Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Βιβλιογραφικά Α΄για τη Λογοτεχνία της Β΄Λυκείου


Διαβάζοντας για τη Λογοτεχνία της Β΄Λυκείου μετά το σεμινάριο της κ. Αγάθης Γεωργιάδου κατέληξα πως αναγκαία εργαλεία για τη διδασκαλία είναι τα παρακάτω εγχειρίδια και λέω να τα παρουσιάσω μαζεμένα εδώ αντιγράφοντας τα σχόλια του ΕΚΕΒΙ, αφού δεν έχω προκάμει ακόμα να τα μελετήσω.
1.  Παπαντωνάκης Γ. και Κωτόπουλος Τρ. , Σκηνικό, χαρακτήρες, πλοκή.  Διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό κείμενο: Για παιδιά και νέους εκδ. Ίων,  2011, 232 σελ.


Το βιβλίο αυτό έρχεται να συμπληρώσει από τη δική του οπτική τα ήδη υπάρχοντα σχετικά με τη θεωρία της λογοτεχνίας και τις εφαρμογές της σε κείμενα για παιδιά και έφηβους. Απευθύνεται σε ακαδημαϊκούς δασκάλους, σε μελετητές της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, σε εκπαιδευτικούς της Α'θμιας και Β'θμιας Εκπαίδευσης, καθώς και σε φοιτητές των Παιδαγωγικών Τμημάτων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και των Φιλοσοφικών σχολών. Προσεγγίζει θεωρητικά το σκηνικό, τους χαρακτήρες και την πλοκή, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος του. Η μεγάλη συμβολή του, και από την άποψη αυτή παρά το μη διδακτικό χαρακτήρα του αποκτά μια υποδόρια διδακτική διάσταση, έγκειται στο γεγονός ότι το θεωρητικό πλαίσιο υποδεικνύεται σε κείμενα στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί, χωρίς να αφαιρεί την πρωτοβουλία από τον αναγνώστη-χρήστη του.
 Τίθενται προβληματισμοί για την κειμενική οριοθέτηση του χώρου, τη λειτουργία και τη μεταβλητότητα του σκηνικού και πληροφορίες για τον ανδρικό και γυναικείο χρονότοπος. Στους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, εκτός από το θεωρητικό πλαίσιο που μπορεί κανείς να συναντήσει και σε δυο-τρεις άλλες εργασίες στα ελληνικά, οι μελετητές και οι διδάσκοντες σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης ανευρίσκουν πολύτιμες πληροφορίες για την οντολογία, τη φύση και τη λειτουργία των μυθοπλαστικών χαρακτήρων αλλά και των ηρώων στη φορμουλαϊκή μυθοπλασία. Έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για τους τύπους και τα σχήματα της πλοκής, για τα συνθετικά στοιχεία της, τα συστατικά της δράσης και τους τύπους του σασπένς, ενώ θα βρουν πληροφορίες για την πλοκή και την μυθοπλασία.

 2.   Χρύσα Κουράκη  Αφήγηση και λογοτεχνικοί χαρακτήρες  Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα στο πεζογραφικό έργο της Ζωρζ Σαρή (1969-1995) εκδ. Πατάκη, 2008,  368 σελ.

 Στη συγκεκριμένη μελέτη επιχειρείται η σφαιρική ανάλυση των λογοτεχνικών χαρακτήρων στο πλαίσιο της αφήγησης, χωρίς εξωκειμενικές παρεμβάσεις και αναφορές. Αφού διερευνηθεί η σχέση τους με τους άξονες που δομούν ένα λογοτέχνημα και γίνει η θεωρητική αναδρομή στην υπόσταση και παρουσία τους τόσο στην παιδική όσο και στη γενικότερη λογοτεχνία, τα λογοτεχνικά πρόσωπα αναλύονται σε δύο επίπεδα. Στο ένα εξετάζεται η παρουσία τους την ιστορία, με την αναζήτηση των στοιχείων εκείνων που τα δομούν και τα καθιστούν αληθοφανείς "οντότητες" του εκάστοτε μυθοπλαστικού κόσμου. Στο άλλο επίπεδο αναζητώνται οι αφηγηματικές τεχνικές πραγμάτωσής τους, οι οποίες προσδίδουν λογοτεχνική αξία τόσο στους χαρακτήρες μεμονωμένα όσο και στο σύνολο της αφήγησης.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματα της Ζωρζ Σαρή. Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα της συγγραφέα, πέρα από τις εξωκειμενικές αναφορές και προεκτάσεις τους, καθίστανται αληθοφανείς προσωπικότητες, οι οποίες δομούνται μέσα από ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές. Με το συγκεκριμένο τρόπο η Ζωρζ Σαρή, απομακρυνόμενη από τα απλά αφηγηματικά μοτίβα, διαμορφώνει το προσωπικό συγγραφικό της πλαίσιο, επιφέροντας καινοτομίες στην προσέγγιση των χαρακτήρων και των τρόπων παρουσίασής τους στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας.

  3. Βαγγέλης Αθανασόπουλος  Οι ιστορίες του κόσμου Τρόποι της γραφής και της ανάγνωσης του οράματος  εκδ. Πατάκη,  2005, 223 σελ.


Το λογοτεχνικό φαινόμενο έχει την ίδια ηλικία με την ιστορία του ανθρώπου, καθώς συνεχώς περιγράφει (και έτσι αναλογικά εξηγεί) την ανθρώπινη κατάσταση ή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα γίνεται προσιτή και λειτουργική μέσω της λογοτεχνικής της προσομοίωσης, με τρόπους όπως εκείνοι της αφήγησης και της έκφρασης. Η αφήγηση είναι αναπαράσταση δράσης και αντιστοιχεί στη μυθοπλαστική πεζογραφία, ενώ η έκφραση είναι απόδοση ψυχικής κατάστασης και αντιστοιχεί στη λυρική ποίηση. Με την εξέταση της πεζογραφίας, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, δίνονται απαντήσεις στα ερωτήματα: "Πώς μια αφήγηση γίνεται μυθιστόρημα;" "Πώς φτιάχνονται οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες;" "Πώς γίνεται η σύνθεση του μυθιστορηματικού χωροχρόνου;" "Πώς η περιγραφή γίνεται εξηγητική και αξιολογική;" "Ποιες είναι οι σχέσεις της αφηγηματικής αναλυτικότητας με την αφηγηματική συντομία;". Στο δεύτερο μέρος, στο πλαίσιο της εξέτασης της ποίησης δίνονται απαντήσεις στα ερωτήματα: "Πώς στοιχειοθετείται η συναίρεση συγκίνησης και γλώσσας;" "Ποια είναι τα στοιχεία της ποιητικής σύνθεσης και ποιοι οι αντίστοιχοι τρόποι ανάλυσης;" "Πώς η ποιητική εικόνα λειτουργεί ως "έννοια" του ποιητικού λόγου;" "Πώς η μεταφορά παράγει ενεργά νοήματα;".

4. Μάριο Βίττι, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος, 1991 ε΄έκδ.

Γνωστό βιβλίο που οι περισσότεροι το έχουμε μελετήσει και στο οποίο αναπτύσσεται ο προβληματισμός για την εφαρμογή του ρεαλισμού στην ελληνική αφηγηματογραφία, ιδίως της ηθογραφίας.

Αυτά για ξεκίνημα κοντά στις γνωστές μας "Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη" της Μαλαματάρη και το βιβλίο του Μουλλά "Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος". 

Καλή δύναμη σε όλους.


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Πανεπιστημίου χωρίς αυτοκίνητα;


Σήμερα  ολοκληρώνονταν οι εκδηλώσεις εβδομάδα βιώσιμης μετακίνησης και όπως κάθε χρόνο η Πανεπιστημίου ήταν κλειστή για οκτώ ώρες περίπου. 
 
 Μια αξιοπρόσεκτη κατάσταση με δυο όψεις, αφού ευχαριστηθήκαμε ναι μεν τους ξυλοπόδαρους, το ποδόσφαιρο, την ποδηλατάδα και τις διάφορες εναλλακτικές δραστηριότητες στην κεντρική αυτή λεωφόρο αλλά μείναμε έκπληκτοι με το τι γινότανε παραπέρα.


 Φέτος η κίνηση ήταν υποτονική, οι Αθηναίοι μάλλον το έχουν δει το έργο. Παρά το ότι ο δήμος Αθηναίων είχε ρίξει το σύνθημα «Ζήσε την Αθήνα Χωρίς Αυτοκίνητο», σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία και τους φορείς, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που κατέβηκαν στο κέντρο.

  Περπατήσαμε μέχρι το Σύνταγμα ΄και τους Στύλους του Ολύμπιου Δία  αλλά από κει και πέρα γινόταν ο κακός χαμός από τα αυτοκίνητα. Βρισιές, σημειωτόν και μια από τα ίδια. Για μας λυτρωτικά λειτούργησε το μετρό. Από την Ακρόπολη, Δάφνη κι από κει λεωφορείο για το σπίτι μας.
  Κάτι πρέπει να αλλάξει στην αντίληψη του Έλληνα, αλλά τι; 
 Δειλά δειλά αυξάνονται οι ποδηλάτες στο κέντρο αλλά και πολλοί από αυτούς είναι εγωπαθείς και επικίνδυνοι χωρίς να τηρούν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Όλα είναι θέμα νοοτροπίας.Θέμα προτεραιοτήτων και όχι αποκλειστικότητας χρήσης.
Πάμε να διαβάσουμε τα Ρω του έρωτα και τον Ελύτη μας, Ποδηλάτισσα;

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Περιοδικό Φιλόλογος 148 και κριτική στο Πρόγραμμα Σπουδών της Α΄Λυκείου


 Όλο το καλοκαίρι περιμέναμε εναγωνίως το νέο πρόγραμμα σπουδών που αφορά στη Β΄Λυκείου, γιατί αρκετοί από μας θέλουμε να κάνουμε μάθημα ενσυνείδητα με τον καλύτερο τρόπο, κάτι που δε γίνεται, αν δεν διαβάσουμε, αν δεν ενημερωθούμε, αν δεν κάνουμε τα σχέδια μαθήματος που απαιτούνται καθε φορά από το αντικείμενο μας. Είμαι σίγουρος ότι σε κάποιο συρτάρι έχει παραπέσει το ποθούμενο και δεν είναι προσπελάσιμο από εραστές  σαν και του λόγου μας.
Αντ' αυτού έπεσε στα χέρια μου το 148ο τεύχος του καλού περιοδικού < Φιλόλογος> όπου ασκείται δριμύτατη κριτική στο πρόγραμμα σπουδών της Α΄Λυκείου. Θεώρησα σκόπιμο να αντιγράψω κάποιες απόψεις που παρατίθενται και δεν είναι κακό να τις επεξεργαστούμε. Μπορείτε να το αναζητήσετε στα καλά βιβλιοπωλεία.

Ο Γ. Κεχαγιόγλου υποστηρίζει:
.......Οι συντάκτριες (ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν και «παιδαγωγοί» και όχι μόνο νεοελληνίστριες φιλόλογοι) φαίνεται να έχουν «παιδαγωγικές» ιδεοληψίες, από αυ­τές που σίγουρα αποτελούν εδώ και καιρό μιαν από τις πληγές/μάστιγες της πρό­σφατης ελλαδικής και κυπριακής εκπαιδευτικής πολιτικής. Έτσι προχωρούν, με απί­στευτη ελαφρότητα, σε διαχωρισμούς των βαθμίδων της εκπαίδευσης, όπως ο ακό­λουθος: «Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη σπουδή της Φιλολογίας [αλλά η Φιλολογία η ίδια είναι η σπουδή της γραμματείας· δεν υπάρχει «σπουδή της Φιλολογίας»] και δεν έχει απο­κλειστική σχέση με τα κείμενα [όπως τάχα, κατά τη γνώμη τους, κάμνει η Φιλολογία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση· τί κρίμα που κάποιες από τις μαθήτριες μας, συ­ντάκτριες του «Προγράμματος Σπουδών», δεν φαίνεται να κατάλαβαν τίποτε από τα μαθήματα μας!]. Δεν διδάσκουμε απρόσωπα το εκάστοτε λογοτεχνικό κείμενο [Ποι­ος άραγε το κάμνει αυτό; Και από πού προκύπτει άραγε αυτή η φαντασίωση των συντακτριών για διδάσκοντες-όψιμους εκπροσώπους της «Νέας Κριτικής»;].
«Διδάσκουμε [εννοούν μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση] τον μαθητή με την υποκειμενικότητα του, δηλαδή την κοινωνική του προέλευση, το μορφωτικό επίπεδο της οικογένειας του, τη θρησκευτική και εθνική του ταυτότητα, το φύλο και τα ιδι­αίτερα προβλήματα του.   Στην ίδια τη σχέση μας με τη λογοτεχνία ανακαλύπτουμε έναν κώδικα συμπεριφοράς, ένα ηθικό κανόνα επικοινωνίας και συνδιαλλαγής με τον πολιτισμικό Άλλο». Δεν υπάρχει σαφέστερη ομολογία για τον ρόλο που αναθέτει το πολυδιαφημισμένο «νέο σχολείο» και οι εκλαϊκεύτριές του και στη λογοτεχνία: απλούστατα, να είναι το σχολικό συμπλήρωμα-υποζύγιο μιας ουτοπίας μεταναστευτικής πολιτικής και ενός «πολυπολιτισμικού» κοινωνικού σχεδιασμού, ο οποίος, αν και έχει δεκαετίες ή και αιώνες πάνω στη ράχη του σε μερικές ξένες κρατικές οντότητες, σερβίρεται τώρα μόλις ως απαραίτητη και αναγκαία καινοτομία για τα ελλαδικά πράγματα.
Πρώτη παρατήρηση: Το «νέο σχολείο» εμφανίζεται και εδώ μονομερές (π.χ. δεν γίνεται καθόλου λόγος για την «κοινωνική θέση [κάποτε και καταπίεση] του άντρα», πρβ. στην παλιότερη δημώδη λογοτεχνία μας ήδη τα έμμετρα ρητορικά παίγνια των «Προδρομικών ποιημάτων»· μέσα στο συγκεκριμένο «Πρόγραμμα Σπουδών», εκλαϊ­κευμένο άλλωστε από φεμινίστριες της Εσχάτης Ημέρας, ο άντρας παραμένει κοινω­νικά «αδιάφορος», ανύπαρκτος ή, έστω, παγιωμένος και αμετακίνητος). Δεύτερη πα­ρατήρηση: Το «νέο σχολείο» εμφανίζεται και συντηρητικό, κομφορμιστικό και ξεπε­ρασμένο, παρά τις αντίθετες δηλώσεις των νομοθετικών υπευθύνων του και κάθε ομαδούλας εκπαιδευτικών που το στηρίζουν με τη φιλολογική ή παιδαγωγική τους συ­μπαράταξη" οι σημερινοί μαθητές δεν περιμένουν, βέβαια, την Α' Λυκείου και το μά­θημα της λογοτεχνίας για να ενημερωθούν για τα ποια είναι (ή πρέπει να είναι) τα δύο φύλα, για το ποια είναι (ή πρέπει να είναι) η κοινωνική θέση της γυναίκας, για το ποι­οι είναι (ή πρέπει να είναι) οι ρόλοι των φύλων κ.ο.κ.' η νεότερη και σύγχρονη, με­γαλύτερη απ' ό,τι παλιότερα, εξοικείωση με, ή/και ευαισθητοποίηση για, ζητήματα που αφορούν, π.χ., το λεγόμενο «τρίτο» φύλο (ή τα «τρίτα» φύλα και τις παραλλαγές τους) -ζητήματα που επίσης απασχολούν τους σχολικούς εφήβους- μένουν έξω από το «νέο σχολείο», το οποίο, παρ' όλα αυτά, αυτοδιαφημίζεται πως, σε αντίθε­ση με το παλιό και «πεπαλαιωμένο σχολείο», έχει πρώτιστο σκοπό την «κριτική αγω­γή στον σύγχρονο πολιτισμό».
Αφήνουμε ασχολίαστη τη μνημειώδη παραμέληση και ανεπαρκέστατη αντιπρο­σώπευση της παλιότερης λογοτεχνίας μας (11ος/12ος-18ος αιώνας) στον πίνακα των «αξιοποιήσιμων» για την ενότητα «Τα φύλα στη λογοτεχνία» λογοτεχνικών έρ­γων των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α', Β' και Γ' Λυκείου («Πρόγραμμα σπουδών», σσ. 18-20). Επίσης ασχολίαστο και το ότι αυτό το «Πρόγραμμα σπουδών» δεν έχει πει ούτε μια κουβέντα για το ότι τα έργα αυτά δεν ανήκουν στη σύγχρονη [των μαθητών του Λυκείου] λογοτεχνία την οποία τόσο θωπεύουν, αλλά το πολύ σε συγ­γραφείς της λεγόμενης Β' Μεταπολεμικής Γενιάς (δηλ. πρωτοεμφανισμένους στη δεκαετία του 1950)' μόνο στα «Παράλληλα κείμενα» (σ. 19) συμπεριλαμβάνονται και (δύο) πεζογραφήματα νεότερων, αλλά και πάλι αποκλειστικά γυναικών, συγγρα­φέων, από τις οποίες η πρώτη, η Ρέα Γαλανάκη, γενν. το 1947, ανήκει στη λεγόμενη «Γενιά του 1970» και συστήνεται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα της (που τοποθετεί τη δράση του στον 19ο αιώνα, τόσο πολύ «επίκαιρου» για τους σύγχρονους μας λυ-κειόπαιδες: χριστιανόπαιδες, μουσουλμανόπαιδες, εβραιόπαιδες, ινδουιστόπαιδες, βουδιοτόπαιδες, αθεϊστόπαιδες κ.ο.κ.), ενώ η δεύτερη, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, γενν. το 1966, πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία στη δεκαετία του 1990 και συστήνεται για ένα ειδολογικά νεφελώδες, ώς ένα βαθμό και πολιτικοκοινωνικό μυθιστόρημα της του 2003 (επιλεγμένο, φυσικά, όχι για τη μετριότατη λογοτεχνική αξία του, μα επει­δή προσφέρει εφαλτήριο σε «πολυπολιτισμικές» μέριμνες ή και φαντασιώσεις του «Προγράμματος σπουδών»).
Η  Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων διαφωνεί :
...... με την ένταξη του μαθήματος της Α. Ε. Γλώσσας και Γραμματείας στο ενιαίο μά­θημα Ελληνική Γλώσσα, με τρεις κλάδους.
με τη μείωση κατά μία ώρα της διδασκαλίας της, παρά τις αντίθετες δηλώσεις και διαβεβαιώσεις του κ. Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας κ. Κουλαΐδή, προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στη συνάντηση τους τον περασμένο Μάρτιο.
όσον αφορά τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελλήνων Ιστοριογράφων (Ξενοφώ­ντα και Θουκυδίδη), με έκπληξη και απορία διαπιστώνουμε ότι καταργείται παντε­λώς η μετάφραση του αρχαίου κειμένου τόσο στη φάση της ανάλυσης-ερμηνείας όσο
και στην αντίστοιχη της αξιολόγησης. Δεδομένου ότι η μετάφραση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ερμηνείας και της καθολικής κατανόησης του έργου, που επι­τυγχάνεται με την ανάλυση της δομής του λόγου (με τη γραμματικοσυντακτική και λε­ξιλογική προσέγγιση) και τη συσχέτιση μορφής και περιεχομένου, και ως ενέργεια εμπερικλείει κορυφαία μορφωτική αξία, η κατάργηση της θα πλήξει καταλυτικά την ουσία της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών και θα υποβαθμίσει τη σημασία της, ενώ παράλληλα θα αποτρέψει τους μαθητές από τη σπουδαία άσκηση της σύγκρι­σης του αρχαίου με τον νέο ελληνικό λόγο, πράγμα που συνεχώς επισημαίνεται στο Πρόγραμμα Σπουδών.
  Τις ίδιες απόψεις, άλλωστε, υποστηρίζει και ο κορυφαίος φιλόλογος Ι. Θ. Κακριδής, ο οποίος με έμφαση αναφέρεται στο Πρόγραμμα Σπουδών, και ο οποίος, στη μελέτη του «Το μεταφραστικό πρόβλημα», αναφέρει ότι η μετάφραση δίνει τη δυ­νατότητα στους μαθητές να γνωρίσουν βαθύτερα τη γλώσσα τους, να την προσεγγί­σουν δυναμικά και να ανακαλύψουν ποιες αξίες κλείνει με τη μορφή αυτή.

Ο Γ. Παγανός υποστηρίζει:
  Κάποτε οι μεταρρυθμιστές ήταν επώνυμοι, δεν έκρυβαν την ταυτότητα τους και οι ιδέες τους ήταν γνωστές, καθώς διαδίδονταν μέσα από τον ημερήσιο και περιο­δικό τύπο και από ποικίλα άλλα δημοσιεύματα χρόνια πριν από τη νομοθετική τους Επισημοποίηση. Τώρα είναι άγνωστοι εισηγητές που, ενώ δεν έχουν ιδέα από το σημερινό σχολείο, την ψυχολογία των σημερινών εφήβων, την κατάσταση και τις ανά­γκες των καθηγητών τους, βρήκαν πόρτες ανοιχτές στο Υπουργείο όπου εισέβαλαν σαν ταύροι σε υαλοπωλείο. Ό, τι προτείνουν είναι άσκηση επί χάρτου. Ό, τι έμαθαν προέρχεται από διαβάσματα και αντιγραφές. Τίποτε από τη σχολική πράξη. Με τις εισηγήσεις τους, που πήραν τη μορφή προγραμμάτων, έχουν την εντύπωση ότι μπο­ρούν να αλλάξουν τα φώτα, τις νοοτροπίες και τις συνειδήσεις των μαθητών και των δασκάλων τους, Αφέλειες και φανατισμοί.
Μετά το τέλος των ιδεολογιών, το θάνατο του συγγραφέα, τη συσκότιση ή από­κρυψη της ελληνικής ιστορίας, έρχεται τώρα και η κατάργηση της Λογοτεχνίας στο σχολείο. Ιστορία και λογοτεχνία είναι μαθήματα αλληλένδετα. Η γνώση του παρελ­θόντος φοβίζει. Τη συσκοτίζομε. Την Ιστορία της Λογοτεχνίας την καταργούμε.
Τρία ζητήματα εμπλέκονται στο νέο ΠΣ της Λογοτεχνίας στο σχολείο. Και τα τρία έχουν υπόβαθρο ιδεολογικό: οι σκοποί και οι στόχοι του μαθήματος, η κατάργηση της ιστορικής διδασκαλίας της Λογοτεχνίας, η ενίσχυση της φιλαναγνωσίας. Το πρόγραμ­μα έρχεται να ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση. Γι αυτό και η πρεμούρα και η φλυαρία των συντακτών του να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων τους. Αγω­νιούν για την τύχη των προτάσεων τους……
Τη διαθεματικότητα τώρα υποκαθιστά "η κριτική αγωγή στο σύγχρονο πολιτισμό" που σημαίνει στην πραγματικότητα υποταγή έως εξαφάνιση της λογοτεχνίας σε σκοπιμότητες ιδεολογικές, που παρεισάγονται τεχνηέντως. Η λογοτεχνία, συνεχίζεται στο Ι άρθρο των σκοπών, είναι:
Ένα φαινόμενο το οποίο έχει σημαντική θέση στη ζωή μας, γιατί μας δίνει εργαλεία να κατανοήσουμε τον κόσμο και να συγκροτήσουμε την υποκειμενικότητα μας: να θέσουμε ως πρωταρχική αξία του μαθήματος την κριτική στάση απέναντι στις πολιτισμικές παραδόσεις, τις αξίες και τα μηνύματα από όπου κι αν προέρχονται.
    Αυτά είναι διαστρέβλωση των σκοπών. Οι συντάκτες του άρθρου βλέπουν τη λογοτεχνία, όπως διατυπώνεται, ως εργαλείο για τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας των μαθητών και την κριτική τους στάση απέναντι στην παράδοση, στις αξίες και στα μηνύματα της. Στο στόχαστρο συνεπώς είναι ολόκληρη η πολιτισμική και πνευματική μας παράδοση. Αυτός βέβαια δεν είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας, αλλά της κοινωνιολογίας. Οι συντάκτες του άρθρου και η υπουργός που υπογράφει συγχέουν τα πράγ­ματα. Επιδιώκουν να θέσουν τη λογοτεχνία όχι στην υπηρεσία της αγωγής, όπως συνέβαινε πάντα, αλλά της προπαγάνδας. Γι' αυτό και επικεντρώνουν το στόχο της\ έρευνας στις εργασίες των μαθητών στο νόημα του έργου ανεξάρτητα από τη μορφή. Για την επίτευξη όμως των σκοπών που θέτουν δεν είναι αναγκαία η λογοτεχνία. Υπάρ­χουν ποικίλα άλλα κείμενα: επιστημονικά, δημοσιογραφικά, προπαγανδιστικά, μπρο­σούρες κ.ά., τα οποία κάλλιστα θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς σε εφημερίδες πε­ριοδικά, αλλά προπάντων στο διαδίκτυο, όπως άλλωστε παρωθούνται από το ΠΣ να κάνουν μαθητές και δάσκαλοι με τη χρήση ΤΠΕ. Αλλωστε στην ομαδική εργασία και συγκεκριμένα στη φάση που την ονομάζουν "πριν από την ανάγνωση" προτείνε­ται να χρησιμοποιούνται κείμενα "συνήθως μη λογοτεχνικά (επιστημονικά, πληρο­φοριακά, δημοσιογραφικά ηλεκτρονικά) αλλά και μικρά λογοτεχνικά κείμενα".
Η καταδίκη της ιστορικής εξέλιξης των μορφών και η θεματική διδασκαλία.
Το νέο ΠΣ εγκαταλείπει την καθιερωμένη ιστορική οργάνωση της ύλης και της διδασκαλίας της Λογοτεχνίας, ως ένα πρόγραμμα παρωχημένο που υπηρετούσε ανά­γκες άλλων εποχών, και επιλέγει τη θεματική ή ειδολογική. Επιλέγει δηλαδή το θέμα, ανεξάρτητα από τη μορφή. Όταν η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στο θέμα και στα νοήματα που περικλείει, αλλά και στο είδος για τα μορφικά του χαρακτηριστικά, ακρωτηριάζουμε τη λογοτεχνία και δεν τη διδάσκουμε. Μπορεί να διδάσκουμε έρευ­να του περιβάλλοντος, των συμπεριφορών, των κοινωνικών ανισοτήτων, να εστιά­ζουμε στην ετερότητα και στα προβλήματα, να διδάσκουμε δημοσιογραφικό ρεπορ­τάζ, έκθεση ιδεών, οτιδήποτε άλλο, σε καμιά όμως περίπτωση δε διδάσκουμε λογο­τεχνία. Κι αν ακόμη δεχτούμε ότι είναι δυνατόν με τις προτεινόμενες μεθόδους να ανα­πτύξουν οι μαθητές μας ορισμένες δεξιότητες, όπως για παράδειγμα την κριτική πα­ρατήρηση, χάνουν εκείνα που τους προσφέρει το λογοτεχνικό κείμενο: την απελευ­θέρωση που χαρίζει η φαντασία, την καλλιέργεια της ευαισθησίας, τον εμπλουτισμό του ψυχισμού μας με πρωτόγνωρες εμπειρίες, την καλαισθησία ' τη δεκτικότητα επί­σης να απολαμβάνουμε τη συγκίνηση και την ομορφιά ενός καλλιτεχνικού δημιουρ­γήματος της, κατ' ουσίαν και όχι τύποις, λογοτεχνίας.
Το νέο ΠΣ είναι σχέδιο επί χάρτου που αιφνιδιαστικά μπαίνει σε εφαρμογή στην Α' Λυκείου χωρίς να έχει δοκιμαστεί στην πράξη. Τμήματα του έχουν, ίσως, μεταφερ­θεί από ξένα πρότυπα ή από το διαδίκτυο. Έτσι άλλωστε δείχνουν κάποιες άστοχες εκφράσεις, όπως "συστάδα ποιημάτων" και "έθνος αναγνωστών". Οι συντάκτες του αμφισβητώντας την αξία και την ισχύ του λογοτεχνικού κειμένου και αδιαφορώντας για τον πλούτο και την εκφραστική δύναμη της λογοτεχνικής γλώσσας ανοίγουν τις σχολικές αίθουσες για να υποδεχθούμε εκεί επισήμως, τα grieglish και τις ποικίλες ερεθιστικές οπτικές και ακουστικές εικόνες - όλα προϊόντα του διαδικτύου.
Όσο για την ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, στα χέρια άπειρων δασκάλων θα με­τατρέψει το μάθημα σε εργασία χαβαλέ. Έτσι θα πετύχει το ακατόρθωτο: να κάνει το σχολείο ψυχαγωγείο! Το ΠΣ δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Γιατί είναι κατασκεύασμα ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με το σημερινό σχολείο. Όσα ξέρουν προέρχονται από διαβάσματα και εμμονές.
Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι το ΠΣ, διατυπωμένο με ρητορική έμφαση και φλυαρία, δεν είναι παρά ένα συμπίλημα από απλές αναφορές -χωρίς κάτι συγκεκρι­μένο- σε λογοτεχνικές θεωρίες, όπως η θεωρία της πρόσληψης και οι αναγνωστικές θεωρίες, από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης και από διαδικασίες διδακτικής με ευρεία χρήση των πολυμέσων επικοινωνίας, τα οποία, εκτός από τα πλέγματα συμφερόντων που περικλείουν, χαϊδεύουν και τα αφτιά των αφελών για δήθεν δη­μιουργία του ελληνικού ψηφιακού σχολείου! Ιδεολογικές αγκυλώσεις και μια τάση αποδόμησης, η οποία είναι σήμερα παρωχημένη ακόμη και στη χώρα όπου γεννήθη­κε, συνιστούν τα θεμέλια της όλης σύνθεσης. Το πρόγραμμα αυτό, που αποτελεί μια παραλλαγή της αποτυχημένης απόπειρας να αλλάξει το πνεύμα διδασκαλίας της Ιστορίας στο σχολείο, δεν είναι εφαρμόσιμο. Θα έχει, συνεπώς, την ίδια τύχη με την Ιστορία.

  Ο Νικήτας Παρίσης:
α) Πρόκειται για διδακτική εκτροπή·μόνο που αυτή η εκτροπή είναι τυλιγμένη σε ωραίο emballage: αφήνει περιθώρια κειμενικών επιλογών, εισάγει δηλαδή ένα είδος διδακτικής ελευθερίας και στοχεύει στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας. Παράλληλα, προβάλλεται, ως κάτι τάχα το καινοφανές, η έννοια μιας πολλαπλής ιστορικότητας στα λογοτεχνικά πράγματα (η ιστορικότητα του κειμένου, του δημιουργού, του αναγνώστη κλπ.).
β) Μέσα, όμως, σε αυτό τα σχήμα που επιδιώκει την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, τα λογοτεχνικά κείμενα περιθωριοποιούνται. Συγκεκριμένα, μέσα στο συνολικό
διδακτικό σχήμα του νέου συστήματος, το πρωτεύον και το καίριο δεν είναι πλέον η
πολλαπλή ανάδειξη του κειμένου ως αισθητικού γεγονότος. Το καίριο και το προεξέχον είναι η ανάδειξη ενός θέματος, ξεχωριστού για κάθε σχολικό περίπου τρίμηνο. Η διδακτέα δηλαδή προεξοχή δεν είναι το κείμενο αλλά το προτεινόμενο κάθε φορά θέμα. Τα κείμενα υποβιβάζονται σε ένα είδος στηρικτικού υλικού, μέσα από το οποίο θα πρέπει να αναπηδήσει η αλήθεια του θέματος (όχι, φυσικά, η αλήθεια του κειμένου).         
Επομένως, δε θα συνιστούσε υπερβολή, αν έλεγα ότι τα κείμενα λειτουργούν δίκην θεραπαινίδων, για να υπηρετήσουν την τυραννική μονοκρατορία του θέματος που κάθε φορά ερευνούν οι μαθητές.
γ) Ξέρετε πώς υπηρετείται ο ουσιαστικός στόχος τού προγράμματος που είναι η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας;
Ο περισσότερος χρόνος (ένα δίμηνο περίπου για κάθε τρίμηνο) διατίθεται σε ένα  είδος ομαδοσυνεργατικής οργάνωσης του μαθήματος, που λειτουργεί όμως έξω από την τάξη (από την τάξη μεταφέρεται στο σπίτι).
Σε αυτό το διάστημα, που αποκαλείται η κυρίως ανάγνωση, οι μαθητές, χωρισμέ­νοι σε ομάδες, μελετούν λογοτεχνικά κείμενα (ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα ή μια δέ­σμη ομότροπων ή ομόθεμων ποιημάτων). Η κάθε ομάδα μελετά ένα μόνο κείμενο. Βέβαια, το πρόγραμμα σπουδών προτείνει, γι' αυτή την αναγνωστική φάση, διάφο­ρα κείμενα, ελληνικά και ξένα.
Ξέρετε σε τι αποσκοπεί όλη αυτή η «ομαδοσυνεργατική» αναγνωστική διαδικασία; Σε ένα μόνο στόχο: να αναζητηθούν στα λογοτεχνικά κείμενα που διαβάζουν οι ομά­δες οι ποικίλες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα δύο φύλα, αν περιοριστού­με, λ.χ., στο πρώτο θέμα.
Επομένως, η έρευνα πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα, με βάση τις προγραμμα­τικές επιταγές και προδιαγραφές του νέου προγράμματος σπουδών, προδεσμεύεται, περιορίζεται και εντοπίζεται σε ένα μόνο ερευνητικό πεδίο' γίνεται δηλα­δή, μονοδιάστατη, μονοθεματική και μονόπτυχη. Όλες οι άλλες πτυχές και όλα τα άλλα «στρώματα», ορατά ή δυσδιάκριτα, της λογοτεχνικής γραφής μοιάζουν να μην υπάρχουν.....

Μια γεύση από τις θέσεις και τον προβληματισμό που καταθέτουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το πολύπαθο ζήτημα της Παιδείας μας. Ας ελπίσουμε το νέο πρόγραμμα σπουδών, κάποιες οδηγίες έστω, να καταφθάσουν στα σχολεία για να αποφύγουμε τις αυθαίρετες επιλογές.Ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα παιδιά του χρόνου θα βρεθούν μπροστά στις περίφημες Πανελλήνιες. Ας τα νοιαστούμε. 




Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Καμιλλέρι Αντρέα Ο χορός του γλάρου


Πριν καλά καλά χαράξει η μέρα, μια άσπρη φλόγα ανάβει στην ακρογιαλιά. Αρχίζει ξαφνικά το απελπισμένο φτεροκόπημα, το τρεμάμενο χτύπημα των φτερών ενός γλάρου που κράζει απεγνωσμένα και κάνει πονεμένες συστροφές, σαν να βιδώνεται, από κάτω προς τα επάνω, γύρω από το στραμμένο προς τον ουρανό ράμφος του.
H μυστηριώδης εξαφάνιση του επιθεωρητή Φάτσιο από το αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα· πτώματα που ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγονες· κρυμμένες και αμφιλεγόμενες υπάρξεις, θλιβερά πάθη, χυδαία ξελογιάσματα και κουτσομπολιά· κιάλια και τηλεσκόπια, επικίνδυνη ηδονοβλεψία και ελεεινή κλεπτομανία· εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί· και σ’ ένα δωμάτιο, μια άδεια καρέκλα, ανάμεσα σε απρεπή και αισχρά αντικείμενα βασανισμού, κηλίδες ξεραμένου αίματος, μυρωδιά θανάτου, σκοτεινά πράγματα, διάσπαρτα σημάδια ανήθικου και φρικτά απάνθρωπου εξαναγκασμού.
Και ενώ ο Μονταλμπάνο συναρμολογεί τα κομμάτια μιας κατακερματισμένης εγκληματικής ιστορίας, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκάλεσε ο θόρυβος που έκαναν οι φτερούγες του γλάρου καθώς πέθαινε…. (Οπισθόφυλλο) 

Ο Αντρέα Καμιλλέρι  συνεχίζει να γράφει τις περιπέτειες του δημοφιλούς επιθεωρητή  Μονταλμπάνο. Στον Χορό του γλάρου ( εκδ. Πατάκη) ο ήρωας είναι πενήντα επτά ετών και αισθάνεται γερασμένος, με συνέπεια να νυστάζει συνεχώς, να μην μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο και να βασανίζεται στο κρεβάτι του σε σημείο όπου κάποτε ήπιε μισό μπουκάλι ουίσκι με την ελπίδα να αποκοιμηθεί. Μια τέτοια μέρα, προτού χαράξει, βγαίνει στη βεράντα του και παρακολουθεί το πέταγμα ενός γλάρου στην ακρογιαλιά. Ξαφνικά ο γλάρος πέφτει πεθαμένος στην άμμο σαν να τον είχαν πυροβολήσει. Αργότερα, κι ενώ κατευθύνεται στο αεροδρόμιο για να παραλάβει τη Λίβια, την επίσημη αγαπημένη του, γυναίκα του στην ουσία, αναλογίζεται την κατάσταση στην Ιταλία, όπου «η κυβέρνηση φλυαρούσε, η αντιπολίτευση φλυαρούσε». Φλυαρούν επίσης το σωματείο των βιομηχάνων, μα και τα συνδικάτα των εργαζομένων σε μια εποχή όπου εργάτες πέφτουν από τις σκαλωσιές σαν ώριμα φρούτα, λαθρομετανάστες πνίγονται στη θάλασσα, συνταξιούχοι πένονται και παιδάκια βιάζονται. Πολλοί φλυαρούν ακόμη για ένα διάσημο ζευγάρι που χώρισε, για έναν φωτογράφο που απαθανάτιζε σκηνές που δεν έπρεπε και για τον πιο πλούσιο και ισχυρό άνδρα της χώρας και τις ιδιωτικές του υποθέσεις. Αυτά που συμβαίνουν ενοχλούν τον Μονταλμπάνο, ενοχλούν και τον Καμιλλέρι, ο οποίος βάζει τον ήρωά του να σκέφτεται ότι χρειάζεται μια αλλαγή στο 1ο άρθρο του Συντάγματος. Πρέπει να λέει «Η Ιταλία είναι μια δημοκρατία που βασίζεται στο εμπόριο ναρκωτικών, στη συστηματική καθυστέρηση και στις ανούσιες συζητήσεις».
Και ενώ ο Μονταλμπάνο με τη Λίβια αρχίζουν να τρώγονται με το παραμικρό, τη στιγμή που κάποιος συνάδελφός του παραπονιέται ότι τα χρήματα από τον μισθό του δεν φτάνουν, με αποτέλεσμα να τσακώνεται με τη γυναίκα του, ο επιθεωρητής Φάτσιο εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα. Και έπειτα αποκαλύπτεται ένα πτώμα σ' ένα βαθύ πηγάδι. Οχι, δεν είναι ο Φάτσιο, αλλά κάποιος που ήθελε να του δώσει πληροφορίες για τη Μαφία. Ο Φάτσιο βρίσκεται τραυματισμένος κάπου στο λιμάνι και μεταφέρεται για νοσηλεία σε νοσοκομείο, όπου επίσης νοσηλεύονται ένας βουλευτής και ένας δικαστής, οι οποίοι δουλεύουν για την Αντιμαφία. Εκεί, ο Μονταλμπάνο γνωρίζει μια όμορφη νοσοκόμα, την Αντζελα, και επιχειρεί να βιώσει μαζί της μερικές ερωτικές στιγμές - έτσι κι αλλιώς η Λίβια τον εγκατέλειψε -, αγνοώντας ότι οι μαφιόζοι τού έχουν στήσει παγίδα.

Εποχή Μπερλουσκόνι, Μαφία, εγκλήματα εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοίΚαι ενώ ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο συναρμολογεί τα κομμάτια μιας κατακερματισμένης εγκληματικής ιστορίας, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκάλεσε ο θόρυβος που έκαναν οι φτερούγες ενός γλάρου καθώς πέθαινε. Ο Αντρέα Καμιλλέρι με το «Ο χορός του γλάρου» (εκδ. Πατάκη) αποδεικνύει ότι παραμένει ένας μεγάλος τεχνίτης της πλοκής.

O Αντρέα Καμιλλέρι αν και άργησε να αφοσιωθεί στο γράψιμο, κατάφερε να αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους και πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ξεκίνησε γύρω στα 60 δημιουργώντας το εκδοτικό φαινόμενο του επιθεωρητή Μονταλμπάνο, όνομα που έδωσε στον ήρωα του, προς τιμήν του Ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν.

Οι δικές μου εμμονές  δεν έχουν σχέση τόσο με την πλοκή , το κοινωνικό πλαίσιο, ατμόσφαιρα, χιούμορ, τη μαφία και όλα αυτά που απασχολούν τον Καμιλλέρι αλλά με το διαιτολόγιο του ήρωα του και την εμμονή του στο καλό φαγητό.  Σε κάθε βιβλίο του αυτό που κρατάω είναι το τι έφαγε και πότε. Μεσογειακή κουζίνα και σε αυτό το βιβλίο. Παραθέτω σχετικές αναφορές για να πάρετε μια ιδέα:
  Ενώ οδηγούσε προς τη Βιγκάτα, παρατήρησε ότι έτρεχε με εκατό, δε συνήθιζε να οδηγεί τόσο γρήγο­ρα. Κατάλαβε ότι πατούσε με δύναμη το γκάζι εξαι­τίας της πείνας που ένιωσε μόλις βγήκε από την ια­τροδικαστική υπηρεσία και έκοψε ταχύτητα. Μπήκε στην ταβέρνα τόσο βιαστικά, ώστε ο Έντσο, μόλις τον είδε να φτάνει τρέχοντας, ρώτησε: «Έχετε κάτι;». «Τίποτα, τίποτα». Κάθισε στο συνηθισμένο τραπέζι. «Τι να σας φέρω;» «Τα πάντα».
Έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό, έτρωγε με τέ­τοια λαιμαργία, ώστε ένιωθε ντροπή. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν ακόμη πελάτες, εκτός από έναν που ού­τε σήκωσε τα μάτια του από την εφημερίδα που είχε μπροστά του, στηριγμένη σ' ένα μπουκάλι. Στο τέλος, ο Έντσο είπε με θαυμασμό: «Σε φόρμα σάς βρίσκω, αστυνόμε!». «Ευχαριστώ». «Θέλετε ένα χωνευτικό;» «Όχι».
Το στομάχι του δε χωρούσε ούτε σταγόνα νερό. Μπορεί αν έπινε το χωνευτικό, να έσκαγε όπως ο χο­ντρός άνθρωπος στην ταινία των Μόντυ Πάιθον «Το νόημα της ζωής».
Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, ο χώρος τού φάνηκε πιο στενός. Περπάτησε μέχρι το φάρο με μικρά βήματα, μάλλον επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα ή επειδή ήθελε να διαρκέσει περισσό­τερο ο περίπατος. Όταν έφτασε στον επίπεδο βράχο, κάθισε. Παρότι είχε κοιμηθεί αρκετά, ξαφνικά ένιωσε νύστα. Φαίνεται ότι είχε ανάγκη από ύπνο. Γύρισε πίσω, μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το δρόμο για τη Μαρινέλλα, ώστε να κοιμηθεί κάνα δίωρο..........................

 Γύρισε στη Μαρινέλλα όταν ο ήλιος είχε δύσει και μόνο μια κόκκινη γραμμή στο βάθος του ορίζοντα, εκεί όπου ο ουρανός γινόταν ένα με τη θάλασσα, μαρτυρούσε την ύπαρξη του. Το κύμα έσκαγε ήρεμα στην ακτή. Τα πουλιά είχαν κουρνιάσει. Μετά το τη­λεφώνημα με το διοικητή ένιωσε ότι πεινούσε. Μπο­ρεί να επρόκειτο για ένα είδος επιβράβευσης. Κάποτε είχε διαβάσει πως παλιά, μετά τις επιδημίες πανού­κλας, οι άνθρωποι έτρωγαν και ζευγάρωναν συνεχώς. Μπορούσε να συγκρίνει τον Μπονέττι-Αλντερίγκι με επιδημία πανούκλας; Με πανούκλα όχι, αλλά με χο­λέρα ναι. Όταν άνοιξε το ψυγείο, είχε την εντύπωση ότι βρέθηκε μπροστά στον κρυμμένο θησαυρό που έλεγαν πως τον είχαν κρύψει τα πολύ παλιά χρόνια οι ληστές. Η Αντελίνα τού είχε ετοιμάσει ένα σωρό φαγητά: μελιτζάνες με παρμεζάνα, πάστα με λουκά­νικο, καπονάτα, καλαμαράκια με μελιτζάνες, τυρί από τη Ραγκούζα και μαύρες ελιές. Φαίνεται δε βρή­κε φρέσκο ψάρι στην αγορά. Έστρωσε το τραπεζάκι έξω στη βεράντα κι ενώ στο φούρνο ζεσταίνονταν οι μελιτζάνες με την παρμεζάνα και η πάστα, ήπιε στην υγεία του Φάτσιο δύο ποτήρια παγωμένο λευκό κρα­σί. Όταν σηκώθηκε από το τραπέζι για να τηλεφωνή­σει στη Αίβια, είχαν περάσει τρεις ολόκληρες ώρες. Δεν κοιμήθηκε καλά....................................

«Και πού θα πάτε να φάτε;»
«Κοίταξε, Έντσο, προτιμάω να μείνω νηστικός παρά να δω το διοικητή».
«Αστυνόμε, θα σας βάλω στη μικρή σάλα και δε θ' αφήσω να μπει κανένας!»
«Πώς θα φύγω όμως όταν τελειώσω το φαγητό;»
«Μην ανησυχείτε, θα τα αναλάβω όλα εγώ. Υπάρχει η πίσω πόρτα».
Μόλις είχε τελειώσει τη μακαρονάδα με τα μύδια, όταν στο άνοιγμα της πόρτας της μικρής σάλας εμ­φανίστηκε το κεφάλι του Έντσο.
«Έφτασα» είπε.
Και εξαφανίστηκε για να εμφανιστεί ύστερα από λίγο με τα μπαρμπούνια. 0 αστυνόμος τα απόλαυσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή τα έτρωγε δύο βήματα πιο πέρα από τον κύριο και διοικητή που πίστευε ότι βρισκόταν στο σπίτι του αγκαλιά με τη λεκάνη της τουαλέτας.
Στις δύο και μισή ακριβώς έφυγε με τον Γκάλλο για τη Φιάκκα. Με το δικό του αυτοκίνητο όμως, επειδή το πρωί είχε υπάρξει κι ένα δεύτερο τηλεφώ­νημα του διοικητή που διέταζε τους πάντες να κάνουν οικονομία στη βενζίνη....................

Γλυκιά και γαλήνια ήταν η νύχτα, χωρίς καθόλου αέρα. Και το φεγγάρι αντί να ταξιδεύει πάνω από τους αγρούς, έπλεε πάνω από τη θάλασσα. 0 χειμώνας ένιωθε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες και είχε αφεθεί στην τύχη του με μια αίσθηση μελαγχολικής γλύκας, γιατί χωρίς την παραμικρή αντίσταση αφη­νόταν να την κυριέψουν μέρες και νύχτες που μύρι­ζαν άνοιξη. Ο Μονταλμπάνο έφαγε, καθισμένος στη βεράντα, ένα γεμάτο πιάτο με πάστα φούρνου που είχε ετοιμάσει η Αντελίνα. Στην πραγματικότητα, εκείνο το πιάτο θα ήταν καλό για μεσημεριανό φα­γητό, αλλά ευτυχώς η Αντελίνα ποτέ δεν ξεχώριζε τα φαγητά σε μεσημεριανά και βραδινά. Και ο αστυνό­μος πολλές φορές πλήρωνε τις συνέπειες. Όπως σί­γουρα θα συνέβαινε εκείνο το βράδυ, επειδή για να χωνέψει την πάστα φούρνου μπορεί να έμενε όλη νύ­χτα ξάγρυπνος.
Μετά σηκώθηκε μ' έναν αναστεναγμό, μπήκε στο σπίτι, κάθισε δίπλα στο τραπεζάκι πάνω στο οποίο είχε αφήσει το γράμμα που είχαν στείλει στον Φίλιπ­πο Μανζέλλα και το διάβασε για τρίτη φορά. ...........
 Στην ταβέρνα του Έντσο έφαγε ελαφρά. Απέφυγε τα ζυμαρικά και έφαγε μόνο λίγα ορεκτικά και τηγανητά μπαρμπούνια. Επέστρεψε στο Τμήμα λίγο μετά τις δύο.
«Καταρέ, πάω στη Φιάκκα. Θα έχω μαζί μου το κινητό επειδή δε θα επιστρέψω το απόγευμα. Αν έχετε κάποιο πρόβλημα, τηλεφωνήστε μου. Θα τα πούμε αύριο το πρωί».
Κατευθύνθηκε προς το χώρο στάθμευσης και συ­νάντησε τον Γκάλλο.
«Είμαι έτοιμος, αστυνόμε».
«Θα πάω μόνος μου στη Φιάκκα, ευχαριστώ».
«Μα γιατί; Θα δείτε ότι δε νυστάζω πια, σήμερα το βράδυ κοιμήθηκα καλά!»..................
  «Πού με πας;»
«Σ' ένα εστιατόριο στην ακροθαλασσιά όπου σερβίρουν μεγάλη ποικιλία από ορεκτικά, όλα θαλασσινά, γι' αυτό σε συμβουλεύω να μην παραγγείλεις πρώτο πιάτο».
«Υπέροχα! Σε πόση ώρα θα φτάσουμε;»
«Σε μισή ώρα θα είμαστε εκεί».
«Είναι κοντά στο σπίτι σου;»
«Δέκα λεπτά».
«Έχεις ωραίο σπίτι;»
«Είναι σε όμορφο μέρος. Η βεράντα του είναι πάνω στην παραλία, όπου περπατάω με τις ώρες».
«Μετά το φαγητό θα με πας να τη δω;»
«Αν θέλεις».
«Θα μου προσφέρεις ένα ουίσκι στη βεράντα»...........................

Καθισμένος στη βεράντα με συντροφιά τη μελαγχολία προσπάθησε να παρηγορηθεί μ’ένα τεράστιο πιάτο καπονάτα. 

Ευκολοδιάβαστο, κλασικός Καμιλλέρι, για όσους διαβάζουν σε λεωφορεία και μετρό και τους αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Κοροβίνης Θωμάς Το αγγελόκρουσμα


Μπορεί η προηγούμενη χρονιά να ήταν αφιερωμένη στον Παπαδιαμάντη με συνέδρια, μελέτες, εικαστικά και άλλα δρώμενα όχι μόνο στη Σκιάθο αλλά και σε όλη την Ελλάδα , εντούτοις η συγγραφή αξιόλογων μελετημάτων δεν έχει κοπάσει. Πρόσφατα διαβάσαμε από τις εκδόσεις Άγρα "Το αγγελόκρουσμα" του Θωμά Κοροβίνη ένα αφήγημα που αναφέρεται στην τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου.Μεταφέρω εδώ από το Βιβλιονέτ : 

Το πεζογράφημα "Το αγγελόκρουσμα: Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου" του Θωμά Κοροβίνη είναι μια αυτοαφήγηση που ξεκινάει την επομένη της Πρωτοχρονιάς του 1911, όταν ο κυρ-Αλέξανδρος αρχίζει να εκμετρεί το ζην, παρακολουθεί όλη τη δοκιμασία του χαροπατημένου και κορυφώνεται δύο νύχτες μετά για να καταλήξει στο "θαύμα" του τέλους αυτού του ανεπανάληπτου θνητού, που έχει αυτοσυστηθεί ως "ξένος του κόσμου και της σαρκός", και ο οποίος παραδίνει την ψυχή του και μας αποχαιρετά κλείνοντας με το ίδιο του το χέρι τα μάτια του.
Το αφήγημα μπορεί να διαβαστεί είτε σε μοναχική αυτοακρόαση είτε μπροστά σε άλλους, ενώπιον του κοινού, ως μονόλογος. Ή να παρουσιαστεί ως πολυπρόσωπη θεατρική παράσταση όπου τους βασικούς ρόλους θα κρατούν οι τρεις πρωταγωνιστές: ο ίδιος ο κυρ-Αλέξανδρος, που ξεδιπλώνει τα αισθήματα, τους λογισμούς, τους απολογισμούς και τα οράματά του καθώς, εξομολογούμενος την τελευταία νύχτα της ζωής του, νιώθει το αγγελόκρουσμα του θανάτου· ο αναγνώστης και ιεροψάλτης, στον οποίο αναλογούν τα χωρία της εξοδίου ακολουθίας και των λοιπών εκκλησιαστικών κειμένων· και έτερος αναγνώστης, ο οποίος διαβάζει τα εμβόλιμα αποσπάσματα από διάφορα πεζά του Παπαδιαμάντη που έχουν διασπαρεί στο κυρίως κείμενο. Συμπληρωματικοί είναι οι ρόλοι των τεσσάρων αδελφάδων του, που παρευρίσκονται διακριτικά στη σκιαθίτικη κατοικία του μελλοθάνατου, καθώς και των φίλων του της Αθήνας και της Σκιάθου, λογίων, συμποτών, ταβερνιάρηδων, βιοπαλαιστών, ιερέων, ξωμάχων, αλλά και των ηρώων των αφηγημάτων του που τον επισκέπτονται απροσκάλεστοι την κρισιμότερη ώρα, όπως η Φραγκογιαννού και οι άλλοι.

 Αντιγράφω δυο τρεις παραγράφους για να μας ανοίξω τη όρεξη:
 
Ήταν η επομένη της Πρωτοχρονιάς του 1911.  Σ' ένα πέτρινο σπίτι στη Χώρα της νήσου Σκιάθου ο παππούς μας ο κυρ-Αλέξανδρος μετρούσε τις αντοχές του στην κορυ­φαία μάχη του βίου, την τελική, αυτήν με τον Άρχοντα του Άδη, όπου από την έκβαση της κα­νείς θνητός στον κόσμο αυτόν δεν εξήλθε μέχρι σήμερα νικηφόρος. Σωνόταν πια το λαδάκι του!
Ξαπλωμένος σ’ ενα στρώμα παλιό, ριγμένο κα­τάχαμα, ακουμπισμένος στη φαρδιά μαξιλάρα που υποστήριζε για καιρό τα αποκαμωμένα του μέλη, φαινόταν σαν να είχε πιάσει κρυφή κουβέντα με ξωτικές δυνάμεις ή σαν να είχε βυθιστεί  στην προσευχή. Είχε πλέον επέλθει ο απόλυτος κάμα­τος της ψυχής και η σχεδόν ακαμψία του σώματος. Ενίοτε άφηνε το βλέμμα του να υπογραμμίζει με πικρή στοργή την όψη και τα παραστήματα των τεσσάρων άδερφάδων του που του παραστέκονταν και την εικόνα του Άι-Γιάννη του Ερημίτη, όπου, μισοτυλιγμένος με την αρνοπροβιά, κοίταζε το περιβάλλον με μιαν ελαφρά επιτίμηση στο καρβουνιασμένο του βλέμμα, ωσάν σε κάτι να έχουν σφάλει τα πάντα. Ενίοτε ο ασθενής χάιδευε με τη ματιά του χαμηλή τη λιτή επίπλωση της κάμαρας μια φθαρμένη ξύλινη τράπεζα, τρεις ψάθινες κα­ρέκλες, ένα σκαμνί, ένα κουμάρι για το νερό και ένα πυρωμένο μαγκάλι. 'Έκαιαν τα κάρβουνα στο μαγκάλι, έκαιαν και κάνα-δυό κούτσουρα στο τζά­κι, κρύο βαρύ. Τον περιέλουε ό προθανάτιος ίδρος, το σύγκρυο. Η ψυχή του αγκιστρώθηκε στο ανα­μνηστικό μιας ανεπίδοτης αγάπης…….
 ...................................................................................
'Αμάρτησα, Κύριε, κατά πνεύμα με μιαν εξα­δέλφη μου, ξεμυαλίστηκα, ομολογώ, με τη Μαχούλα. Αμάρτησα, ναί. Της έδωσα πρόσωπον σε δύο διηγήματα, μάλιστα, «Αμαρτίας φάντασμα » και «Η  φαρμακολύτρια». Τροφή της αμαρτίας αι επαναστάσεις της σαρκός.
<< ...καί είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κι ελούετο... Ηξευρε καλώς να κολυμπά... Ητον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα...Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα. Ήτον νηρηίς, νύμ­φη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μα­γική, η ναυς των ονείρων ».
Ώ, συγκλονίζομαι. Θωρώ εμπρός μια θαμπή μορφή. Ά, τί γυρεύεις εδώ στου μαρτυρίου μου το κρεβάτι, μπρε Γιαννού; Δεν ομιλείς; Ήρθες, φαίνεται, για να με κρίνεις!  -Εσύ φταις, το κρίμα όλο δικό σου, Αλέξανδρε. -Είπα να το συλλογι­στείς, Γιαννού, δεν είπα να το πράξεις. -Δεν το ψήφισα. Σα να 'μουνα κουρντισμένη γι' αυτό. Ό­ταν σε ζώνουν τόσα βάσανα! Γλίτωσαν τα καημέ­να τα θηλυκά, δε βαριέσαι. Ζωή με τόσους πόνους δε φελά. Είμαι πλασμένη εγώ να υπηρετώ « ανώ­τερα πράγματα». «'Αλλά σας ερωτώ : έπρε­πε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια ; Και αν γεννώνται, αξίζει τον κόπο ν' ανα­τρέφονται; » -Απερίσκεπτος ήσουν, έπρεπε καλύτερα να τα ζυγίσεις τα πράγματα. -Τί, δεν ήθελες; Ά, μπά. Δεν σε πιστεύω. Άνταριάστηκα. Έσύ με έσπρωξες, εσύ μου πήρες τα μυαλά. Το χέρι σου ήταν που κρατούσε το χέρι. μου, ανά­θεμα, στην κούνια εκεί, στη στέρνα, στο πηγάδι, Αν προλάβαινα, θα έκανα κι άλλα τέτοια, πολλά, πολλά. -Φύγε, Γιαννού, μη με διώκεις. Σε πήρα στο λαιμό μου, ο τάλας εγώ, σ' έκανα Φόνισσα Φραγκογιαννού κι έτσι θα μείνεις στον αιώνα τον άπαντα, καμένη εσύ, Χαδούλα. Φύγε, φύγε, να λυτρωθώ, ψυχή παραδίνω. Και μη μιλείς, μη βάζεις μαναφούκια και στις άλλες, και σηκωθεί στο πόδι να με κυνήγα καμιά, φέρ' ειπείν, Στρίγ­κλα μάνα.
Χάνω τη λαλιά μου, σβήνει ή ανάσα μου. Άγγελοκρούομαι. ………

Καλή ανάγνωση. Περιμένουμε κι άλλες μελέτες καθώς επίσης τα πρακτικά του Συνεδρίου από τις εκδόσεις Δόμος.