Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία

Σπουδαίο  αυτοβιογραφικό κείμενο του 19ου αιώνα μιας μαχητικής γυναίκας  σε μια εποχή δύσκολη για γυναικείους αγώνες που παραμένει στη "φυλακή" του πατρικού σπιτιού, ένα κείμενο που περιγράφει ένα και μόνο ζήτημα: τη δίψα της γνώσης και τα εμπόδια που συναντούσε. Η Ελισάβετ Μουτζάν  εξιστορεί  τον αγώνα  της για τα "γράμματα", καθώς υποτασσόταν σε ένα γάμο κανονισμένο από άλλους.

  Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου χρήσιμα για τη διδασκαλία της α΄ ενότητας στη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α΄ΛΥΚΕΙΟΥ (τα φύλα στη Λογοτεχνία) :
 
  Έως τούτον τον καιρόν, δηλαδή έως τον όγδοον χρόνον της ζωής μου, εγώ δεν εγνώριζα ακόμη το αλφαβητάρι. Η μητέρα μου επιθυμούσε να πάρη διδάσκαλον δια να με μάθη γράμματα, και  καθώς μου λέγει τώρα, ήκουε μεγάλην θλίψιν οπόταν εστοχάζετο μη τύχη και μείνω τελείως αγράμματη. Επιθυμούσεν, είπα, να πάρη διδάσκαλον, αλλ' αύτη η ταλαίπωρος δεν είχε καμμίαν εξουσίαν και δεν ημπορούσε να διάταξη τα πράγματα της φαμηλίας της καθώς ήτον εις την αρέσκειάν της. Η μάμμη μου είχε την επιστασίαν εκεί­νων των πραγμάτων όπου περικλείει ο οίκος, ο θείος μου είχε και έχει την επιστασίαν και την έξουσίαν των ακινήτων υπαρχόντων, ο πατέρας μου εφρόντιζε δια τας πολιτικάς υποθέσεις και δια τας οικιακάς δεν είχε καμμίαν έγνοιαν, όθεν η μητέρα μου είχε την επιστασίαν της ανατροφής των παιδιών, αλλά τα μέ­σα της έλειπον. Το μέσον δια να τον πληρώνη ημπο­ρούσε νά το έχη, αλλά το μέσον δια να πάρη τούτον τον διδάσκαλον, πώς ημπορούσε να το εύρη; Το σπήτι μας είχε (καθώς και ακόμη έχει) εκείνο το παλαιόν, βάρβαρον και αφύσικον και απάνθρωπον ήθος, όπου θέλει ταις γυναίκαις ξεχωρισμέναις από την ανθρωπίνην εταιρίαν. Έξ αιτίας τούτου του κακοτάτου ήθους, αυτή ευρίσκετο χωρίς καμμίαν γνώρισιν και να πάρη άνθρωπον όπου δεν εγνώριζε μήτε αυτή το ήθελε, μή­τε η επίλοιπη φαμήλια. Εστοχάσθη λοιπόν νά μου δείξη αυτή η ιδία εκείνα τα ολίγα γράμματα, όπου ήξευρεν, όθεν μου ήγόρασε μίαν φυλλάδα, και άρχισε κάθε βράδυ να μου καππακίζη το « Αγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». ……….
    Ο διδάσκαλος οπού άνωθεν είπα, μου είχεν εμπνεύσει μεγάλον ζήλον δια τα γράμματα, αυτός αφ' ου είχε μου δώκη μάθημα, εκάθητο και μου ερμήνευε την Θεοσέβειαν, και όλαις εκείναις ταις άλλαις αρεταίς όπου πρέπει να έχη ο άνθρωπος μάλι­στα δε ο Χριστιανός, έπειτα εκάθητο και μου εγκω­μίαζε την σπουδήν, και μαζύ με αυτήν, εκείνους οπού την έχουν, και οπού την ζητούσι. Τούτος ο σεβάσμιος ιερεύς γνωρίζωντας πως δεν ήτον πλέον αρκετός να μου δώση περισσότερα γράμματα από εκείνα οπού μου έδωσεν, είχεν είπη πολλαίς φοραίς του πατρός μου να μου εύρη ένα διδάσκαλον έπιτήδειον δια να με μαθητεύση, αλλ' αυτός δεν τον ήκουσε, διότι είχεν εκείνην την παλαιάν βάρβαρον γνώμην, η οποία θέλει να μη μαθαίνουν οι γυναίκες πολλά γράμματα. ……
    Έως τόσον απερνούσα πολλά καλά εις τα Πηγα­δάκια. Εγώ δεν είχα κανένα πράγμα οπού να με ενοχλήση, και η ώραις οπού εκεί απερνούσα ήσαν τη αληθεία ώραις εύτυχισμέναις. Επήγαινα μαζύ με τους γονείς μου εις την εκκλησίαν, οπού είχα να υπάγω ν' ακούσω λειτουργίαν από όταν ήμουν οκτώ χρόνων, εύγαινα και επήγαινα εις περιδιάβασιν, εύγαινα και εκαθόμην έξω από την θύρα του σπητίου, επρόβαινα εις το παρεθύρι. Όλα ταύτα είναι το ουδέν εις άλ­λους, αλλ' εις έμενα όπου ήμουν πάντοτε κλεισμένη εις ένα  σπήτι, ήτον μεγάλον πράγμα……
     Ένα βιβλίον οπού ονομάζεται Fior di Virtu,  δηλαδή Άνθος Χαρίτων, έχει το κείμενον μεταγλωττισμένον εις την εδικήν μας ρωμαϊκήν γλώσσαν, όθεν εγώ εδιάβαζα εις τούτο καμπόσα λόγια ιταλικά, έπειτα εκοίταζα την εξήγησιν και τοιούτης λογής τα εμάνθανον πολλά εύκολα. Μία τέτοια σπουδή με ηνάγκασε ν' αφίνω το εργόχειρόν μου και να καταγίνωμαι εις αυτήν. Τούτο εκακοφάνηκε της μητέρας μου και της μάμμης μου και άρχισαν να με εμποδίζουν. Το εμπόδισμα αντί να μου σβύση την επιθυμίαν της μαθήσε­ως περισσότερον μου την ανάπτει …….
        Ο πατέρας μου καθώς άνωθεν είπα είχεν ακόμη εκείνην την παλαιάν γνώμην του τόπου οπού δεν ήθελεν εις τα κοράσια πολλά γράμματα, όθεν νομίζω πως δεν  έβλεπε με καλόν μάτι τον διδάσκαλον  οπού ήρχετο να μου δίδη μάθημα και  μιαν βραδιάν αναφέρωντας τον η μητέ­ρα μου, Και τί (της λέγει) έρχεται να της μάθη επιστήμαις; Ό λόγος ήτον με στομάχι, εγώ οπού ήμουν έξω εις την άλλην κάμεραν τον ήκουσα, και ησθάνθηκα τον εαυτόν μου καταδαφισμένον. Μ' έπιασεν ένας μεγάλος φόβος μην ήθελε με εμποδίσει από την σπουδήν, έκραξα τότε την μητέρα μου, της κάμνω γνωστήν την μεγάλην μου στενοχωρίαν, αύτη με περνά με λό­για και ευγαίνει από την κάμεραν, εγώ μνέσκω μο­νάχη και στρέφωντας τα μάτια μου εις μίαν εικόνα της Θεομήτορος αρχινώ να την παρακαλώ εκ καρδίας να ήθελε μου δώκη την χάριν να νικήσω όσα εμπόδια μου επρόβαιναν εις την σπουδήν και να ήθελε με αξιώσει να γίνω ένα καιρόν ωφέλιμη εις την ανθρωπίνην εταιρίαν. Την άλλην ημέραν η θλΐψις μ' έκαμε να πάρω μίαν όψιν αχαμνήν, η μητέρα μου φοβείται δια την υγείαν μου όθεν με παρηγορά λέγωντάς μου πως ήθελε ομιλήσει με τον πατέρα μου περί τούτου, ωμίλησε, και αυτός της είπε πως δεν ήθελεν εμποδίσει τον διδάσκαλον από το να έρχεται να μου δίνη μάθη­μα. Διά το όποιον πράγμα εγώ ησύχασα..….
      Εις τούτον τον καιρόν η υπανδρεία άρχισε να μου ανοστίζη. Εγώ αγκαλά και πάντοτε εις το σπήτι  κλεισμένη, από εκείνα τα ολίγα υποκείμενα τα οποία ημπορούσα να ιδώ αγροί-  κουσα να λέγουν βάσανα και πάθη και όλα δια ταις υπανδρευμέναις, προς τούτοις μία εξα­δέλφη μου πρώτη και μία δεύτερη, κοράσια με φρονιμάδα, με ευμορφίαν, με ευγένειαν, και με καλόν προικιόν υπανδρεύθηκαν και απερνούσαν την πλέον χειρότερην ζωήν, οπού ημπορεί να περάση γυναίκα εις τον κόσμον. Δεν φθάνει τούτο, μία βραδιά η μητέρα μου μου έδωκε να περάσω ένα σειρήτι από ένα βρα­κάκι του αδελφού μου του μικρού, εγώ δεν εκατάλαβα πως απερνούσε και το επέρασα κακά, όθεν θυμόνει (δεν λέγω πως είχεν άδικον) και ονειδίζωντάς με μου λέγει πως δεν είμαι καλή δια τίποτες, πως δεν είμαι δια κόσμον, πως δεν είμαι δι' άλλο, παρά δια να γίνω καλογραία. Εγώ δεν της είπα τίποτες, παρά επήγα εις την κάμεράν μου εκλείσθηκα και εκεί έδωκα αρχή και τέλος εις ένα μεγαλότατον θρήνον. Ο λόγος της μητρός μου ήτον λόγος του αέρος, αλλ' εγώ εστοχάσθηκα πως μία κάποια θεία έμπνευσις την έκαμε να τον προφέρη. Μου ήλθαν παρευθύς εις τον νουν όλαις η δυστυχίαις εις ταις οποίαις είναι υποκείμεναις η υπανδρευμέναις, με το ογλίγωρον μάτι του νοός ταις εκύτταξα, ταις επαρατήρησα και έμενα τρομασμένη. Από τότε άρχισα να συγκρίνω την μοναστικήν ζωήν με την κοσμικήν και πάντοτε ηύρεσκα πολλά καλήτερην εκείνην από τούτην. Εγώ έκαμνα ένα συμπερασμόν και έλεγον, «Όπου είναι ειρήνη είναι και ευτυ­χία· εις το μοναστήρι είναι ειρήνη, λοιπόν είναι και ευτυχία». Από ημέραν εις ημέραν εστερεωνόμουν πάντοτε εις την γνώμην μου και ήθελα να την φανερώ­σω της μητρός μου, αλλά δεν το έκρινα πρέπον, διότι εφοβόμουν μην ήθελεν αλλάξη ο στοχασμός μου, και τοιούτης λογής ήθελε φανώ ακατάστατη, δείχνωντας σήμερον μίαν γνώμην και αύριον μίαν άλλην, όθεν εστοχάσθηκα να της το φανερώσω αφ' ου είχεν απεράσει ένας χρόνος……
     Εις τούτον τον καιρόν, δηλαδή τη 25 Μαρτίου 1821 την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται ο ποτέ διδάσκα­λος μου Θεοδόσιος Δημάδης και μας κά­μνει γνωστόν με πολλήν του χαράν, πως   Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών, πως η Πάτρα και η πλησίον της χώραις ήδη είχον σείσει τον ζυγόν της σκλαβιάς, και πως η επίλοιπαις χώραις, κατά την συμφωνίαν ίσως, είχαν τότε καμωμένον το ίδιον, αλλά ως πλέον μακράν, ακόμη η είδησις δεν ήτον φθασμένη εις την Ζάκυνθον. Ούτως είπεν ο μαύρος, διότι τέτοια ήτον η φήμη οπού παρευθύς έτρεξεν.  Εγώ εις τα λόγια του άκουσα το αίμα μου να ζεσταίνη, επεθύμησα από καρ­δίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα, επεθύμησα από καρδίας να ήθελε ημπορώ να τρέξω δια να δώσω βοήθειαν εις ανθρώπους, οπού δι' άλλο (καθώς εφαίνετο) δεν επολεμούσαν, παρά δια θρησκείαν και δια πα­τρίδα, και δια έκείνην την ποθητήν ελευθερίαν, η οποία  καλώς μεταχειριζομένη, συνηθά να προξενή την αθανασίαν, την δόξαν, την ευτυχίαν των λαών. Επεθύμησα,  είπα, από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους   τοίχους του σπητιού οπού με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύτταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμή­θηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν δια να ήθελε τους βοηθήση να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπωρος να ιδώ εις την Ελλάδα επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας, από τας οποίας η τυραννία των Τούρκων τόσον και τό­σον καιρόν τας εκρατούσε διωγμένας……
        Ω αναποδογύρισμα ιδεών! Ω στιγμή από ταις πλέον δυστυχισμέναις στιγμαίς της ζωής μου! Αλήθεια είναι χρέ­ος του παιδιού να μην ευγάνη γνώμην, αλλά να υπο­τάσσεται εις την γνώμην των γονέων του, αλλά είναι όμως εις την εξουσίαν του το να υπανδρευθή και το να μείνη ανύπανδρον και να ζήση εις μοναστήρι. Χαιρόσασθε, ω γονείς, την εξουσίαν οπού έχετε με δί­καιον εις τα παιδιά σας, αλλά ως εκεί μη θέλετε να παίρνετε τα δικαιώματα της φύσεως, ταύτην την λαιμαργίαν αφήτε την, σας παρακαλώ, εις τους τυράν­νους, εις τους οποίους μόνον αρμόζει! Εις τούτους λοιπόν η κίνησις των παθών έγινε μεγάλη, εγώ πνιμένη εις ένα ποτάμι δακρύων, «Αχ μητέρα! (εφώναζα) μίαν φοράν οπού γνώμη τόσον θεάρεστη, τόσον έντιμος, τόσον αγαθή, φαίνεται εις εσάς όλον το ενα­ντίον, εγώ θα υπάγω να χωθώ εις μίαν κουφάλαν βουνού και  εκεί μέσα να ζήσω». Θεέ μου! εστοχαζόμην ποτέ πως  είχα να απαντήσω μίαν τέτοιαν εναντίωσιν, πως είχα να εύρω εις εκείνους οπού πλέον ετιμούσα και αγαπούσα μίαν καρδίαν τό­σον σκληράν, τόσον βάρβαρον!... Τέτοιοι λοιπόν θέλει είναι όλοι οι άνθρωποι.  Αχ! μέσα εις το σπήλαιον θέ­λει ζήσω βέβαια ευτυχισμένη μη όντας υποκείμενη να τους βλέπω και να συναναστρέφωμαι με αυτούς. Ταύτα και άλλα πολύτερα κινημένη από τα πάθη έλε­γα κλαίωντας, οπόταν έρχεται ο πατήρ μου, και έρχε­ται με άλλην όψιν. Αυτός εκεί όπου ετραβήχθη εις την κατοικίαν του, βέβαια θέλει εστοχάσθηκε καλήτερα το πράγμα, όθεν αρχίζει να λέγη, πως εκείνος δεν ημπορεί να εμποδίση ένα τέτοιον πράγμα, διατί τούτο είναι κράξημον θεϊκόν, και από το άλλο μέρος πως δεν έχει καρδίαν να με βιάση δια να υπανδρευθώ, διατί δεν θέλει (ανίσως και ήθελε εύρω κακήν τύχην) να τον ελέγχη η συνείδησις, ωσάν αίτιον της δυστυ­χίας μου, προς τούτοις μου λέγει: «Το καλήτερον μοναστήρι οπού να έχωμεν, είναι εκείνο εις το οποίον μελετάς να υπάγης, αλλά αυτό είναι μέσα εις το Κάστρον, και τοιούτης λογής είναι περικυκλωμένον από στρατιώτας, όθεν εγώ δεν καταδέχομαι ν' απερνάω από το μέσον τους, δια να έρχωμαι να σε βλέπω. Υπομονέψου ολίγον και ή εγώ, ή ο αδελφός σου, όταν επιστρέψη από την Ιταλίαν, θέλει σε απεράση εις κανένα μοναστήρι τής Βενετίας. Εκεί θέλει ευρείς κόραις ευγενέσταταις ωσάν εσένα και καλήτεραις από εσένα, εκεί θέλει ευρείς ησυχίαν και ανάπαυσιν, όθεν θέλει απεράσης μίαν εύτυχεστάτην ζωήν, ό,τι λογής επιθυμεί η καρδία σου». Εις τέτοια φρόνιμα, και επ' αληθείας πατρικά λόγια γνωρίζω τον αγαπημένον μου πατέρα, όθεν εξαλείφω εκείνην την δυστυχισμένην ιδέαν οπού προ ολίγου είχα κάμει περί του χαρα­κτήρος του, και παρευθύς η ελπίδα της ευτυχίας αρχίζει να ζεσταίνη το αίμα γύρωθεν της καρδίας μου……
        Την άλλην ημέραν έρχεται και μ' ευρίσκει ο θείος μου και αρχινά με πολλήν γλυκύτητα να μου λέγη   λόγια οπού δεν ανταποκρίνοντο τελείως εις εκείνα οπού είχεν αναγνώση περασμένην ημέραν εις την γραφήν μου. Δηλαδή αρχίζει να μου λέγη: Πώς ένα παι­δί, οπού αποτολμεί να ευγάλη γνώμην εις τους γονείς του είναι επαναστάτης· πώς εγώ δεν έχω κανένα δί­καιον να ζητώ ένα τέτοιον πράγμα, και πως ανίσως ήθελ' έχω δίκαιον αυτός ο ίδιος ήθελε μου το διαφεντεύση. Πως ανίσως εγώ θέλω να φύγω τον κόσμον δια να μη πέσω εις μεγάλας δυστυχίας, όχι δια τούτο δεν ημπορώ να πέσω εις μικράς, και όταν ένας άνθρω­πος είναι δυστυχής εις μικρά πράγματα, είναι το ίδιον ωσάν να ηθελεν ήναι και εις μεγάλα. Τέλος πά­ντων μου λέγει πως ν' αφήκω την γνώμην οπού έχω και πως όταν φανερωθή περίστασις δια υπανδρείαν μου με την ποσότητα της προίκας, ήθελε φανερώση πόση ήτον η αγάπη οπού μου επρόσφερνεν εξ αιτίας της καλής ηθικής μου. Εγώ πάντοτε σταθερά εις την γνώμην μου του απόδειχνα πως ήταν αδύνατον να την απαρατήσω, αλλά χωρίς να τον καταπείσω εις τα λόγια μου, μήτε εγώ να καταπεισθώ εις τα εδικά του, τον βλέπω και μισεύει μ' εκείνην την ιδίαν γλυκύτη­τα, με την οποίαν είχε έλθη…….
 Απεθυμούσα να μην ήθελε κάμω γνωσταίς εις τους μεταγενεστέρους τούταις ταις σύγχυσαις οπού εγώ έλαβα εξ αιτίας του πατρός μου, αλλά δεν ημπορούσα να κάμω αλλέως, διατί απεφάσισα να μη κρύψω τίπο­τες από τα περιστατικά της ζωής μου, και διατί ήθε­λα να παρακαλέσω όλους τους πατέρας να μη προ­τιμούν καλήτερα τον εαυτόν τους από τα τέκνα τους. Αγαπάτε, αγαπάτε, πατέρες, σας παρακαλώ, τα τέκνα σας, φροντίζετε πάντοτε να τα κάμνετε να ζουν ευτυχώς, μίαν φοράν οπού χωρίς αυτά να σας την ζη­τήσουν, εσείς αυτοθελήτως τους εδώκατε την ζωήν. Αλλά είναι θηλυκά· μάλιστα διατί είναι θηλυκά χρεωστείτε να τα αγαπάτε περισσότερον. Εμείς η μαύραις γυναίκες όντας γεναμέναις από την φύσιν πλέον αισθητικαίς, όντας καταδικασμέναις από την συνήθειαν να ήμεθα πλέον υποκείμεναις εις τους πατέρας αφ' ό,τι είναι οι άνδρες, γροικούμεν την πατρικήν αγάπην περισσότερον, και περισσότερον φροντίζομεν να δειχνώμασθε εις τους πατέρας υποτεταγμέναις. Από το άλλο μέρος χρεωστείτε, διατί είναι θηλυκά να τα αγαπάτε καλήτερα, επειδή και αυτά (ομιλώ δια τα θηλυκά της πατρίδος μου), όντας φυλακωμένα εις ένα  σπήτι έχουσι περισσότερον χρείαν από την πατρικήν φροντίδα σας……
     Ο αδελφός μου βέβαια θέλει είχεν ακουσμένον εις την Ιταλίαν από τον πατέρα μας την επιθυμίαν οπού εγώ είχα δια να ζήσω εις μοναστήρι, όθεν αφ' ου πρώτα μου την έβαλεν ως περίπαιγμα, άρχισε να πάσχη να με καταπείση δια να την απορρίψω, και να θελήσω υπαν-δρείαν, αλλ' όσον αυτός έπασχε να με καταπείση εις τούτο, τόσον εγώ πλέον εστερεωνόμουν εις την ννώμην μου. Εγώ εφοβόμουν μεγάλως όλα εκείνα τα κακά οπού ημπορούν να συνέβουν εις μίαν υπανδρευμένην, αλλά περισσότερον από όλα εφοβόμουν μενάλως μην είχε τύχη να πάρω κανένα από εκείνους τους άνδρας οπού θέλουν να έχουν την γυναικά τους ωσάν σκλά­βα, και την νομίζουν δια κακήν, οπόταν αύτη ωσάν σκλάβα δεν θέλει να φέρεται. Βλέποντας τέλος πά­ντων και τον αδελφόν μου τοιούτης λογής εναντίον εις την γνώμην όπου είχα δια το μοναστήρι, εκοινολόγησα, τόσον εις αυτόν ωσάν και εις τον θείον μου, τον στοχασμόν οπού μού ήλθε δια να υπάγω να ησυ­χάσω εις εκείνο το μετόχι μας, οπού εδώ επάνω ήδη εμελέτησα. Τούτο το πράγμα εφάνη απαίσιον και εις τους δύω, όθεν εγώ τότε ευρέθηκα εις την μεγαλητέραν στενοχωρίαν οπού δύναται να ευρεθή άνθρωπος εις τον κόσμον. Όχι να υπάγω να ησυχάσω, διατί δεν ηθέλησαν οι συγγενείς μου, όχι να υπανδρευθώ, διατί εγώ δεν ήθελα, έπρεπε λοιπόν να μείνω δια παντός εις το σπήτι. Δια παντός εις το  σπήτι!  Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω· εγώ έβλεπα καλά πως τούτο το σπήτι εξ αποφάσεως ήθελε μου προξενήσει 'γλίγωρον και κακόν θάνατον.  Μέρα και νύκτα κλεισμένη χωρίς να δύναμαι να πηγαίνω μήτε εις εκκλησίαν, μήτε εις περιδιάβασιν, χωρίς να έχω την παραμικράν ξεφάντωσιν, χωρίς να έχω πλέον ελπίδα δια να αλλά­ξω ζωήν, χωρίς να ακούω άλλην ομιλίαν παρά εκείνην του πατρός μου (επειδή ο αδελφός μου και ο θείος μου ή ολίγον, ή τίποτε συνωμιλούσαν μαζύ με εμάς ταις γυναίκες) ο οποίος άλλο δεν έκανε παρά να λέγη τα πλέον δυστυχισμένα και μελαγχολικά λόγια οπού ποτέ να ειπώθησαν, ήσαν όλα πράγματα οπού μου έδιναν μίαν μεγαλωτάτην θλίψιν και στενοχωρίαν, πάθη οπού 'γλίγωρα εξ αποφάσεως έμελλε να με γκρεμνίσουν εις το μνήμα. Τί λοιπόν, έλεγα με τον εαυτόν μου, έχω να αποθάνω, και ν' αποθάνω χωρίς να κάμω καλόν; χωρίς να εκπληρώσω εκείνο το τέλος δια το οποίον βάνει ο θεός τον άνθρωπον εις τον κόσμον;
Εις όλην την Ευρώπην είναι ελευθερία εις ταις γυναίκαις, και το βάρβαρον ήθος της Ζακύνθου, οπού βαστά ταις κοπέλλαις κλεισμέναις είναι από όλους μισητόν, όθεν εγώ με δίκαιον ενόμιζα, πως και η Βενετία, και όλαις η άλλαις χώραις ήθελε 'γροικήσουν με σπλάχνος τα δικαιώματα μου. Αληθώς η Ζά­κυνθος εστοχαζόμουν πως ήθελε να τ' αποβάλη· αλλά τι είναι η Ζάκυνθος εμπρός εις την Ευρώπην; Από το άλλο μέρος, εγώ δεν εφρόντιζα τίποτε δια τους ονειδισμούς της, επειδή και εξ αιτίας του βαρβάρου ήθους της είχα αναγκασθή νάα πράξω έργον τόσον απαίσιον…..
         Αφού λοιπόν είδα πως η γνώμη των  συγγενών μου δεν άλλαξε, και πως χωρίς την   θέλησιν αυτών εγώ δεν ημπορούσα να κάμω τίποτες, τους είπα ότι εγώ έβανα την επιθυμίαν του μοναστηρίου εις μίαν μερίαν (όχι διατί έκατάλαβα πως είναι κακή, αλλά διατί είχα κατα­λάβει πως δεν δύναμαι να την τελειώσω) και ότι ήμουν έτοιμη να δεχθώ οποίον συμβίον αυτοί ήθελε μου δώσουν. Εδώ εις την Ζάκυνθον είναι πολλά δύσκολον πράγ­μα νά ευρίσκωνται γαμβροί ευγενείς και πλούσιοι, επειδή και τα ευγενή, και πλούσια σπήτια, όσα παι­δία θηλυκά έχουν πρέπει να τα υπανδρεύσωσι, και από τ αρσενικά τους δεν   υπανδρεύουν παρά ή ένα, ή κανένα. Όθεν η ταλαίπωρος μήτηρ μου και οι άλ­λοι συγγενείς μου έβλεπον πως ήτο δύσκολον, ή διά να ειπώ καλήτερον, αδύνατον πράγμα να ευρεθή κανέν άξιον υποκείμενον δια να μου γένη συμβίος. Αφ' ου επέρασαν πέντε ή εξ μήνες εις τούτην την απορίαν, φοβούμενη εγώ μήπως αναγκασθούν και μου δώσουν κανένα άνδρα ουτιδανόν, εύγαλα πάλιν έξω το ζήτημα του μοναστηρίου, λέγωντας πως ήτο πολύ καλήτερον να υπάγω εις ένα μοναστήρι τής Ιταλίας, παρά να πάρω κανένα άνδρα πολύ κατώτερον από εμένα, αλλά η μήτηρ μου και οι άλλοι τής φαμελιάς, αγκαλά και να εβλεπον την έλλειψιν των γαμβρών, πάλιν δεν ήθελαν εις κανένα τρόπον ν' ακούωσι το μοναστήρι. Εις την στενοχωρίαν οπού τότε ευρέθηκα, να μην ευρεθή, Θεέ μου, καμμία άλλη! Μου έλεγεν ο νους μου, πως μίαν φοράν και δεν ευρίσκετο άνδρας δια εμένα, πως μίαν φοράν και δεν μ' άφιναν να υπάγω εις μοναστήρι, έπρεπε χωρίς άλλο να μείνω δια παντός εις το σπήτι, και εδώ εις την Ζάκυνθον το να μείνη μία κόρη ανύπανδρη, είναι το ίδιον ωσάν να μείνη και εις φυλακήν. Αλλά τούτο το κλείσιμον του  σπητιού εκατασταίνετο εις εμένα πολύ ανυπόφορον, ωσάν οπού έστοχαζόμουν, ότι μαζύ μ' εμένα ήθελε μείνουν κλεισμένα και τα συγγράμματα μου, και μήτε ήθελεν ημπορέσω να στολίσω το πνεύμα μου με περισσοτέραν σπουδήν από εκείνην οπού είχα……
       Έπειτα τέλος πάντων κάποιον καιρόν ευρέθηκεν ένας άνθρωπος χρησιμώτατος δια εμένα, ο οποίος έδειξε πως είχεν εις μεγαλην υπόληψιν τα ήθη μας, αλλά δεν ηξεύρω δια ποίαις εδικαίς του οικιακαίς αφορμαίς δεν ηθέλησε να κάμη ευθύς την συνθήκην του γάμου, αλλ' αναβάλλωντας τον καιρόν απέρασαν δεκάξη μήνες, εις το τέλος των οποίων, έσμιξε με το υποκείμενον οπού απερνούσε τα λόγια και του είπε να είπη των γονέων μου πως ήτον έτοιμος δια να δέση τον γάμον, αν ίσως και αυτοί τον εκαταδέχοντο να τον κάμουν γαμβρόν τους, έπειτα από τόσαις αναβολαίς καιρού οπού αυτός τους είχε κάμει. Οι γονείς μου και ο θείος μου δια την μεγάλην έλλειψιν οπού ήτον εις τους γαμβρούς, δια ταις χάραις τον υποκει­μένου του, και δια την μεγάλην ταπείνωσιν οπού έδειξε, τον εδέχθησαν ασπασίως. Του εκάμανε λοιπόν γνωστήν την-προίκα, η οποία αγκαλά  και δεν ήτο ποταπή, του ολιγοφάνηκε, και άρχισε να  ζητάη προίκα  όσην ήθε­λε, και όπως ήθελε. Τούτο το πράγμα εβαροφάνηκε πολύ εις το σπήτι όχι τόσον διατί εφοβήθησαν πως είχον να δώσουν περισσότερον προικιόν, όσον διατί εστοχάσθησαν πως τούτος ο άρχωντας ήτον αληθώς φιλάργυρος (καθώς ο κόσμος τον έλεγε) και πως δεν κυττάζει τίποτες άλλο, παρά τα πλούτη, και κάμνει ολίγον λογαριασμόν δια ταις αρεταίς. Μ' όλον λοιπόν οπού τους εβαρυφάνηκεν, η ελλειψις όμως των γαμβρών και η ευγένεια, με την οποίαν αυτό το υποκείμενον τους αντιλογείτο εις την προίκα, τους έκαμε να πέσουν εις σύμβασιν με αυτόν, αλλά μ' όλον τούτο δεν ηξεύρω πάλιν δια ποίαις αφορμαίς εδικαίς του άφησε την υπόθεσιν αμφίβολην δια τεσσάρας μήνας. Εγώ όχι μόνον δεν τον εγνώριζα τελείως τούτον τον άνθρωπον, αλλά μήτε δεν είχα άκούση ποτέ, το ποίαν θεωρίαν να είχεν, όμως δια ταις χάριταις οπού είχεν, επιθυμούσα σφόδρα να λάβω την καλήν τύχην να τον κάμω άνδρα μου· αλλά βλέπωντας ταις αναβολαίς τον καιρού οπού μας έκαμνεν εις το να τελείωση τον γάμον, και προς τούτοις τον πόθον οπού είχε δια τα πολλά προικιά, τόσον η καρδία μου τον εμίσησεν, οπού δεν ήθελα πλέον ν' ακούω μήτε το όνομα του….
          
   Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία. Εισαγωγή - Φιλολογική επιμέλεια Βαγγέλης Αθανασόπουλος. Αθήνα, Ωκεανίδα, 1997.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Στον Σουηδό Τούμας Τρανστρέμερ το Νομπέλ Λογοτεχνίας



Στον Σουηδό ποιητή Τούμας Τρανστρέμερ που θεωρείται ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Σουηδίας απονέμεται το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2011, όπως ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία το μεσημέρι της Πέμπτης στη Στοκχόλμη.
«Με τις συμπαγείς, διαφανείς εικόνες του μας προσφέρει μια φρέσκια προσέγγιση της πραγματικότητας» ήταν η αιτιολόγηση των μελών της επιτροπής του Βραβείου Νομπέλ διά στόματος του μόνιμου γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας Πέτερ Ένγκλουντ.
Ο 80χρονος Τούμας Τρανστρέμερ θεωρείται ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Σουηδίας. Τα υπερβατικά, σουρεαλιστικά ταξίδια του ποιητή στον εσωτερικό κόσμο και η στενή του σχέση με την ιδιαιτερότητα του σουηδικού τοπίου έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες. Στα ελληνικά κυκλοφορούν η συγκεντρωτική έκδοση «Τα ποιήματα» (Printa, 2004) και η εξαιρετικά δημοφιλής συλλογή του «Η πένθιμη γόνδολα» (Νεφέλη, 2000), μεταφρασμένες από τον Βασίλη Παπαγεωργίου.
Τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας έχουν επικριθεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια για τις φιλοευρωπαϊκές επιλογές τους. Τέτοιου είδους παρατηρήσεις δεν απασχολούν όμως, όπως φάνηκε, τα μέλη της Επιτροπής Νομπέλ, η οποία και εφέτος απένειμε την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση σε έναν Ευρωπαίο. Ο Τούμας Τρανστρέμερ γίνεται ο όγδοος Ευρωπαίος που τιμάται με το κορυφαίο λογοτεχνικό βραβείο στην υφήλιο τα τελευταία δέκα χρόνια, μετά τη Γερμανίδα Χέρτα Μίλερ (2009), τον γάλλο Ζαν-Μαρί Γκιστάβ Λε Κλεζιό (2008), τους Βρετανούς Ντόρις Λέσινγκ (2007) και Χάρολντ Πίντερ (2005), την Αυστριακή Ελφρίντε Γέλινεκ (2004), τον Ούγγρο Ίμρε Κέρτες (2002) και τον βρετανικής υπηκοότητας Β. Σ. Νάιπολ (2001) με καταγωγή από το Τρινιτάντ.
Ο Τούμας Τρανστρέμερ γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1931. Η μητέρα του ήταν δασκάλα και ο πατέρας του δημοσιογράφος. Η γονείς του χώρισαν όταν ο ποιητής ήταν πολύ μικρός. Τον ανέθρεψε η μητέρα του, μαζί με τους γονείς της, στο εξοχικό των οποίων, στο αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης, ο μικρός Τούμας περνούσε τα όμορφα καλοκαίρια των διακοπών του. 
Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και εργάστηκε ως ψυχολόγος κατ’ αρχάς σε σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων και στη συνέχεια σε διάφορα ιδρύματα σε πολλά μέρη της χώρας του προσφέροντας υποστήριξη σε άτομα με ειδικές ανάγκες, καταδικασθέντες και τοξικομανείς. Το ενδιαφέρον του για την ποίηση εκδηλώθηκε στα λυκειακά του χρόνια μαζί με ένα εξίσου ισχυρό ενδιαφέρον για τη μουσική και ιδιαίτερα το πιάνο. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «17 ποιήματα» κυκλοφόρησε το 1954, όταν ακόμη σπούδαζε. Στις επόμενες συλλογές που εξέδωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τη δεκαετία του 1970, εμπνεύστηκε από τα ταξίδια του στα Βαλκάνια, στην Ισπανία και στην Αφρική και απέδωσε την ταραγμένη ιστορία της Βαλτικής σαν ποιητική αναμέτρηση ανάμεσα στην ξηρά και τη θάλασσα.
Το 1990 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο που του προκάλεσε μερική σωματική παράλυση και απώλεια της ομιλίας του. Δεν σταμάτησε όμως να γράφει. Η συλλογή του «Η πένθιμη γόνδολα» πούλησε, στην πρώτη της έκδοση το 1996, σχεδόν 30.000 αντίτυπα. Τα μισά από τα ποιήματα της συλλογής, όπως και όλα τα ποιήματα της συλλογής «Το μεγάλο αίνιγμα», γράφτηκαν μετά την περιπέτεια της υγείας του. Σε πρόσφατη συγκινητική εμφάνιση του ποιητή στο Λονδίνο, ενώ φίλοι της ποίησής του απάγγελναν στίχους του, ο ίδιος –ερασιτέχνης μουσικός– έπαιζε στο πιάνο μελωδίες μόνο με το αριστερό του χέρι. Διαρκής βοηθός στην επικοινωνία του με τον κόσμο, είναι η επί 53 χρόνια σύντροφός του, η σύζυγός του Μόνικα, με την οποία έχουν δύο κόρες.
Ο Τούμας Τρανστρέμερ έχει περιγράψει τα ποιήματά του σαν «τόπους συνάντησης», όπου το σκοτάδι και το φως, ο εσωτερικός κόσμος και το εξωτερικό περιβάλλον, ενώνονται για να μας προσφέρουν μια στιγμιαία επαφή με τον κόσμο, την Ιστορία ή τους εαυτούς μας.
Η ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας γέμισε ενθουσιασμό τους συμπατριώτες του ποιητή. Τελευταία φορά που η Σουηδία απέσπασε το Νομπέλ Λογοτεχνίας (έχουν τιμηθεί συνολικά έξι Σουηδοί στο παρελθόν) ήταν το 1974 όταν και το μοιράστηκαν οι Έιβιντ Τζόνσον και Χάρι Μάρτινσον. Το 1909 η Σέλμα Λάγκερλεφ, η συγγραφέας του βιβλίου «Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον» έγινε η πρώτη Σουηδή που τιμήθηκε με το βραβείο.
«Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο» γράφει ο Τρανστρέμερ στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Η πένθιμη γόνδολα».

Δείγματα της ποιητικής γραφής του Τούμας Τρανστρέμερ

Βράδυ – πρωί

Το κατάρτι του φεγγαριού έχει σαπίσει και το πανί έχει τσαλακωθεί. Ο γλάρος μεθυσμένος πετά μακριά πάνω απ’ το νερό. Το βαρύ τετράγωνο της αποβάθρας είναι καρβουνιασμένο. Οι λόχμες βυθίζονται στο σκοτάδι.

Έξω στις σκάλες. Η αυγή χτυπά και ξαναχτυπά στις γρανιτένιες πύλες της θάλασσας και ο ήλιος αστράφτει κοντά στον κόσμο. Μισοπνιγμένοι θερινοί θεοί ψηλαφούν στη θαλασσινή ομίχλη.
(Από την πρώτη του συλλογή, «17 ποιήματα, 1954)

Πένθιμη γόνδολα αρ. 2

Δυο γερόντια, πεθερός και γαμπρός, ο Λιστ και ο Βάγκνερ, μένουν στο Canale Grande μαζί με την αεικίνητη γυναίκα που είναι παντρεμένη με τον βασιλιά Μίδα, αυτόν που μεταμορφώνει ό,τι αγγίξει σε Βάγκνερ.

Το πράσινο ψύχος της θάλασσας διαπερνά τα δάπεδα του μεγάρου.

Ο Βάγκνερ είναι καταβεβλημένος, η γνώριμη κατατομή που μοιάζει φασουλή είναι κουρασμένη όσο ποτέ άλλοτε,
το πρόσωπό του λευκή σημαία.

Η γόνδολα είναι βαριά φορτωμένη με τις ζωές τους, δυο εισιτήρια μ’ επιστροφή και ένα απλό.

(Από τη συλλογή «Η πένθιμη γόνδολα», 1996)

Προσόψεις

Στην άκρη του δρόμου βλέπω την εξουσία και μου φαίνεται σαν κρεμμύδι με αλληλοεπικαλυπτόμενα πρόσωπα που αποσπώνται το ένα μετά το άλλο…
(Από τη συλλογή «Το μεγάλο αίνιγμα», 2004)
                                                                                  Πηγή: Το Βήμα

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ - ΕΝΟΤΗΤΑ 23η


23. Aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae, aegro­tabat et filius. Filius mortuus est. Huic Arria funus ita paravit, ut ignoraretur a marito; quin immo cum illa cubiculum mariti intraverat, vivere filium simulabat, ac marito persaepe interroganti, quid ageret puer, respon­debat: «Bene quievit, libenter cibum sumpsit». Deinde, cum lacrimae suae, diu cohibitae, vincerent prorumperentque, egrediebatur; tum se dolori dabat et paulo post siccis oculis redibat.  Scribonianus arma in Illyrico contra Claudium moverat; fuerat Paetus in partibus eius et, occiso Scriboniano, Romam trahebatur. Erat ascensurus navem; Arria milites orabat, ut simul imponeretur. Non impetravit: conduxit piscatoriam naviculam ingentemque navem secuta est.
Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
 1. α) Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις :
filius                                   κλητική ενικού
funus                                 ονομαστική πληθυντικού
cubiculum                         ονομαστική πληθυντικού
puer                                   αφαιρετική πληθυντικού
cibum                                κλητική ενικού
dolori                                  ονομαστική πληθυντικού
siccis oculis                       ονομαστική ενικού
arma                                  γενική πληθυντικού
partibus                               γενική πληθυντικού
navem                              γενική και κλητική  ενικού
milites                                κλητική ενικού
ingentem                             γενική πληθυντικού

β) Huic                  Να κλιθεί στο ουδέτερο πληθυντικό
illa                          Να κλιθεί στο ουδέτερο πληθυντικό
quid                       Να κλιθεί στο θηλυκό ενικό
suae                                Να κλιθεί στον ενικό
se                            Να κλιθεί στο β πρόσωπο πληθυντικό
eius                     Να κλιθεί στο ουδέτερο πληθυντικό

2. α) Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθέναν από τους παρακάτω τύπους :
aegro­tabat                          μετοχή ενεστώτα
mortuus est                        β ενικό οριστικής ενεστώτα και μετοχή μέλλοντα
ignoraretur                         γενική γερουνδίου
intraverat                           β πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα
simulabat                              απαρέμφατο παρακειμένου
ageret                                  αφαιρετική σουπίνου
respon­debat                        γ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα
quievit                               απαρέμφατο ενεστώτα
egrediebatur                      β ενικό υποτακτικής παρατατικού
dabat                                  γ ενικό υποτακτικής ενεστώτα
redibat                                β ενικό και πληθυντικό οριστικής παρακειμένου
moverat                              μετοχή μέλλοντα
occiso                                   β ενικό προστακτικής ενεστώτα
trahebatur                           β πληθυντικό οριστικής παρακειμένου
Erat ascensurus                   γ ενικό υποτακτικής υπερσυντελίκου
orabat                                   γ πληθυντικό υποτακτικής μέλλοντα
imponeretur                        β ενικό υποτακτικής υπερσυντελίκου
impetravit                            γ πληθυντικό οριστικής συντελεσμένου μέλλοντα
conduxit                               α πληθυντικό οριστικής μέλλοντα
secuta est                              γ ενικό υποτακτικής μέλλοντα

3. Να αναγνωριστούν συντακτικά οι προτάσειςτον τρόπο εισαγωγής τους  και να αιτιολογήσετε την έγκλιση και το χρόνο εκφοράς τους: ut ignoraretur a marito/
cum illa cubiculum mariti intraverat/ 
quid ageret puer/  
cum lacrimae suae, diu cohibitae, vincerent prorumperentque
ut simul imponeretur

4. Στην άλλη φωνή:   Huic Arria funus ita paravit, ut ignoraretur a marito/
libenter cibum sumpsit/
Scribonianus arma in Illyrico contra Claudium moverat/  
Arria milites orabat, ut simul imponeretur

5. : Να γίνουν μετοχικές:  
Aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae/ 
Bene quievit/
libenter cibum sumpsit/ 
lacrimae suae vincerent prorumperentque/
conduxit piscatoriam naviculam

6. Σε πλάγιο λόγο με εξάρτηση: Aliquis nuntiavit:    
Aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae, aegro­tabat et filius/
 Filius mortuus est/ 
Huic Arria funus ita paravit / 
illa vivere filium simulabat, ac marito persaepe interroganti, quid ageret puer, respon­debat/
Bene quievit, libenter cibum sumpsit/
tum se dolori dabat et paulo post siccis oculis redibat/
Non impetravit: /
conduxit piscatoriam naviculam ingentemque navem secuta est./
Scribonianus arma in Illyrico contra Claudium moverat; / 
fuerat Paetus in partibus eius et, occiso Scriboniano, Romam trahebatur. /
Erat ascensurus navem; / 
Arria milites orabat

7. Ανάλυση μετοχών σε προτάσεις:  
marito persaepe interroganti/
lacrimae suae, diu cohibitae/  
occiso Scriboniano/

8. Παραθετικά αντικατάσταση:  
Bene, libenter , diu, siccis, ingentem

 9. Να γίνουν οι απαραίτητες μεταβολές στις περιόδους ούτως ώστε να δηλώνουν το σύγχρονο στο παρόν – μέλλον :  
ut ignoraretur a marito
ut simul imponeretur

10. Από πλάγιο σε ευθύ:  quid ageret puer/ 
ut simul imponeretur

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Πατέρα στο σπίτι

Με το καινούριο πρόγραμμα σπουδών στη Λογοτεχνία Α΄Λυκείου επεξεργαζόμαστε το θέμα των φύλων στη λογοτεχνία. Ένα εξαιρετικό διήγημα του Παπαδιαμάντη, που υπάρχει όμως στο βιβλίο της Β΄Λυκείου,  αξίζει να δοθεί στους μαθητές για να το επεξεργαστούν και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Επειδή δεν το βρήκα στο διαδίκτυο , το ανεβάζω εδώ για να είναι εύκαιρο.

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ γράφτηκε το 1894 και ανήκει στα λεγόμενα «αθηναϊκά» διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα οποία όμως δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα «σκιαθίτικα.». Απλώς η δράση τους ξετυλίγεται στην Αθήνα, αλλά οι ήρωες είναι φτωχοί και απλοί άνθρωποι χωρίς τίποτε αστικό στη συμπεριφορά τους. Σ' αυτό το διήγημα είναι ιδιαίτερα εμφανής ο κοινωνι­κός προβληματισμός του συγγραφέα.

-Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, για­τί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.
-Χωρίς πεντάρα;
 -Ναι.
-Και τι έγινε ο πατέρας σου;
-Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.
Ήτο πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λαμπρούς μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον.* Και με παιδικήν χάριν, με σπαρακτικόν εν τη αθωότητι μει­δίαμα, επρόφερεν εκάστοτε την φράσιν ταύτην, της οποίας όλον το βάθος δεν ήτο ικανόν να κατανόηση, τόσον ώστε οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε, καθώς εγώ, πολλάκις το εκάλουν, και απέτεινον* αυτώ την άνω ερώτησιν του μικρού παντοπώλου της γειτονιάς, μόνον και μόνον δια ν' ακούσωσιν από το στόμα του την απόκρισιν.
-Να, πάει να βρει άλλη γυναίκα.
Δεν ήτο η πρώτη φορά οπού το έβλεπα. Κατ' εκείνην την ημέραν συνέβη να είμαι πλούσιος, διότι είχα κατορθώσει μετά πέντε εκλιπαρήσεις,* και με­τά τεσσάρας αποπομπάς,* να λάβω δεκαπέντε δραχμάς, απέναντι ογδοήκοντα οφειλομένων μοι δι' αμοιβήν φιλολογικής εργασίας πέντε εβδομάδων. Κατά τας τοιαύτας δε ημέρας, ισαρίθμους με τας σελήνας του ενιαυτού,* μοι συμβαίνει, χωρίς να φροντίσω να πληρώσω μέρος των χρεών μου, να εξοδεύω μονοημερίς τα δυο τρίτα του ούτω πως εκβιασθέντος ποσού, φυλάττων φρονίμως το τρίτον δια τας επομένας τρεις εβδομάδας.
Έκραξα το παιδίον και του έδωκα μίαν πεντάραν. Εκείνο την έλαβεν, έβγαλεν έξω από τα χείλη την γλώσσαν, με μειδίαμα ευδαιμονίας, και ατενίζον με είπε:
- Δο μ' κι άλλη, μπάρμπα!
                                                                      * * *
    Δεν ήτο το μόνον παιδίον, το οποίον ήρχετο εις το μικρόν εκείνο παντοπωλείον της οδού Σ..., κατά την δυτικήν εσχατιάν* της πόλεως. Πτωχαί γυ­ναίκες έστελναν συνήθως τας πενταετείς ή επταετείς κορασίδας των δια να οψωνίσουν. Συνέβαινε καθ' εσπέραν να κάθημαι επί ημίσειαν ώραν και πλέον, συνομιλών με δύο ή τρεις φίλους, πίνοντας το ορεκτικόν των, εις το μικρόν μαγαζίον, ενίοτε δε να λαμβάνω εκεί το λιτόν δείπνον μου. Πολλά­κις τριετή νήπια ψελλίζοντα τα έστελναν αι προκομμέναι αι μητέρες των, με επικίνδυνα ποτήρια ή φιαλίδια εις τας χείρας, δια ν' αγοράσουν κασί ή λάι ή λυκάζι.* Εν τούτων εζήτει να του δώσουν ένα κουμπί (σκουμβρί), άλ­λο εζήτει μια πεντάρα πίτα (σπίρτα). Την γλώσσαν των μόνος ο νεαρός παντοπώλης, ο φίλος μου, ήτο ικανός να την εννοή. Ο ίδιος εσπλαγχνίζετο ε­νίοτε και έστελνε προπομπούς* τους ιδίους του υπηρέτας έως την θύραν των μικρών παιδιών, δια να φθάσουν ταύτα ασφαλώς εις την μητέρα των.
     Συχνά συνέβαινε να ξεχάση η μικρά παιδίσκη, πενταέτις ή εξαέτις, το είδος, το οποίον εστάλη ν' αγοράση, και να είπη άλλα αντ' άλλων.
     Εντεύθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι εκ μέρους των μητέρων, ύβρεις κα­τά του μπακάλη. Πάντοτε τον μπακάλην έβγαζαν πταίστην. Το παιδί ποτέ δεν έπταιε.
       Άλλοτε συνέβη να του πέση εις τον δρόμον το μισό το ρύζι, ή να φάγη την μισήν την ζάχαριν. Τότε η μήτηρ ή η γιαγιά κατήρχετο η ιδία, και ύ­βριζε τον μπακάλην, λέγουσα ότι τέτοιος ήτον, τον ήξευρεν αυτή, όλο ξίκικα* επώλει· μ' αυτά εζητούσε να πλουτίση κι αυτός. Και δύναμαι να μαρτυρήσω ότι ο μπακάλης ήτο, ως εμπορευόμενος και ως άτομον, τίμιος άνθρωπος. Άλλοτε πάλιν, ο μικρός ψωνιστής, το δεινότερον,* έχανε καθ'
οδόν τα λεπτά, τα ρέστα, όσα έλαβεν από τον παντοπώλην. Πλην δια τού­το είχε ληφθή η πρόνοια να τυλίγωνται τα ρέστα εις χαρτίον, και κάποτε να δένωνται κομπόδεμα εις ράκος* και να εμβάλλωνται εις την τσέπην του μικρού. Και όμως πολλάκις εχάνοντο πεντάλεπτα και δεκάλεπτα και ολόκληροι λιμοκοντόροι.* Και πάλιν ο μπακάλης έπταιεν.
                                                                     * * *
Αλλ' ας επανέλθω εις το παιδίον περί ου* ο λόγος εν αρχή. Δεν είμαι πο­τέ πολυπράγμον*, αλλ' ο φίλος μου ο μικρός παντοπώλης ήξευρεν, ως ει­κός, όλα τα μυστικά της γειτονιάς. Ήτο γενικός θεματοφύλαξ* των αλλό­τριων* υποθέσεων. Δεν ηξεύρω αν το βλέμμα μου του εφάνη ερωτηματικόν, αλλ' όταν ευκαίρησεν, αυθόρμητος ήρχισε να μου διηγήται την ιστορίαν.
     Προ εννέα ετών ο Μανόλης ο Φλοεράκης είχε νυμφευθή την Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Εκ της συζυγίας ταύτης εγεννήθησαν πέντε τέκνα, εξ ων το τρίτον ήτο το παιδίον εκείνο.
      Ο Μανόλης ήτο ξυλουργός, αλλά δεν διέπρεπε πολύ επί φιλοπονία.* Ειργάζετο, οσάκις είχεν εργασίαν, από την Τρίτην έως την Παρασκευήν. Το Σάββατον πρωί του επονούσεν αίφνης η μέση του, την Δευτέραν του επονούσε το κεφάλι. Εννοείται ότι διήρχετο εν κραιπάλη* από το Σάββα­τον εσπέρας έως την Δευτέρα πρωί.
Η γυνή ήτο φίλεργος.* Είχε ραπτικήν μηχανήν και κατεσκεύαζεν υπο­κάμισα. Εκέρδιζεν ούτω εν τάλιρον την εβδομάδα, το οποίον, προστιθέμενον εις τας δεκατρείς ή δεκατέσσαρας δραχμάς, όσας εκέρδιζεν εκεί­νος, και εκ των οποίων τα ημίση του εχρειάζοντο δια το τακτικόν μεθύσι της Κυριακής, μόλις ήρκει προς συντήρησιν της οικογενείας.
     Πλην η οικογένεια ηύξανε, σχεδόν κάθε χρόνον. Ανά εν κουτσουβέλι,* ή κατσιβέλι,* εγεννάτο τακτικά κάθε δεκαοκτώ μήνας, με κανονικότητα απελπιστικήν. Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο. Η ερ­γασία εγένετο σπανιωτέρα. Η ραπτική μηχανή παρερρίφθη εις μίαν γωνίαν, ετέθη εις αχρηστίαν. Η Γιαννούλα, μη προφθάνουσα ν' απογαλακτίση εν μωρόν, και αρχίζουσα να βυζάνη αμέσως άλλο, μόλις επαρκούσα δια να πλύνη ράκη, δεν είχε πλέον καιρόν να ράπτη υποκάμισα.
     Ο Μανώλης δεν έπαυσε να μεθύη τακτικά από το Σαββατόβραδον έως το εξημέρωμα της Δευτέρας. Η Γιαννούλα δεν είχε πλέον δεύτερον φό­ρεμα. Τα παιδιά δεν είχον πάντοτε ψωμί. Η εστία σπανίως ήτο αναμμένη. Η γυνή εγόγγυζεν. Ο Μανόλης, όταν ήρχετο, την έτρωγε από την γρίνια. Τα παιδιά έκλαιαν. Η αχυροστρωμνή ήτο τρύπια. Η κουβέρτα δεν ήρκει να σκεπάση τα τρία μεγαλύτερα παιδιά.
      Η λάμπα ήτο ακαθάριστη και δεν είχε πετρέλαιον. Η στάμνα είχε σπά­σει προ τριών ημερών, και έπιναν από ένα τσαγγλί*, οσάκις είχε νερόν η βρύσις της γειτονιάς. Η σκούπα, καταλερωμένη, είχε φαγωθή η μισή, και ελίπαινε το πάτωμα αντί να το σκουπίση. Το τηγάνι είχε τρυπήσει και ήτο άχρηστον. Η χύτρα ήτο ραγισμένη, και έσβηνε την φωτιάν διαρρέουσα, όταν φωτιά υπήρχε. Η κατσαρόλα ήτο παλαιά, φαγωμένη, αγάνωτη. Ο γανωτής είχε προτείνει ή να την αγοράση αντί πενήντα λεπτών, ή να την γανώση αντί πενήντα, με κίνδυνον, είπε, να τρυπήση και να γίνη άχρηστη. Η Γιαννούλα επροτίμησε να την κράτηση αγάνωτην.
      Η ραπτική μηχανή είχε δοθή ενέχυρον δια δύο εικοσιπεντάρικα, τα ο­ποία θα εχρησίμευαν δια τα γεννητούρια του τελευταίου μωρού και δι' άλλας χρείας. Τα δύο εικοσιπεντάρικα δεν επεστράφησαν, και η μηχανή εκρατήθη.
                                                                                * * *
        Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η οικία, όταν εισεχώρησεν ο κουμπάρος εντός.
       Ο κουμπάρος ήτο άγαμος και τεσσαροκοντούτης, παχύς, ευμορφάνθρωπος με πλατύ ζουνάρι. Ήτο μέγας και πολύς, κομματάρχης ενός των πολιτευτών της Αττικής, είχε κερδίσει χρήματα από κάτι ενοικιάσεις. Ήτο άνθρωπος μ' επιρροήν.
      Κατ' αρχάς ήρχετο άπαξ του μηνός. Είτα ήλθε δις εις μίαν εβδομάδα, φέ­ρων κρέας και μικρά τίνα δώρα δια τα παιδία. Κατόπιν ήρχισε να έρχεται ημέραν παρ' ημέραν. Τέλος ήρχετο καθ' εκάστην, φέρων πάντοτε οψώνια.
     Τις οίδε ποίους σκοπούς έτρεφεν ο κουμπάρος. Πλην η Γιαννούλα ήτον τίμια, όσον και πάσα άλλη.
    Η Γιαννούλα ήτον τίμια, αλλ' ο Μανώλης ήτον ζηλιάρης. Και μετά πολλά εσπερινά δείπνα τα οποία έφαγεν εις την οικίαν ομού με τον κουμπάρον, μετά πολλάς δε πρωινάς σκηνάς τας οποίας έκαμεν εις την γυναίκα του, ήρχισε να μην είναι συνεπής εις τίποτε, κάποτε μάλιστα να ξενοκατιάζη.*
      Της είχε διηγηθή πολλάκις ότι, πριν την πάρη, είχε μία φιλενάδα. Εκείνη είχε νυμφευθή έκτοτε, ίσως χωρίς παπά, καθώς συνηθίζεται κάποτε εις την πτωχήν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ότι την είχε ξανανταμώσει, αυτήν την πάλαιαν γνωριμίαν, και δια τούτο έλειπεν από το σπίτι βραδιές βραδιές.
     Όσο δια την Γιαννούλαν, το μόνον έγκλημα της ήτο ότι, ίσως, είχε πολιτέψει* τον κουμπάρον, και δεν τον είχε διώξει μίαν και καλήν. Ο κου­μπάρος ήξευρε, βλέπετε, από πολιτικήν, και αυτή, ως γυνή οπού ήτον, ήξευρεν από ψευτοπολιτικήν. Πλην οι γειτόνισσες δεν ήσαν επιεικείς, και την εκακολόγησαν. Και εις των γειτόνων, ο κυρ-Ζάχος ο Ξεφαντούλης, ή­το της αρχής ότι έπρεπεν ο ενδιαφερόμενος «να ξέρη τι τρέχει». Και η υ­στεροβουλία, η λανθάνουσα και αυτόν τον ίδιον, ήτο να εύρη διασκέδασιν αυτός με τες φωνές, με τες κατακεφαλιές, με τα τραβήγματα των μαλ­λιών και με το χώρισμα του ανδρογύνου.
     Αυτό θα ειπή να σου θέλη τις το καλόν σου, να κήδεται* της τιμής σου, δηλαδή. Να σε βάλη να σκοτωθής.
                                                                         * * *
Μετά τελευταίαν φοβεράν σκηνήν, από την οποίαν η Γιαννούλα εβγήκε με μισήν πλεξίδα, με εν μάγουλον αιματωμένον, και με σχισμένον υποκάμισον -και όλοι οι φρονιμότεροι άνθρωποι της γειτονιάς έτρεφον την πεποίθησιν, την οποίαν συμμερίζεται και ο γράφων, ότι η Γιαννούλα ήτον αθώα- ο Μανώλης έγινεν άφαντος. Επήγε να ενταμώση οριστικώς την πάλαιαν του γνωριμίαν.
     Ο κουμπάρος εν τω μεταξύ είχε παύσει τας συχνάς επισκέψεις του. Είχεν αρραβωνισθή. Γεροντοπαλίκαρον ακμαίον, καλοκαμωμένος, ευμορφάνθρωπος, με πλατύ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας και πολύς, κερδίσας χρήματα από τας ενοικιάσεις, επόμενον ήτο να εύρη νύμφην με προίκα.
      Η Γιαννούλα τον είχε πολιτέψει η πτωχή. Μόνον τούτο το αμάρτημα είχε πράξει. Αλλά τα παιδιά επεινούσαν. Πλην εκείνος εβαρύνθη να περιμένη, κι έφυγε με την ώραν του.
     Και η Γιαννούλα έμεινε με τα τέσσαρα παιδιά - το πέμπτον είχεν απο­θάνει, ανακληθέν* ενωρίς υπό του Πολυευσπλάγχνου και Πανσόφου εις τον κήπον τον ανθηρόν, εις το ωραίον περιβολάκι με τα κρίνα και με τους ναρκίσσους, μετά των οποίων φυτεύονται και ανθούσιν εσαεί* και τα ά­κακα νήπια - έμεινε, λέγω, με τα τέσσαρα παιδία, χωρίς πατέρα, και χω­ρίς κουμπάρον.
     Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χω­ρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν και χωρίς ραπτικήν μηχανήν!
    Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον, και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά,* αλλά δεν εννόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μίαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη, εις τον άλλον κόσμον.
     Και ητιολόγει την αίτησίν του λέγον:
-  Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Αφού μελετήσετε α) το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο συμβαίνουν τα περιστατικά που αφηγείται ο συγγραφέας, β) τα πρόσωπα που κινούνται στο διήγημα, τους τύ­πους που διαγράφονται και τη συμπεριφορά τους, γ) τις καταστάσεις που διαμορ­φώνονται με την πορεία της αφήγησης, να συζητήσετε: α) Για τον κοινωνικό προ­βληματισμό του διηγήματος, β) Για το ρεαλισμό του Παπαδιαμάντη.
2. Ορισμένοι κριτικοί κατηγόρησαν τον Παπαδιαμάντη για χαλαρή σύνδεση και για έλλειψη σχεδίου στα διηγήματα του. Να παρακολουθήσετε την τεχνική της αφή­γησης στο συγκεκριμένο διήγημα και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις σχε­τικά με τη σύνδεση και με το σχέδιο.
3.  Να βρείτε στο κείμενο χωρία που μπορούν να θεωρηθούν αυτοβιογραφικά στοι­χεία του συγγραφέα.




 ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ρακένδυτος: ντυμένος με ράκη (κουρέλια), κουρελιάρης.       
αποπομπή: διώξιμο (αποπέμπω).
απέτεινον: του αποτείνω- απευθύνω.     
ενιαυτός: το έτος.
εκλιπαρήσεις: ικεσίες,
εσχατιά: το τέλος, η παρυφή.
λυκάζι: γλυκάδι, το ξίδι.   
ξίκικα: λειψά.
προπομπός: συνοδός.          
το δεινότερον: το χειρότερο.
ράκος: το κουρέλι.   
αλλότριος: ξένος.
λιμοκοντόρος: εδώ: χαρτονόμισμα μιας δραχμής.         
φιλοπονία: εργατικότητα.
κραιπάλη: μέθη.
περί ου (ο λόγος): για το οποίο (έγινε λόγος),    
φίλεργος: εργατικός.
πολυπράγμων: πολυάσχολος, αυτός που ασχολείται με ξένες υποθέσεις.  
κουτσουβέλι: νήπιο.
κατσιβέλι: γυφτάκι (ο συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο ταυτίζοντας τις λέξεις).
θεματοφύλαξ: φρουρός.
τσαγγλί: γυάλινο δοχείο.
ξενοκατιάζω: κοιμάμαι σε ξένο σπίτι, ξενοκοιμάμαι (το κοπάζω λέγεται για τις όρνιθες),    
κήδομαι (με γενική): φροντίζω για κάποιον (ή για κάτι).
πολιτεύω κάποιον: του συμπεριφέρομαι  με διπλωματία.  
ανακληθέν: μετοχή παθ. αορ. του ανακαλώ, καλώ πάλι.      
τα σταθμά: τα ζύγια, το ζύγισμα.
εσαεί: για πάντα.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Γ΄ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ-ΣΚΙΑΘΟΣ 2011


 Βρεθήκαμε στη Σκιάθο το Σαββατοκύριακο παρακολουθώντας μέρος του Συνεδρίου για τον Παπαδιαμάντη. Εξαιρετικές οι περισσότερες εισηγήσεις, όσες τουλάχιστον καταφέραμε να παρακολουθήσουμε.  Η συνέχεια την Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή  στην Αθήνα, στο Μέγαρο.