, δεν μιλούσε. Φεύγοντας, μου χάρισε ένα βιβλιαράκι με δύο κηρύγματα του στον 'Άγιο Μηνά στο Ηράκλειο. Ο δεύτερος λόγος, ο «Λόγος της σιγής», ήταν μια ανάλυση του στίχου «χαίρε σιγής δεομένων πίστις» του Ακάθιστου Υμνου, με αφορμή την απόλυτη σιωπή της Παναγίας:
Η σιωπή ακολουθεί τον Θεόν και συνοδεύει την δημιουργίαν. [...] Σιγή συνοδεύει την εσωτερικήν ησυχίαν και περιβάλλει το «άκτιστον φως» και ανεβάζει εις τά ύψη της νοεράς προσευχής τον πνευματικόν άνθρωπον.
[...] Πίσω και κάτω από την σιωπήν ετοιμάζονται και τελεσιουργούνται αι μεγάλαι ώραι της ανθρωπότητος. Εις την περιοχήν της μεγάλης σιωπής ευρίσκεται άλλωστε το μέγιστον μέρος της ιστορικής ανθρωπότητος. Αυτοί που έφυγαν από τον χώρον του λόγου. Είναι η σιωπή της αιωνιότητος.
Προσέχοντες βλέπομεν, οτι η σιωπή είναι συμπάρεδρος κάθε μεγάλης αξίας τής ζωής. Η σιωπή της αγιότητος, η σιωπή της σοφίας, η σιωπή της γενναιότητος, η σιωπή τής καρτερίας, η σιωπή της αγάπης και η σιωπή της θυσίας.
Είναι φανερό πως δεν κατάφερα ακόμη να σιωπήσω. Αν και με πιο ήρεμους ρυθμούς, συνέχισα το ταξίδι της γνώσης και των αισθήσεων. Πριν από λίγα χρόνια έκανα ακόμη και το ονειρικό ταξίδι στα Κύθηρα. Στο τρεχαντήρι ταξιδεύου­με συντροφιά πάντα με την Έφη. Πέρυσι σκάψαμε πάλι
στις Αρχάνες. Φέτος ξαναγυρίζω στα κρητικά βουνά, μόλις όμως στα 1.100 μέτρα, στη Ζώμινθο, έναν σπουδαίο μελλο­ντικό χώρο έρευνας. Δεν πρόκειται να ανασκάψω- θα συνε­χίσω να κλαδεύω τους θάμνους για να γίνουν δέντρα- θέλω να πάρω καθαρό αέρα, να μείνω μόνος με τη μινωική φύση της γαλήνης, να σκεφθώ τον χρόνο. Μελετώντας τον Μινώ­ταυρο, θα συνεχίσω να διερευνώ τον Λαβύρινθο, αλλά τον αυθεντικά μινωικό, όχι την αθηναϊκή εκδοχή του μύθου.
Ακόμη και το προσχέδιο της αυτοπροσωπογραφίας πού υποσχέθηκα δεν τελειώνει. Οι οποίες γραμμές προσπάθησα νά τραβήξω είναι ατελείς, και όχι μόνο γιατί είμαι άτεχνος. Στην πάλη μου πάλι με τον χρόνο, για να κλείσω τμήμα μιας ζωής σε λίγα λεπτά, παρέλειψα τόσα πρόσωπα της τέχνης πού με σημάδεψαν, κυρίως ξένους, από τον Ντοστογιέφσκυ μέχρι τον Σαίξπηρ, από τον Έλιοτ μέχρι τον Μπόρχες και τον Παπαδιαμάντη, τόσους ανθρώπους που συνάντησα και είπα μαζί τους μια κουβέντα ή και διάβασα μια γραμμή. Δεν παραλείπω βέβαια την έβδομη τέχνη, τις ταινίες του Τσάπλιν, του Αιζενστάιν, του Καζάν, του Μπέργκμαν, του Φελίνι, του Μιχάλκωφ. Από τα χρώματα των τελευταίων ταινιών του Κισλόφσκι προτιμώ φυσικά το Μπλε. Το γαλάζιο είναι το δικό μου χρώμα. Και από τις μουσικές του Πράισνερ διαλέγω τον ύμνο με τα ελληνικά λόγια του Απόστολου Παύλου για την αγάπη.
Ας είμαι ειλικρινής για τα χρώματα της παλέτας μου, που ήταν, λόγω της φυσικής μου αισιοδοξίας, φωτεινά. Το προσχέδιο αυτοπροσωπογραφίας είναι στην πραγματικότη­τα ατελέστατο, αφού δεν τολμώ να το φωτοσκιάσω. Η εξομολόγηση παραμένει ένα από τα επτά μυστήρια. Πως να καταδειχθεί η ποικιλότητα της ψυχής... Από τους τρείς Γιάννηδες του Πιραντέλλο, τον Γιάννη που νομίζουν οι άλλοι πως είναι, τον Γιάννη πού πραγματικά είναι και τον Γιάννη που νομίζει ο ίδιος πώς είναι, φάνηκε ένα κομμάτι μόνο του τελευταίου. Και να 'ταν μόνο τρείς… « Uno, nessuηο e cento mille», επιμένει δραματικά ο Πιραντέλλο, σαν προσωκρατικός συμπατριώτης του Εμπεδοκλή. Ένας, κα­νένας κι εκατό χιλιάδες. «Εις, εμοί μύριοι», προείπε ο μέ­γας εκείνος Ίων, ο Ηράκλειτος. Πρέπει να το ομολογήσω: Αρκετές φορές, ανασκάπτοντας το παρελθόν στο χώμα, ένιωσα ως κανένας.

Η αυτοπροσωπογραφία παρουσιάστηκε στις 17 Απριλίου 2000 στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη στην Πλάκα.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Συμπόσιο Ποίησης στο Δρόμο & Λογοτεχνική Σκυταλοδρομία

Συμπόσιο Ποίησης στο Δρόμο & Λογοτεχνική Σκυταλοδρομία
Ο Κόμβος Πολιτισμού Acidart.gr και η «Ποίηση στην Εποχή της Εκποίησης», δύο ομάδες που καταπιάνονται με τη λογοτεχνία, αποφάσισαν να διοργανώσουν από κοινού την παρθενική τους έξοδο στο δρόμο. Το Σάββατο 30/10 στο πλαίσιο της Μέρας Δρόμου, δεν θα δώσουν το παρών μόνο το θέατρο, η μουσική, ο χορός, τα εικαστικά. Θα το δώσει και η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
Η δράση μας θα ξεκινήσει στις 14:00 με Λογοτεχνική  Σκυταλοδρομία. Θα κινούμαστε στην Ερμού, στην Καπνικαρέα, στο Μοναστηράκι και στα γύρω μέρη, μοιράζοντας στους περαστικούς Ποιήματα και Διηγήματα Δρόμου για να ταξιδέψουν μέχρι το Συμπόσιο Ποίησης στο Δρόμο, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στις 15:00 στην Αποστόλου Παύλου, λίγο πιο πάνω από τον θερινό κινηματογράφο Θησείο.
Πάρτε το κρασί σας, τα κείμενά σας, τους φίλους σας κι ελάτε να μας βρείτε.
Η Λογοτεχνία ξεβολεύεται και αναζητά το μερίδιό της στο δρόμο, στην καθημερινότητα, στη ζωή μας.
Με εφαλτήριο τη φαντασία, ας αποδράσουμε από τη μιζέρια που σπέρνουν τα μέτρα τους.
Ας κάνουμε τη ζωή μας ένα ποίημα.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Ο Ελύτης οδηγός και αναγνώστης σχολιάζει:
 Ε'
        Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
        και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
        Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
        κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
        Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;
        Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
        Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
        Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
        πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
        Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
        Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα. 
        Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
        και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
        άκαυτη βάτος!


 Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν κορίτσια κυανά
        κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
        Γενεές μυρτιάς μ' αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού
        άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντος τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας
        αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης
        μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.
        Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
        Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι' αυτών τα δόντια η ρώγα που μεθά
        στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματα μου!
        Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
        αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
        Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
        ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
        ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Η Γαλάτεια, ο Θέμος και η Βικτόρια


 πειτα μτηρ κα γυν, διπλον πος,
πλεκτα
σιν ρτναισι λωβται βον·

Διδάσκοντας Αντιγόνη πάντοτε στεκόμουνα στο ρήμα εκείνο το «λωβᾶται» και το συνέδεα με λέξεις νεοελληνικές. Σήμερα όμως ξεκίνησα από τα Λεξικά και μάλιστα από Περσέα μεριά με το  LSJ και άλλα σχετικά αρχαιοελληνικά. Αξίζει να ανατρέξει κανείς στις παραπομπές που αναφέρονται παρακάτω:
λωβ-άομαι , Ion. λωβ-έομαι Id.Art.35 (as v.l.), λωβ-εμαι Herod.3.69; Dor. impf.
A. [select] λωβτοSophr.21: fut. -ήσομαι Pl.Cri.47d: aor. “λωβησάμηνHdt.3.154, cf. Theoc.5.109, etc.: for pf. and aor. Pass., v. infr.: (λώβη):—outrage, maltreat, c. acc. pers., also with cogn. acc. added, λώβην λωβσθαί τινα do one despite, Il.13.623; esp. maim, mutilate, τινα Hdt. l. c.; ωυτν λωβται λώβην νήκεστον ibid.; ρτάναισι λωβται βίον brings her life to a shameful end by the halter, S.Ant.54; νδρν ενιδας λ. dishonouring them, E.Or.929; λ. τος νέους harm their pupils, Pl.Prt.318d; of the effect of drudging work, “τ σώματα λωβνταιArist.Pol.1258b37; also “λ. πόλινLys.26.9; [“στεα] κατ κραςTheoc. 16.89; pillage, “πόλινPlb.4.54.2; damage statues, etc., IG3.1417: less freq. c. dat., Ar.Eq.1408, Pl.Cri.47e, D.H.13.4, Orac. ap. Jul.Ep.88: abs., act outrageously, Il.1.232, 2.242.
II. [select] Act. λωβάω only Ps.Phoc.38, and κατ-ελώβησαν in Plb.15.33.9: but pf. is used as Pass., λελωβημένος mutilated, Hdt.3.155, Pl.Grg.511a, R.611b, etc.; esp. of leprous persons, Man. ap. J.Ap.1.28: also aor. Pass., “μεγάλας λώβας λωβηθείςPl.Grg.473c: and Ion. pres. 3pl. λωβέονται in Hp.Art. l.c.(v.l.); cf. πο-, κ-λωβάομαι.
I. [select] to treat despitefully, to outrage, maltreat, λώβην λωβσθαί τινα to do one despite, Il.: esp. to maim, mutilate, Hdt.; λ. βίον to make ruin of one's life, Soph.; λ. τος νέους to corrupt the youth, Plat.:—sometimes, like λυμαίνομαι, c. dat., Ar., Plat.:—absol. to do despite, act outrageously, Il.
II. [select] the perf. is used in pass. sense, λελωβημένος mutilated, Hdt., Plat.; also aor1 pass., μεγάλας λώβας λωβηθείς Plat.

Αφού ικανοποιηθούμε οι επίδοξοι ταξιδευτές, ανατρέχουμε και στο ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα «λώβη» απ’ όπου οδηγούμαστε στη λέπρα  και συνειρμικά στη σύγχρονη τηλεοπτική  επικαιρότητα με το Νησί της Victoria Hislop. Εμείς στην ανατολική Κρήτη χρησιμοποιούμε τις λέξεις λούβα και λουβιάρης, μιας και η Σπιναλόγκα είναι στο Νομό μας και οι σχετικές αναμνήσεις είναι ζωντανές. Το θέμα εξάλλου της λέπρας των Χανσενικών  στις αρχές του 20ου αιώνα έχει ήδη προβληματίσει Κρήτες συγγραφείς. Ο Θέμος Κορνάρος γράφει τη «Σπιναλόγκα» του και μας την πετάει μ’ οργή κατάμουτρα. Έντονα καταγγελτικός, ανυποχώρητος θίγει τη σαπίλα της εξουσίας χρησιμοποιώντας στις περιγραφές του λεξιλόγιο που αναστατώνει τα στομάχια των βολεμένων αστών:  

 «Στη Σπιναλόγκα βλέπει, κανένας όλη τη σαπίλα των χρεωκοπημένων αξιών, για τις όποιες καμαρώνει ο ση­μερινός, μασκέ, πολιτισμός. Το νησί αυτό είν' ο καθρέφτης του πολιτισμού μας.
Προσπάθησα, όσο μπόρεσα πιο καθαρά, να δώσω τη φω­τογραφία της Σπιναλόγκας με τούτες τις σελίδες. Παρακα­λώ όποιον θέλει και μπορεί να βρει εδώ ένα σημείο που να μην έχει χρεωκοπήσει ο χριστιανικός πολιτισμός με τις «ε­λεημοσύνες» του, τις «ευσπλαχνίες» του και τις (προς τον πλησίον) «αγάπες» του. Ας μου βρει ένα σημείο της ζωής του Σπιναλογκίτη που να μην είναι βρισιά κι αγανάχτηση για το γιατρό, το σημερινό γιατρό-έμπορα του πολιτισμέ­νου αιώνα μας...
Αυτό το... νοσοκομείο -τι ντροπή! τι ανακριβολογία!-είναι εργατικό. Μόνον άποροι λεπροί είναι πεταμένοι εκεί. Όσοι έχουνε τον τρόπο τους είναι βολεμένοι κάπου άλλου, που υπάρχει δροσιά, πρασινάδα, νερό, στοργή και... σεντόνι νοσοκομείου. Αυτοί που δουλέψανε σ' όλη τους τη ζωή, χω­ρίς να χορτάσουνε ψωμί, βρίσκουνται τώρα, στην αρρώστια τους, πεταμένοι σαν κοπριά σ' έναν κοπρόλακκο βρωμερό που λέγεται Σπιναλόγκα. Κι η λέπρα που τους «διαλύει» δεν είναι το χειρότερο κακό. Πείνα, δίψα, ψείρα! Να τι θα πει λεπρός Σπιναλογκίτης.
…………………………………………………………………………………….
Πηγαίνω στο καφενείο. Το φράγκο του καφέ το κόβω απ’ το ψωμί. Στο χέρι το κρατώ. Κι όμως, «Δεν έχει καφέ!» μου λένε. Το μπρίκι το βλέπω που βράζει για όλους. Μα... «δεν έχει καφέ!».
Καλημερίζω τους χωριανούς όπως πάντα.
Γιατί να τόνε κόψω του Θεού το χαιρετισμό; Αυτοί κάτι πάθανε και πάψανε να με χαιρετούνε. Θε' μου, και να 'τανε από κουφαμάρα, μουγγαμάρα... Μα όχι, από φόβο είναι ή κακία!
Και τα παιδιά, οι μαθητές μου, δε μου λένε πια ντροπαλά «Καλημέρα, κύριε δάσκαλε». Αλλού γυρίζουνε τα μούτρα τους. Δε τα γυρίζουνε όμως αυτά από κακία, μήτε από φό­βο. Το Γιαννάκη του γείτονα το 'δα προχτές όπως είχε γυρί­σει αλλού κι είχανε βουρκώσει τα ματούλια του! Καλύτερα είχα να μη με καλημέριζε από.... κακία.
Μα και το Γιωργάκη της κυρα-Λένης τ' άκουσα προχτές, καθώς προσπέρασα απ' το σπίτι τους, να λέει στη μάνα του: «Μαμά! Ο μεσκίνης! Δεν κάνει, μαμά, να παίρνω την αναπνοιά μου άμα περνά;»
Η φωνούλα του ξεχειλούσε τρομάρα.
Ύστερ' από ένα χρόνο πρωτάκουσα «καλημέρα» από άν­θρωπο. Ο χωροφύλακας που 'ρθε να με... πάρει με καλημέ­ρισε.
Όλο το χωριό, γυναίκες κι άντρες κι η... Σοφίτσα του Χα­τζή, έχουνε μαζευτεί όξω απ' το σπίτι μου. Πέρασε απ' το νου μου πως ήρθανε να με αποχαιρετήσουνε. Να μου πούνε «Στο καλό!». Μ' αμέσως συλλογίστηκα: «Ταιριάζει να πού­νε "Στο καλό!" σ' έναν που φεύγει για τη Σπιναλόγκα; Ή σ' έναν που ψυχομαχώντας κοιτάζει αόριστα τον κόσμο;»
Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο, πως με λυπηθήκανε. Εγώ σκέ­φτομαι να τους πω «Γεια σας, χωριανοί...», κι ας μη μου πούνε αυτοί τίποτε. Ας αφήσουνε την αμηχανία να γενεί δά­κρυ, να γενεί λυγμός...
Την ίδια στιγμή παρατηρώ και... βεβαιώνομαι πως έχει πέσει ένα κομμάτι σουβάς απ' τ' ανώφλι της πόρτας. Και πάει τόσο, μα τόσο άσκημα!...
Μια στιγμή σπαρτάρησε η καρδιά μου. Πολλά πράματα έχουνε κουβαλήσει μαζί τους οι καλοί μου οι χωριανοί. Τενεκέδες, τρεις τέσσερις, στραφτοκοπούνε στην αυλή. Λιχου­διές, σύκα και σταφίδες κι αμύγδαλα θα 'χουνε. Έτσι μου κάνανε κι άλλη μια φορά, σαν έφευγα για το μέτωπο.
Είναι αλήθεια πως με πονέσανε. Δεν έχω κανέναν, μήτε μάνα μήτ' αδερφή για να με... κλάψει.
Μα δεν έχουνε λιχουδιές οι τενεκέδες. Πετρέλαιο και βενζίνες είναι γιομάτοι. Έχουνε και σκαπανικά μαζί τους οι χωριανοί.
Αυτή τη στιγμή σκέφτηκα κάτι. Ναι, κάτι που δεν το 'χα πιστέψει ποτές να, πως μόνο το μαλλί τ' αγριανθρώπου κατάφερε να μαδήσει ο πολιτισμός! Το πετσί δεν τ άγγιξε α­κόμα. Κι από κει και μέσα πόσο άραγες χρειάζεται για να προχωρέσει, να βρει του κοκκάλου το μεδούλι;
Δεν μπορώ να δακρύσω από το παράπονο που με πλημ­μυρά. Το 'χετε προσέξει αυτό; Το μεγάλο παράπονο δεν έχει εκδήλωση τα δάκρυα. Ξερό είναι...
Όσο πάει γίνομαι ανίκανος και να πονέσω. Γίνομαι αδιά­φορος σχεδόν. Μήτε να μισήσω μπορώ πια, μήτε να πονέ­σω, μήτε να δω τη... Σοφίτσα του Χατζή. ((Ας του βάλουνε λοιπόν φωτιά, μπροστά μου. Τι περιμένουνε; Το ίδιο κάνει», σκέφτομαι.
((Βάλτε του από τώρα φωτιά! Τι στέκεστε;»
Έτσι αποχαιρέτησα τους χωριανούς μου.
Στης Γιάννενας τα μάτια κάτι άστραψε. Και θα την ευ­γνωμονώ όσο ζω. Μετανιώνω που δεν της είπα, που δεν της φώναξα, αυτό που σκέφτηκα: «Τι γυρεύεις λοιπόν εσύ, Γιάν­νενα, εδωπέρα;...»
……………………………………………………………………………….

Γιατί στον κόσμο ήμουνα δάσκαλος...
Και καθώς το θυμούμαι, μου 'ρχεται να κλάψω, να κλά­ψω πολύ. Όχι για τίποτ' άλλο, παρά έτσι που 'ρχουνται στη θύμηση μου τα παιδάκια... Μόνο αυτά δε μισώ απ' το μεγά­λο κόσμο. Έρχονταν κάθε πρωί με τα ματάκια τους ακόμα πρησμένα απ' τον ύπνο, τα μαλλάκια τους υγρά κι όλη η έκ­φραση τους φόβος. Φόβος γιατί ξημέρωσε!
Ξέρεις τι θα πει αυτό; Νιώθεις τι θα πει να φοβάται τ' αηδόνι του δάσους να κελαηδήσει, επειδή... ήρθε η άνοιξη και στραφτάλισε ο ήλιος στις ψηλές κορφές; Α! Πρέπει να 'χεις ζήσει αλήτης για να το νιώσεις... και να το βάλεις στα πόδια, ν' αρχίσεις μιαν ατέλειωτη φυγή. Ή πρέπει να 'χεις μπει στο πετσί του λεπρού για να δακρύσεις. Για να αιστανθείς τον εαυτό σου φονιά, στραγγαλιστή, χωρίς τη δύναμη να ξεπλυθείς απ' το έγκλημα.
Τέτοιο φονιά νιώθω τον εαυτό μου, καθώς θυμούμαι τα φοβισμένα αθώα μουτράκια των παιδιών, τ' αδύναμα ποδα­ράκια και τα φτωχικά τα ρούχα τους.
Μου 'ρχεται μια εικόνα μπροστά στα μάτια μου. Αν δεν έχεις κάνει δάσκαλος κι αν δε μετάνιωσες για το επάγγελ­μα σου, θα πεις πως είναι φαντασία τρελής κεφαλής. Ωστό­σο άκουσε:
Το σκολειό μου το θωρώ σαν ένα γρανιτόβραχο πελώριο. Πρωί πρωί στέκομαι περιμένοντας με αυστηρό μούτρο μπρο­στά στο βράχο. Ο ήλιος ξάφνου πετιέται μεμιάς, δυο οργιές ψηλά, στο γαλανόν ουρανό. Λούζει το γρανιτόβραχο, τόνε πλημμυράει φως. Η πλάση συνουσιάζεται με το Θεό και σπαρταρά και λιποθυμά και ξαναζωντανεύοντας ριγά, ριγά ατέλειωτα...
Γύρω στο βράχο τώρα στέκουνται τα παιδάκια μου. Στα μάτια με κοιτάζουν, εμπιστευτικά και με φόβο. Ανακατε­μένα και τα δυο. Έρχουνται να τα μάθω πώς αρχίζει το στοιχειό κουβέντα με τη ζωή. Να τα μάθω πώς βλέπουνε το Φως και πώς πιπιλάνε τη ζωή.
Τους δένω τα μάτια (έτσι αρχίζει το μάθημα), τους φράσσω τ' αυτιά, τη μύτη και τους βουλώνω το στόμα. Κι ύστε­ρα αρχίζει η προσπάθεια. Ζητάμε φως για να σαλέψουμε στη γης! Μέσα στην καρδιά του γρανιτόβραχου γυρεύουμε το φως! Αρχίζει η δουλειά για να σπάσει ο βράχος. Κι εγώ κι αυτά μαζί αρχίζουμε να κουτουλάμε, να χτυπούμε με τα κεφάλια μας το βράχο. Τόνε ματώνουμε κι εξακολουθούμε. Πονούμε, κλαίμε, ουρλιάζουμε, μα πρέπει να βρούμε το φως.
Με τα κεφάλια μας πρέπει να τσακίσει η πέτρα. Κι όταν πια πέσουνε χάμω τα παιδάκια μου λιποθυμισμένα, σακα­τεμένα, γερασμένα απ' τον πόνο, τους λύνω τα μάτια, τους λευτερώνω, τάχα, τις αίστησες και τους λέω: «Εμπρός για τη ζωή!»
Οι αίστησες πια δε λειτουργούνε. Η ψυχή κι η καρδιά κι ο νους είναι σα ζαρωμένα ρεβιθάκια, ατροφικά, που δε βλασταίνουνε σ' όποια γη και μ' όποιο καιρό.
Έτσι το βλέπω το σκολειό. Έτσι σακάτεψα αρκετούς αν­θρώπους. Κι όλοι αυτοί, σ' όλη τους τη ζωή, δεν ξέρουνε τί-ποτ' άλλο παρ' αυτό που μάθανε: να κουτουλάνε! Κι όταν δε βρίσκουνε γρανιτόπετρα, κουτουλάνε ο ένας τον άλλο. Σπαράζουνε ο ένας τον άλλο.
Πώς θα 'θελα να γινόμουνα καλά! Μαζί μας σέρνουμε, α­πάνω στο κορμί μας έχουμε αιχμαλωτισμένη την αλήθεια της ζωής. Και ψάχνουμε στα σπλάχνα τα σκοτεινά του βρά­χου, στους ανήλιαγους βυθούς για να τη βρούμε!
………………………………………………………………………………….

Από την κοινωνία της εκμετάλλευσης και των εμπόρων-γιατρών του απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος του Θ. Κορνάρου μπορούμε να οδηγηθούμε στην επηρεασμένη από τον Καζαντζάκη Γαλάτεια που το 1914  με την «Άρρωστη πολιτεία» της αφηγείται μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο νησάκι της Ανατολικής Κρήτης. Και από τους δύο συγγραφείς επιλέγω χαρακτηριστικά αποσπάσματα συνδεόμενα και με την εκπαίδευση:

 ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ: Η ΑΡΡΩΣΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ( απόσπασμα)

…………ΜΙΑ ΜΕΡΑ είπα στους συντοπίτες μου πως δεχόμουν, αν το ήθελαν κι αυτοί, να μαθαίνω τα παιδιά τους γράμ­ματα. Θα παίρναμε ολίγα βιβλία και θα τα συμμάζευα, μια ώρα την ημέρα, να τους δείχνω να διαβάζουν. Δέχτηκαν ό­λοι, αλλά όχι ενθουσιασμένοι ως περίμενα.
«Τι θα τα κάμει τα γράμματα;» μου αντίσκοψε ένας. «Να οργώνει το χωράφι και να το θερίζει, αυτό το μαθαίνει και δίχως δάσκαλο. Στον τόπο μας δε χρειάζουνται γράμ­ματα».
«Μα αυτό το παιδί δε θα μείνει σ' όλη του τη ζωή εδώ πέρα. Πώς το λέτε αυτό; Τα παιδιά θα φύγουν. Είναι γέρα. Τους χρειάζεται να ξέρουν δυο γράμματα».
((Πού θα παν... Οπου και να παν, εδώ θα κατασταλάξουν. Ας μη φύγουν και καθόλου, για να μην τους κακοφανεί σα θα τους πιάσει ο μπόγιας και τους πετάξει εδώ που μας πέ­ταξαν κι εμάς».
…………..ΑΡΧΙΖΩ να ονειρεύομαι το σκολειό μου. Θα ανοίξω διά­πλατα τα παράθυρα του να μπαίνει ο ήλιος κι η μυρωδιά της θάλασσας. Θα ανοίξω διάπλατη και την καρδιά μου στην αγάπη και θα τινάξω από πάνω μου το σαράκι που με τρώει. Στο έρημο αυτό νησί που οι λεπροί γλεντοκοπούν ξεφρενιασμένα, που οι γυναίκες τη νύχτα γεμίζουν με ξεφωνητά χα­ράς τις ακρογιαλιές, που η ακόλαστη απόλαψη καίει αδιάκο­πα σαν πυρσός ακόρεστου υμέναιου. Εγώ θ' ανοίξω το σκο­λειό μου. Οι τρυφερές ζωούλες των παιδιών θα φυλαχτούν, θα καλλιεργηθούν, θα υψωθούν άρτιες, γερές, ικανές να ζή­σουν, να τραβήξουν μπροστά, ικανές να δώσουν στη ζωή τους μια πίστη. Να υψώσουν την ύπαρξη τους σα στήλη ολόχρυ­ση ως τ αστέρια. Εγώ θα τους βάλω τα φτερά να πετάξουν μια μέρα. Θα ξεχάσω γι' αυτό τι είμαι. Θα γίνομαι όμορφη και εύθυμη γι' αυτά. Θα τους κρύβω τις ασκήμιες μου. Θα α­γαπήσουν ό,τι τους λέω και θα το πιστέψουν. Η σκέψη πρώ­ιμα θα τους φωτίσει τα μάτια. Θα μάθουν να βλέπουν μα­κριά. Θα μάθουν να διακρίνουν στα μάκρη της θάλασσας έ­ναν κόσμο που κανένας άλλος δε θα βλέπει. Όλα τα μονοπάτια θα πάρω για να φτάσω την ψυχή τους. Θα κάμω την καρδιά τους να είναι μεγάλη και ανήσυχη.
Όλη μου η άθλια ύπαρξη θα αφιερωθεί για να πλάσω έ­ναν κόσμο αγαθό και ωραίο. Μέσα από τα λεπρά μου χέρια θα βγουν και θα πετάξουν στο φως τα πλέον ωραία και τα πλέον υπερήφανα πουλιά που έσκισαν ποτέ τον αιθέρα.
Η ζωή μου δε θα πάει χαμένη.
Μια γυναίκα λεπρή, εκεί στο λεπροκομείο, έκαμε το θαύμα!
………………………….
Ανοιξα το σκολειό που είχα πει και τα μαθητούδια δε μου απόλειψαν. Στην αρχή μού ήταν μια λύση στη μονοτονία μου. Μάθαινα τα παιδιά να συλλαβίζουν και να λεν τραγου­δάκια. Έπειτα όμως, πολύ γρήγορα, αυτό μου γίνηκε μια α­νυπόφορη ανία.
Δεν ξέρω αν σιγά σιγά βρω σωστά τα λόγια που μου εί­παν όταν το πρότεινα το σχέδιο. Όμως το βέβαιο είναι πως κάποτε κατάλαβα τη ματαιότητα της προσπάθειας. Τι σημασία είχε; Μήπως μου χρησίμεψαν εμένα όσα έμαθα;
'Εφτασα να βλέπω σ' όλα τα παιδιά τους μελλούμενους λεπρούς. Δεν άξιζε τον κόπο ν' ασχολούμαι μ' αυτούς. Έπει­τα, το κάθε τι που λέμε στο παιδί πρέπει να 'ναι τόσο τρυ­φερό, τόσο γλυκό. Τα παιδιά τούτα είναι νομίζω καταστραμ­μένα κιόλας. Λένε ένα σωρό βρωμόλογα και έχουν άσκημες συνήθειες. Είναι ακάθαρτα και κουτά.
Μια μέρα τους είπα να μην ξανάρθουν και δεν ξανάρθαν. Τα είδα να βγαίνουν ένα ένα με σκυμμένο το κεφαλάκι, σαν ντροπιασμένα. Ήσαν κουρελήδικα και ξυπόλυτα και η καρ­διά μου τα πόνεσε. Έπειτα, έθαβα ένα ακόμα ιδανικό. Το ύ­στερο που μου είχε απομείνει...
Τα παιδιά πήγαν κι έφεραν στην πόρτα μου όλα τα σκου­πίδια που βρήκαν. Και το σκυλάκι που είχα μου το έπνιξαν στη θάλασσα.
Έκαμαν το δίκιο τους. Ίσως να εγίνονταν κάτι μια μέρα. Αλλά εγώ είμαι λεπρή. Δεν μπορώ να συλλογιέμαι τίποτα άλλο.
Αλλά και στους κατοίκους δεν έκαμε καμιά εντύπωση η απόφαση μου αυτή να κλείσω το σκολειό. Βρήκαν μάλιστα πως έκαμα πολύ καλά.
……………..
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΕΣ τις μέρες έχω ταραγμένο το νου μου; Η ψυ­χή μου, ανήσυχη, κάνει να πιστέψει σε κάτι που την ίδια στιγμή βρίσκει ψεύτικο και μηδαμινό.
Μοιάζω με άνθρωπο που φτάνει να εγκατασταθεί σε ξέ­νη χώρα, μα όλα ακόμα του είναι άγνωστα και το βήμα του διστάζει να πάει ομπρός. Όμως ξέρει πως εκεί τον περιμέ­νει μια ευτυχία, μια ανάπαψη έπειτα από το μακρινό δρόμο. Αλλά να μην κοιτάζω θαρρετά τη νέα όψη της ζωής μου; Αν αγάπησα τον νέο αυτό και νιώθω ισχυρή την ανάγκη να πάω μαζί του, πρέπει ν' αντισταθώ; Πρέπει, όπως έλεγα άλλοτε, πρέπει, όπως έλεγα ως χτες ακόμα, να αντισταθώ στο ρεύμα που θέλει να με σύρει κι εμένα όπου σέρνει κι ό­λους τους άλλους;
Αλλά τότε τα παραμορφωμένα μέλη των αρρώστων μου προξενούσαν φρίκη και αηδία. Τώρα τα έχω συνηθίσει. Τώ­ρα συνήθισα με όλα τα κομμένα χέρια και τα χαμένα μάτια και τις βρωμερές πληγές. Τώρα όλοι οι κάτοικοι μου είναι γνώριμοι και συμπαθητικοί. Οι αδυναμίες τους, αντί να με εξοργίζουν, μου είναι δικαιολογημένες. Η χαρά τους, η μίζε­ρη, φτωχή χαρά τους, μου φέρνει τα δάκρυα.
Πώς μπορεί να 'ναι χυδαία και βάναυση η χαρά που γε­μίζει το στήθος με ευθυμία και σκορπιέται σε τραγούδι ή σε γέλιο; Κι αν το τραγούδι βγαίνει από φαγωμένο λάρυγγα και είναι βραχνό και σπασμένο, κι αν το χορό τον σέρνουν πόδια πληγιασμένα, τι σημαίνει; Η χαρά μένει η ίδια ιερή, με την ίδια λαμπερή και ανεχτίμητη αξία...
Και σε τι έφταιξαν αυτοί αν δεν μπόρεσαν να απλώσουν την άθλια ύπαρξη τους σε κάτι πιο απλόχωρο και πιο αψηλό;...
Δεν πρόκειται όμως για τους άλλους αλλά για μένα. Πώς θα συνηθίσω να λαβαίνω από τη ζωή το μερίδιο μου με το δικό τους κι εγώ τρόπο; Κι αν συνήθισα τους άλλους, αυτό θα πει πως κι εγώ θα συνηθίσω να κάνω το ίδιο; Θα τρα­γουδώ με βραχνή φωνή και θα υψώνω πόδι μισερό και θα φιλώ με χείλη φαγωμένα; Και αυτό θα είναι όλο;...
Γιατί μπορεί να ξεχνιούμαι σε μια στιγμή, αλλά την άλλη βρίσκομαι πάλι μέσα σ' όλην την απελπισία. Η χαρά του έ­ρωτα μου δείχνεται σαν ένα αναπάντεχο αγαθό. Κλείνω τα μάτια μου και νιώθω μια ζεστή πνοή να περιχύνει όλο μου το κορμί. Συλλογούμαι τα λόγια που θα ακούσω, το πρώτο φιλί, τη συγκίνηση, την άπειρη γλύκα της αγκαλιάς του α­γαπημένου.
Θε' μου! Ξεχνιούμαι και δίνομαι ολόκληρη στο θερμό μου όνειρο. Και έπειτα, πάλι, συλλογούμαι τι είμαι, πώς είναι ο Λουκάς, και θέλω να βγω από το δίχτυ αυτό της απάτης.
Αλλά και τι με βάζει να κάνω αυτούς τους συλλογισμούς... Ας αφήσω να με οδηγήσουν τα όσα μέλλει να γίνουν. Τι μπορώ εγώ να κάμω στη δύναμη που με σπρώχνει εμπρός ή πίσω; Εγώ δε θα αντισταθώ.
Λέτε τα πώς είναι. Πώς θα μπορούσε ποτέ ο γιατρός να μου ξαναφυτρώσει τα δάχτυλα και να δώσει στο χέρι μου την ό­ψη χεριού; Δέτε τα! Μοιάζουν με χέρια αυτά τα δαυλιά; Και είναι δίκιο και τίμιο να πω πως, αφού δε γιαίνω εγώ, ας μη γιάνεις, σαν είναι έτσι, κι εσύ, που έχεις τα χέρια σου και τα πόδια σου και μπορείς να είσαι χρήσιμος; Είναι ντροπή αυ­τά να γίνονται. Αύριο όποιος θέλει να πάει, με σέβας και τα­πεινοσύνη, στο γιατρό που ήρθε να μας γλιτώσει».
Και ο Λουκάς, χλομός, συγκινημένος, πάσκιζε τώρα, κρα­τώντας με τα δόντια του τα γάντια του, να τα φορέσει. Όλο το χέρι του έλειπε. Τα γάντια ήσαν παραγεμισμένα με μπα­μπάκι σ' όλα τα δάχτυλα.
Έβλεπα όλα τούτα και ένιωθα να γεννιέται στην καρδιά μου μια χαρά που ποτέ δεν την είχα νιώσει, τόσο μεγάλη και τόσο γλυκιά. Τον αγαπούσα, ήμουν ευτυχισμένη. Όχι, δε θα γιατρευόμαστε, αλλά μια ευτυχία ευρισκόταν εδώ στην πο­λιτεία των λεπρών. Που δεν την έφερνε κανένα ιδανικό και κανένα όνειρο. Που χιμούσε αναγκαστικά από τη νεότητα μας, από τα μεγάλα, τα παντοδύναμα της δικαιώματα.

Και ένα σχετικό απόσπασμα από το  Νησί της Victoria Hislop

 ...............................................Η πρώτη πραγματικά δυσάρεστη συνάντηση που είχε στο νησί ήταν με τη Χριστίνα Κρουσταλάκη, τη γυναίκα η οποία διηύθυνε το σχολείο.
«Δεν περιμένω να με συμπαθήσει», σχολίασε στον Γιώρ­γη, «αλλά συμπεριφέρεται σαν άγριο ζώο που το έχουν στρι­μώξει άσχημα».
«Γιατί το κάνει αυτό;» ρώτησε ο Γιώργης, ξέροντας ήδη την απάντηση.
«Είναι άχρηστη δασκάλα, που δεν δίνει δεκάρα για τα παιδιά και ξέρει ότι αυτή τη γνώμη έχω για κείνη», απά­ντησε η Ελένη.
Ο Γιώργης αναστέναξε. Η Ελένη δεν συγκρατούσε ποτέ τις απόψεις της.
Σχεδόν αμέσως μόλις έφτασαν, η Ελένη διαπίστωσε ότι το σχολείο είχε ελάχιστα να προσφέρει στον Δημήτρη. Μετά την πρώτη του μέρα εκεί, επέστρεψε σιωπηλός και με κατε­βασμένα μούτρα, και όταν τον ρώτησε τι είχαν κάνει στην τάξη, η απάντηση του ήταν «Τίποτα».
«Τι εννοείς, τίποτα; Πρέπει να κάνατε κάτι».
«Η δασκάλα έγραφε όλα τα γράμματα και τους αριθμούς στον πίνακα και με έστειλε στο τελευταίο θρανίο επειδή είπα ότι τα ξέρω κιόλας. Μετά, άφησε τα μεγαλύτερα παιδιά να κάνουν κάποιες εύκολες πράξεις αριθμητικής και όταν εγω φώναξα μια απάντηση, με έβγαλε από την τάξη μέχρι το σχόλασμα».
Έπειτα από αυτό, η Ελένη άρχισε να κάνει μάθημα στον  Δημήτρη η ίδια, και αργότερα άρχισαν να έρχονται στα μαθήματά της και οι φίλοι του. Σύντομα, τα παιδιά που αρχικά δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα γράμματα από τους αριθ­μούς, μπορούσαν να διαβάσουν τέλεια και να κάνουν αριθμητικές πράξεις, και μέσα σε λίγους μήνες το μικρό σπίτι της γέμιζε με παιδιά τα πέντε πρωινά της εβδομάδας. Είχαν ηλικία από έξι έως δεκαέξι και με μια εξαίρεση, ένα αγόρι το οποίο είχε γεννηθεί στο νησί, όλα τους είχαν έρθει στο νησί από την Κρήτη, οπού τους είχαν εμφανιστεί τα συμπτώματα λέπρας.  Στην πλειοψηφία τους είχαν λάβει κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση πριν από την άφιξη τους, αλλά τα περισσότερα ακόμη και τα μεγαλύτερα, είχαν σημειώσει ελάχιστη πρόοδο το διάστημα που πέρασαν στην τάξη με τη Χριστίνα Κρουσταλάκη. Τους συμπεριφερόταν σαν να ήταν ανόητα, κι έτσι παρέμειναν αμόρφωτα.
Η ένταση ανάμεσα στη Χριστίνα Κρουσταλάκη και την Ελένη άρχισε να κλιμακώνεται. Ήταν προφανές σχεδόν σε όλους ότι η Ελένη θα έπρεπε να αναλάβει το σχολείο και ότι θα έπρεπε να είναι δικός της ο πολύτιμος μισθός της δασκά­λας. Η Χριστίνα Κρουσταλάκη ήταν ανυποχώρητη, αρνούμενη να συναινέσει ή έστω να σκεφτεί την πιθανότητα να μοιραστεί το ρόλο της, αλλά η Ελένη είχε πείσμα. Έφερε την κατάστα­ση σε κατάληξη όχι για δικό της όφελος, αλλά για το καλό των δεκαεπτά παιδιών του νησιού, τα οποία άξιζαν πολύ πε­ρισσότερα από όσα θα έπαιρναν ποτέ από την αδιάφορη Κρου­σταλάκη. Η αγωγή των παιδιών ήταν επένδυση στο μέλλον, και η Χριστίνα Κρουσταλάκη δεν έβρισκε νόημα στην ανάλω­ση πολλής ενέργειας σε κάποιους που ίσως να μη ζούσαν για αρκετό καιρό.
Τελικά, μια μέρα, η Ελένη κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον των πρεσβυτέρων. Πήρε μαζί της δείγματα της δουλειάς που τα παιδιά έκαναν πριν και μετά την άφιξη της στο νησί. «Μα αυτό δείχνει απλώς τη φυσιολογική πρόοδο», δια­μαρτυρήθηκε ένας πρεσβύτερος, γνωστός ως στενός φίλος της κυρίας Κρουσταλάκη. Για τους περισσοτέρους, ωστόσο, τα στοχεία ήταν συντριπτικά. Ο ζήλος και η αφοσίωση της Ελένης στο έργο της έφερναν αποτελέσματα. Η κινητήρια δύναμή της  ήταν η πίστη ότι η εκπαίδευση δεν αποτελούσε το μέσο κατεύθυνσης προς κάποιο αόριστο στόχο, αλλά διέθετε εγγενή αξία και έκανε τα παιδιά καλύτερους ανθρώπους."

Το 1967  ο   σκηνοθέτης Werner Herzog, γύρισε ένα   ντοκιμαντέρ το Letzte Worte, με θέμα τον καλύτερο λυράρη της Κρήτης που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Σπιναλόγκα.