Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Έβερετ Πέρσιβαλ Η θεραπεία του νερού


Ένας συγγραφέας που μου αρέσουνε τα βιβλία του -όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει- είναι ο Πέρσιβαλ  Έβερετ και στα ελληνικά ἐχει κάνει αισθητή την παρουσία του με «ΤΟ ΣΒΗΣΙΜΟ» , «ΟΙ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΙ», «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ» μεταφρασμένα από την Χίλντα  Παπαδημητρίου και τον Λυό Καλοβυρνάς. Κατά συνέπεια, μόλις εντόπισα το φρεσκοτυπωμένο «Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ» μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Αθηνάκη στις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ δεν δίστασα να το αγοράσω, αφού ήμουνα σχεδόν σίγουρος για την αναγνωστική απόλαυση που με περίμενε.

  Ο Ισμαήλ Κίντερ, ένας  επιτυχημένος συγγραφέας ερωτικών μυθιστορημάτων τα οποία εκδίδει με το ψευδώνυμο Εστέλ Γκίλιαμ ζει το δράμα της δολοφονίας της εντεκάχρονης κόρης του και, επειδή δεν τον ικανοποιεί το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης, αποφασίζει να τιμωρήσει ο ίδιος τον ένοχο υποβάλλοντάς τον σε βασανιστήρια στο υπόγειο του σπιτιού του.
«Κατάγομαι από ένα έθνος ηλίθιων καριόληδων και όπως είναι λογικό, τουλάχιστον, αν όχι γενετικά αναπόφευκτο, μια απογοητευτική και αναπόφευκτη σκέψη, πρέπει να είμαι και εγώ ένας ηλίθιος καριόλης….»  
Τα βάζει με την εποχή του Μπους και παραλληλίζει τα βασανιστήρια που υποβάλλει τον υποτιθέμενο ένοχο με το φοβερό Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκράιμπ. Στις σελίδες 49-50 περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο το βασανιστήριο του νερού, όπου σπάνια χάνεται ένα υποκείμενο (=βασανιζόμενος)  από θάνατο και δεν αφήνει σημάδια και ουλές.
«Η ζωή δεν είναι ηρωικά κατορθώματα, αλλά μικρά, σχεδόν ασήμαντα φταρνίσματα του χρόνου, ένας λιλιπούτειος λόξιγκας των πραγμάτων που μπορεί ή όχι να θυμόμαστε, μπορεί ή όχι να έχουμε επιλέξει να θυμόμαστε. Είναι πάντα θέμα πλαισίου, πλαισίωσης του θέματος.»
Ο ήρωας είναι θύτης και θύμα ταυτόχρονα, τρελός από πόνο για το χαμό της κόρης του, παρουσιάζεται ως ένας άξεστος βάρβαρος αλλά και ένας λεπτολόγος χειρουργός υπάλληλος της CIA.
Αυτό που θα δυσκολέψει ίσως τον αναγνώστη που είναι συνηθισμένος στη γραμμική αφήγηση, είναι τα μοντερνιστικά και μεταμοντερνιστικά στοιχεία, η παρουσία αποσπασμάτων και σχολίων από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη γλωσσολογία. Αποσπάσματα από τους: Θαλής , Αριστοτέλης, Ηράκλειτος, Πλάτωνας, Πρωταγόρας, Πυθαγόρειοι, σοφιστές, Λεύκιππος, Επίκουρος αλλά και Χιουμ και Βιτγκενστάιν, Χομπς , Μπέκετ, Χαμπερμάς και Σοσσίρ.. Και γεύσεις από Λογοτεχνία: Τζόναθαν Σουίφτ, Λώρενς Στερν. Και Μόμπι Ντικ και Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Τρίστραμ Σάντι και δε συμμαζεύεται.

Απαιτητικό μυθιστόρημα που το απολαμβάνει κανείς νιώθοντας τη ...θεραπευτική λειτουργία του νερού. Ο Έβερετ είναι ένας μάστορας της πένας και ο Δημήτρης Αθηνάκης πρέπει να τράβηξε του Χριστού τα πάθη για να το μεταφράσει. Εντόπισα σημεία και λέξεις που ολοφάνερα το αποδεικνύουν. 
Είναι σίγουρα ένα εξαιρετικό βιβλίο αλλά , αν κάποιος δεν έχει ξαναδιαβάσει Πέρσιβαλ Έβερετ, θα πρότεινα να διαβάσει πρώτα "Το σβήσιμο".














Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Χρόνια πολλά στους βιβλιόφιλους με Everett "Η θεραπεία του νερού"



  23 Απριλίου σήμερα και γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Η μέρα που οι άντρες στη Βαρκελώνη χαρίζουν στην αγαπημένη τους ένα τριαντάφυλλο και εκείνη τους προσφέρει ένα βιβλίο. Ο έρωτας που θα μείνει παντοτινός. Η αγάπη που στην περίπτωση των βιβλίων  είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. 
Δείχνοντας την αγάπη που τρέφουμε για τα βιβλία παραθέτω εδώ απόσπασμα από την πρώτη σελίδα του βιβλίου που διαβάζω: Είναι το τελευταίο του αγαπημένου συγγραφέα Percival Everett "Η θεραπεία του νερού", μετάφραση: Δ. Αθηνάκης, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. 
Διαβάστε το αργά, απολαύστε την κάθε φράση.





" ..Αυτές οι σελίδες είναι η ομολογία μου. Είμαι ένοχος όχι για τις πράξεις μου, τις οποίες ομολογώ αυθορμήτως, αλλά για τη συναίνεση, την παραδοχή μου, πως εκτέλεσα αυτές τις πράξεις όχι μόνο σκόπιμα και προμελετημένα, αλλά με ζή­λο και παράφορα και πρόθεση, πάνω απ' όλα με πρόθεση, πράγμα που διατυπώνω ξεκάθαρα, χωρίς δικαιολογίες ή επιφυλάξεις, κι έτσι, δεν με θεωρώ παρά σύμβολο, ένα κα­θαρό σύμβολο και, όπως κάθε σύμβολο, είμαι αδιάφορος απέναντι στη φύση του πράγματος το οποίο ορίζω ή, ελλεί­ψει καταλληλότερης λέξης, δηλώνω, καθώς ξύνω το ξεραμέ­νο αίμα κάτω απ' τα νύχια μου, με τη φωνή μου τραχιά και βραχνή απ' την αχρηστία, αφού, ανεξάρτητα απ' το πόσο συγκροτημένη είναι η ομολογία μου, χρειάζονται κάποιες λέξεις για να την αρθρώσω, η αλήθεια πάντοτε χρειάζεται λιγότερες λέξεις, και σε γενικές γραμμές μικρότερες λέξεις, απ' ό,τι τα ψέματα και οι μισές αλήθειες, που ποτέ δεν ονο­μάζονται μισά ψέματα, κι αυτό είναι εποικοδομητικό, με τον τρόπο που τόσα πράγματα είναι εποικοδομητικά, και όλα επιστρέφουν σ' αυτή την αδιαφορία απέναντι στο ρη­τώς εκπεφρασμένο, στον τρόπο που τα ουσιαστικά και τα ονόματα συμπεριφέρονται ανάρμοστα και καθιστούν το νόημα ασαφές, στον τρόπο που η γλώσσα αντιστέκεται στο σφίξιμο της βίδας και στην αποτύπωση του σχήματος και στον τρόπο που η γωνία της πρόσπτωσης συμπληρώνει τη γωνία της ανάκλασης: η γλώσσα, σ' όλο της το χάος, λαχταρά μιαν αξιοπρεπή οπτικοποιημένη μεταφορά, προκειμέ­νου να τη συνδέσει με τον κόσμο έναντι του οποίου είναι τόσο αδιάφορη. Η ειλικρινής απάντηση στην ερώτηση σου είναι συντομότερη από το ψέμα. Το 'κανες; Το 'κανα."


Χρόνια πολλά καλές αναγνώσεις και θυμηθείτε: Τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν ως βιβλίο.

Οι δυο τελευταίες φωτογραφίες είναι από φωλιά που κάνανε τα περιστέρια σε ένα παράθυρο στο σχολείο μου. Εδώ φωλιάζει η γνώση.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Βγήκε και το τρίτο βιβλίο του 1Q84 του Μουρακάμι


Ενώ στην Ελλάδα κυκλοφόρησε ο τρίτος και τελευταίος τόμος του  IQ84 του Ιάπωνα Χαρούκι Μουρακάμι, στη χώρα του κυκλοφορεί ήδη το νέο του μυθιστόρημα,  με τον τίτλο Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι που τυπώθηκε στο ιλιγγιώδες πρώτο τιράζ των 600.000 αντιτύπων. 
Για τους πιστούς αναγνώστες παραθέτω παρακάτω το κείμενο από το οπισθόφυλλο του φρεσκότατου τρίτου τόμου που περιμέναμε όσοι δεν διαβάζουμε λογοτεχνία σε άλλη γλώσσα:

Στις λεπτομέρειες συναντιόμαστε, μέσα στους πέντε δρόμους ή στις πέντε γραμμές, στο πεντάγραμμο μιας μεθυσμένης τζαζ κατά το σούρουπο.
Στις ξεκούρδιστες νότες, τις ασύντακτες, βρισκόμαστε, στα μικροπράγματα ερωτευόμαστε, στα ασήμαντα πράγματα.
Κυλιόμενες σκάλες, μια ρωγμή στο μετρό, παντόφλες, πιτζάμες, ένα βάζο τουρσί στο ψυγείο, το σάντουιτς, ένα παλιό αγαπημένο βιβλίο, το μαχαίρι, το όπλο, η παιδική ηλικία, το σχήμα του στήθους σου, οι φωνές στο κεφάλι, χο-χο, μια παρέλαση, μια κραυγή, μια απορία, ξαπλωμένη στην ήβη μια ζεστή αγωνία.
Με κάτι τέτοια υλικά σκαρώνουν το χάρτη τους για να βρεθούν ο Τένγκο και η Αομάμε. Μα ώσπου να σμίξουν, σμίγει ο χρόνος με τον τόπο, το ημερολόγιο με το χάρτη, η κλεψύδρα με την πυξίδα, σμίγουν, τρελαίνονται, γίνονται ο αληθινός εαυτός τους και ανατινάζονται σε δυο χλωμά και πράσινα φεγγάρια από χαρτί.
Και δεν τελειώνουν, ποτέ.
Ούτε το αριστουργηματικό magnum opus του Χαρούκι Μουρακάμι τελειώνει, όχι στ’ αλήθεια. Απλώς, η αφήγηση χαμηλώνει το βλέμμα και κρύβεται έτσι όπως της αρέσει να κάνει, κρύβεται ανάμεσα στο μέγα Ποτέ και το μικρότατο Πάντα, ανασαίνει, νοσταλγεί, ονειρεύεται και σωπαίνει θριαμβεύοντας ερωτικά, αδιάλλακτα. Μετά, ξεσπιτώνεται πάλι και βγαίνει στους δρόμους, φιλέρημη, απορημένη, ερωτόληπτη, η αφήγηση βγαίνει στο αδέξιο πεντάγραμμο της τζαζ και συνεχίζει, και  συνεχίζεται.
Κι έτσι ανταμώνουμε, κι έτσι ερωτευόμαστε πάλι…

Χρόνο θέλω για διάβασμα !!!

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Γιάννη Μακριδάκη Του θεού το μάτι


Διαβάζοντας την τελευταία νουβέλα του Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη με τίτλο «Του θεού το μάτι» ( Εκδ. Εστία) βάλθηκα να αποδελτιώνω αποσπάσματα που κάλλιστα θα μπορούσαμε οι εκπαιδευτικοί να χρησιμοποιήσουμε στην τάξη ως παράλληλα κείμενα συζητώντας με τους μαθητές μας για την καταστροφή της φύσης και την ανάγκη προστασίας της, τα μεταλλαγμένα και τη διαμόρφωση οικολογικής συνείδησης.

Στη νουβέλα του Μακριδάκη ο ήρωας Θόδωρος Πεπόνας φτιάχνει ένα σκιάχτρο για να προστατέψει τα φυτά του, συνομιλεί μαζί του θίγοντας τα κακώς κείμενα και σχολιάζει την κρίση που βιώνουμε, ελπίζοντας να είναι περαστική. Για τους λάτρεις της αφήγησης θα λέγαμε πως πρόκειται για έναν συνεχή εσωτερικό μονόλογο.     
«Μέσα κει βάζω τα σποράκια μου. Ντομάτα, μελι­τζάνα, πιπεριά, ντοματάκι άνυδρο, αγγούρι, ξυλάγγουρο, καρπούζι, πεπόνι, κολοκύθι. Αυ­τά είναι όλα κι όλα. Κάθε χρόνο βαστώ και­νούριο σπόρο. Για να βγάλω τα φυντάνια απ' την αρχή. Διότι είναι από γενιά καλή και δεν θέλω να χαθούνε. Τους είχα κρατημένους από τον συχωρεμένο τον πάππου μου κι εκείνος από τον δικό του. Άνω από εκατό χρόνια δηλα­δή μπαίνουνε σε τούτα τα χώματα. Βάλε τώρα συ με τον νου σου, να δεις. Γι' αυτό τους φυλάω σαν τα μάτια μου. Και μόνο αυτούς βάζω, τίποτ' άλλο. Διότι έτσι είμαι εγώ σε όλα μου, Διομήδη. Παραδοσιακός. Δεν μ' αρέσει καθό­λου να τ' αφήνω αυτά που 'μαθα κι αυτά που 'κάνα σ' όλη μου τη ζωή και να βάζω πλώρη γι' αλλού. Γι' αυτό με λένε προσκολλημένο στο κόμμα τούτοι δω οι επαναστάτες τώρα τελευ­ταία. Κι αυτό δεν είναι τίποτα. Να με λέγανε μονάχα αυτό, ποιος τη χάρη μου. Να δεις βρι­σιές και ειρωνείες που τρώω, Διομήδη, να με λυπηθεί η ψυχή σου. Τέλος πάντων, κάνω υπο­μονή, τι να πεις, μπόρα είναι τούτ' η κρίση και θα περάσει, έτσι σκέφτομαι.»
  Βλέποντας τα πουλιά τριγύρω σχολιάζει:  
«Τα πουλιά είναι του Θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά».
Τα βάζει με τους συντοπίτες του που προτιμούν τα υβρίδια και έχουν ξεχάσει τους ντόπιους σπόρους θυμίζοντάς μας τα παιχνίδια της Μοσάντο. Η παραγωγή του μικρή δεν έχει σκοπό να κάμει εμπόριο ή να ταΐσει όλον τον κόσμο.
 «Που λες, με αυτά τα αγοραστά φυτά, όλες αυ­τές τις καινούριες ποικιλίες, που 'χουνε βγει τα τελευταία χρόνια, δεν ανακατεύομαι καθό­λου. Δεν μ' αρέσουνε αυτά τα πράματα. Αυτά είναι που καταστρέψανε τη γεωργία, Διομήδη, αυτά τα υβρίδια. Και μάθανε όλοι εδώ πια να δουλεύουνε μόνο με τέτοια. Στο άψε σβήσε τα μάθανε, οι κερατάδες. Μόνο άμα είναι για ζη­μιά μαθαίνουνε στα γρήγορα. Άμα είναι για να μάθουνε κάτι χρήσιμο, σου λένε δεν μπορώ, το κεφάλι μου δεν χωρεί πια τίποτα μέσα. Στη ζημιά όμως, πρώτοι και καλύτεροι. Πιάσανε τα υβρίδια και παρατήσανε όλους τους σπό­ρους τους δικούς μας. Τους πετάξανε. Τους χάσανε. Πάνε αυτοί. Να 'ταν κι άλλοι! Ενα χω­ριό ολάκερο, και μόνο εγώ τους έχω κρατημέ­νους και τους συνεχίζω. Κι όλοι μ' έχουνε για παράξενο άνθρωπο, Διομήδη, για οπισθοδρο­μικό. Εκτός από τούτους τους αρμπάνηδες τους γειτόνους μου, που 'ρχονται κάθε χρόνο τέτοια μέρα και τους δίνω φυντανάκια, όλοι οι άλλοι στο χωριό με κορόιδεύουνε στο καφε­νείο. Βάλε, βρε, κάνα αγοραστό φυτό να κά­μεις παραγωγή, έτσι μου λένε. Που κάθεσαι και παιδεύεσαι όλο τον χειμώνα να βγάλεις φυντάνια, για να σου δώκουνε από πέντε μελι­τζάνες και πέντε ντομάτες. Βάλε τα καινούρια να δεις καρπό. Κάθε τέτοια εποχή που φυτεύουνε τους μπαξέδες, τα ίδια και τα ίδια μου λένε. Ηθελα να 'ξέρα, δεν βαρεθήκανε; Εγώ κάνω πια πως δεν τους ακούω, Διομήδη. Κου­βέντα δεν τους λέω πια. Αυτοί έχουνε αποχαλαστεί, έχουνε γίνει πια όλοι τους της γιαλαντζί γεωργίας. Ακου, δεν τους αρέσουνε πια οι σπόροι που θρέψανε γενιές και γενιές διότι δεν κάνουνε, λέει, μεγάλη παραγωγή. Κούνια που σας κούναγε, ακαμάτηδες. Και γιατί βά­ζεις, ρε, πέντε μελιτζανιές και περιμένεις να φας; Γιατί να μη βάλεις δεκαπέντε, είκοσι, να 'χεις όση παραγωγή θες; Τόσα χωράφια έχεις, τόσος κάμπος, πέλαγος ολάκερο. Σάματις φαΐ σού ζητούνε τα φυτά; Μόνο κοπριά και νερά­κι. Μα ακαματέψανε οι άνθρωποι, Διομήδη, τη βολή τους γυρεύουνε μόνο και τίποτ5 άλλο. Χάσανε και τους σπόρους, χάσανε και την όρεξη που είχε ο κηπουρός να βγάλει τα φυτά του, να διαιωνίσει τα είδη του. Μάθανε να τα βρίσκουνε έτοιμα, κατάλαβες; Να τα παίρ­νουνε από δω κι από κει και να τα μπήγουνε στη γης. Για να τρώνε ύστερα κολοκύθι και να μην ξέρουνε από πού βαστά η φύτρα του. Άσε πια τα φαρμάκια που τα ταΐζουνε. Αυτό μην το συζητάς καθόλου. Κάθε μέρα με τη ραντιστήρα στο χέρι, με τον υγρό θάνατο. Εγώ δεν τα μπορώ όμως αυτά τα πράματα, Διομήδη, καθόλου δεν μ' αρέσουνε. Εγώ θέλω να ξέρω το γενεαλογικό του σόι, του κάθε μου φυτού. Να 'μαι σίγουρος δέκα γενιές πίσω. Κι ούτε φαρμάκια ούτε τίποτα. Εξόν από θειάφι του Θεού κι από σαπούνι πράσινο με οινόπνευμα. Για τις μέλερες. Τίποτ' άλλο. Όσα φάει το μα­μούνι κι όσα φάω εγώ. Δεν με νοιάζει. Αλλιώς, τι να το κάμω; Αλλιώς δεν βάζω καθόλου φυ­τά. Πάω κι αγοράζω από τον μανάβη και τρώω. Να μην κάνω και τόσους κόπους. Αλλά εμένα μ' αρέσει, Διομήδη, η δουλειά απάνω στη γης, γι' αυτό την κάνω. Ξανανιώνω κάθε χρόνο. Μόνο που βλέπω πως από 'να τόσο δα σποράκι, που δεν το πιάνει ούτε το μάτι σου, εγώ βγάζω φυτό, το μεγαλώνω, το κάνω να χαίρεσαι να το βλέπεις, κι αυτό μου δίνει τα παιδιά του για να τραφώ και να ζήσω, μόνο αυτό το θάμα του Θεού να βλέπω κάθε χρόνο, μου φτάνει. Χόρτασα. Τίποτ' άλλο δεν θέλω. Γι' αυτό βάζω τα δικά μου σποράκια, κατάλαβες; Κι ας κάμνω λίγη παραγωγή. Τι με νοιά­ζει; Από τη στιγμή που εμένα μου φτάνει, τι τα θέλω τα πιότερα; Αφού τρώμε εμείς, τρώνε και οι κοκόνες που 'ρχονται το καλοκαίρι και κάθουνται εδώ μαζί μας, ξεραίνουμε και χίλια δυο για να 'χουμε να τρώμε τον χειμώνα, τι άλ­λο παραπάνω θέλω; Ούτε εμπόριο έχω σκοπό να κάμω ούτε να ταΐσω τον κόσμο όλον.»
Και σχόλια για τον άνθρωπο της πόλης που ως τραγικό πρόσωπο βιώνει όλο αυτό το δράμα. Ύβρις, Τίσις, Νέμεσις.
….. ανίδεε Αθηναίε, που κάθεσαι μες στην πολιτεία και σε ταΐζουνε καρκίνους. Σά­ματις και τούτοι δω δεν τρώνε καρκίνους. Επειδή τα βάζουνε στο χωράφι τους. Κούνια που σας κούναγε, ζωντόβολα. Κι ο Αθηναίος δεν ξέρει πια τι να τα κάμει τόσα πράματα που του δίνουνε. Και ντρέπεται ο άνθρωπος, δεν ξέρει με τι τρόπο να τους απογυρίσει. Αφού του 'χουνε δοσμένα άλλοι τόσοι. Στο τέ­λος όλοι τα πετούνε, Διομήδη. Όλοι μπουχτι­σμένοι είναι από την ύβρη. Από την ύβρη, ναι. Που πήγε ο άνθρωπος να παραστήσει τον Θεό και να φτιάξει υβρίδια. Αφού σου 'δώσε ο Πα­ντοδύναμος τόσα είδη, βρε αναθεματισμένε, όλης της γης τα αγαθά και τα ελέη σου 'δώσε, τι θες να κάμεις και δικά σου; Αχάριστε, ε, αχάριστε. Κανόνισε να διαιωνίσεις αυτά που σου 'δώσε, που δεν είσαι άξιος για τίποτα, κι άσε τις μπαγαποντιές. Μπορείς να κοροϊδέ­ψεις, ρε, τη φύση και να βγεις κερδισμένος; Εί­ναι ποτέ δυνατόν; Να βελτιώσει, λέει, τις ποι­κιλίες του Θεού. Κούνια που σε κούναγε.
Αναφέρεται στην πολιτική κρίση της Ελλάδας και την κατάντια που είναι συνάρτηση της ακυβερνησίας και την μη τήρηση των εντολών της Ευρώπης καθώς και τους κινδύνους που μας περιμένουν:
  «Για βάλε με τον νου σου να μείνει ακυβέρνητος ο μπαξές. Σε μια βδο­μάδα θα 'χει γίνει να σιχαίνεσαι να τον βλέπεις. Τα χορτάρια θα πνίξουνε τα φυτά, ύστερα θα πιάσουνε να ξεραίνουνται όλα μαζί, οι ποντι­κοί θα χορεύουνε μέσα, θα πλακώσουνε και οι όχεντρες ύστερα από τους ποντικούς και σιγά σιγά, άμα συνεχιστεί για πολύ αυτή η κατά­σταση, το μούρκι θα γίνει ζούγκλα. Θα πιάσει ο γίγαντας να ρίχνει σπόρους και να φυτρώνουνε παντού δρυδακια και σε δυο χειμώνες δεν θα μπορείς ούτε μέσα να μπεις ούτε απ' όξω να περάσεις. Τέλος οριστικό. Αυτά έχει η ακυβερνησία, Διομήδη. Έτσι θα την καταντήσουνε και την καψερή την Ελλάδα μας, άμα συνεχίσουνε να βαστούνε το ίδιο κεφάλι όλοι αυτοί. Και δυστυχώς, με τα μυαλά που βλέπω πως κρατούνε τούτοι εδώ που 'χω μες στα πο­δάρια μου, δεν έχω ουδεμία ελπίδα, Διομήδη. Ουδεμία, δυστυχώς. Τίποτα καλό δεν πρόκει­ται να δούμε, άκου με που σου λέω, τα σημά­δια δείχνουνε τα μαντάτα κατάμαυρα. Κι ας αγωνίζεται ο πρόεδρος μας για να τους συμ­μορφώσει, να τους κρούει τον κώδωνα του κιν­δύνου κάθε μέρα, να τους λέει πως πρέπει να συνεργαστούνε όλοι μαζί και να εφαρμόσουνε τις εντολές της Ευρώπης, διότι αλλιώς θα μας πετάξουνε οι εταίροι μας απ' όξω και όλες οι θυσίες μας θα πάνε χαμένες. Τίποτα αυτοί. Το ξερό τους το κεφάλι δεν νιώθει το παραμικρό. Μόνο κούφια λόγια κι επανάσταση ξέρουνε να λένε, Διομήδη. Φιρί φιρί το πάνε για να γίνει εδώ μύλος. Να πεθάνουμε όλοι.»
Όπως στα προηγούμενα βιβλία του συμπλέκει και εδώ την αφήγηση με ένα πολιτικό γεγονός, συγκεκριμένα τις περασμένες εκλογές και τη συνειδησιακή κρίση πολλών ψηφοφόρων. Ο Πεπόνας παλιός και αμετανόητος Πασόκος μένει πιστός στην παράταξη που τον εξέθρεψε και βόλεψε σε θεσούλα το γιο του,  παρά τον πόλεμο που του κάνουν οι γύρω του πιέζοντάς τον να ρίξει μαύρο στο κόμμα ή να μην ψηφίσει και να λέει πως ψήφισε. Πώς όμως θα κρυφτεί από τα πουλιά που είναι το μάτι του Θεού; Αυτά  θα ξέρουν την ανομία του και θα του την κοπανάνε όλη του τη ζωή.
Κάπου υπάρχει και ένας αναρχικός που λειτουργεί ως φωνή της συνείδησης και νομίζω πως είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που άφησε την πόλη, πήγε στη Χίο και προσπαθεί καλλιεργώντας τοκτήμα του να ξεφύγει από τα γρανάζια του συστήματος.
«Μου ᾿λεγε πως ήθελε να παράγει ο ίδιος το φαΐ του και να μην πληρώνει για να το βρίσκει.»
Μια αξιόλογη και απολαυστική νουβέλα από αυτές που ο συγγραφέας μας έχει συνηθίσει. Θα μου πείτε μια από τα ίδια; Έχει να μας πει κάτι καινούργιο; Μήπως επαναλαμβάνεται; Θα απαντούσα ανερυθρίαστα πως τα θέματα που πραγματεύεται δεν εξαντλούνται έτσι εύκολα, είναι τα μεγάλα ζητήματα της ζωής και έχουμε ανάγκη όλες τις φωνές.
«Τέλος πάντων ό,τι μπορείς κάμνε εσύ εδώ, κι ό,τι γλυτώσουμε γλυτώσαμε.»

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Αν--έστιοι και πλάνητες

Για τους ανθρώπους που σπούδασαν στις σχολές κοντά στη Σόλωνος το βιβλιοπωλείο της Εστίας ήταν ένας χώρος οικείος που προσέφερε θαλπωρή και ικανοποίηση, ένα καταφύγιο ιδεών. Όσο κι αν στην πορεία οι αγορές μας γίνονταν από άλλα πιο εκσυγχρονισμένα βιβλιοπωλεία με νέους υπαλλήλους ενημερωμένους στη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή ενώ η Εστία ταυτιζότανε με τη συντήρηση, δεν σταματήσαμε ποτέ να την επισκεπτόμαστε και να αγοράζουμε βιβλία και παλιότερα τεύχη περιοδικών που δε βρίσκαμε αλλού.

Σήμερα η εξωτερική προθήκη με τα βιβλία είναι άδεια, η τζαμαρία καλυμμένη με χαρτί που δεν επιτρέπει την κατόπτευση του εσωτερικού και μια ανακοίνωση την οποία ο περαστικός κόσμος διάβαζε. 

Κατηφορίζω τη Σόλωνος, φωτογραφίζω ένα σύνθημα εξω από τη Νομική, 

απολαμβάνω τους χριστιανούς που παίρνουνε αγιασμό -πρώτη του Απρίλη σήμερα- από το εκκλησάκι πίσω από το Πνευματικό Κέντρο. Προσπαθώ να θυμηθώ τα τελευταία βιβλία που αγόρασα από την Εστία. Ήταν ο Θουκυδίδης σε μετάφραση Σκουτερόπουλου και τα Στασιωτικά του Μπλάνα.

Πρωταπριλιά σήμερα θυμούμαι τους στίχους της Δημουλά από το Λίγο του κόσμου: 
Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
.... Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια/ πως είναι Aπρίλης.Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων./Eμένα μ' εξαπατούνε οι θεοίκάθε που αλλάζει ο καιρός,/κάθε που δεν αλλάζει./Mη γελάς.Έαρ δεν γίνεται/ με ρίμες /ήλιοι-Aπρίλιοι,/ ήλιοι-Aπρίλιοι, / ομοιοκατάληκτες στιγμές,χρόνος χρωμάτων,/στρέμματα φωτός,/χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν..... και όλα τ' άλλα τρόποι /για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια. Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,/στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.
                                   

Απολαμβάνω τα χρώματα στα λουλούδια δίπλα στο άγαλμα του Παλαμά και περνώντας απέναντι κατεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλοπάτια ενός άλλου βιβλιοπωλείου . Ανεβαίνω με το φθινόπωρο του Βαλάντερ ( Μανκέλ), το ερωτικό καλοκαίρι ( Ιβάν Κλίμα), ένα Εμβόλιμον από τα άσπρα σπίτια αφιέρωμα στο Μάρκο Μέσκο,και το με τέσσερα χέρια του Τάιμπο. Η ζωή συνεχίζεται για μας τους ανέστιους και πλάνητες.