Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Γ. Σεφέρη Τελευταίος σταθμός
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009
Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")
Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΕΠΑΝΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ (συνέχεια 3η)
Ο Σάββας Μιχαήλ γράφει για το Ρίτσο πως πιάστηκε σαν το πουλί στα δίχτυα των αντιφάσεων του αιώνα αφού εξάλλου ήθελε να γίνει ένας στίχος μέσα στο ποίημα της ανθρωπότητας. Έμεινε σταθερά στην τροχιά που χάραξε η έφοδος του 1917 στον ουρανό, έστω κι αν συμπορεύτηκε μαζί με εκείνους που την σφετερίστηκαν, την ευτέλισαν, την έριξαν στην άβυσσο. Μπορεί, σαν κάθε πουλί, όπως είπε ο Λένιν για την Ρόζα, να κατέβηκε καμιά φορά χαμηλά, γράφοντας στίχους που βόλευαν την νομενκλατούρα, ή και ακόμα χαμηλότερα, με τις «χορογραφίες» των τανκς στην Πράγα του 1968. Κανείς γραφειοκράτης, όμως, δεν μπορεί να πετάξει ψηλά στον ουρανό, προς τα εκεί που έγινε η πρώτη έφοδος. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να λοιδορεί ένα αηδόνι γιατί κλείστηκε σε σιδερένιο κλουβί; Η αληθινή τέχνη έχει πάντα ένα «ουτοπικό πλεόνασμα» που ξεπερνά τους υλικούς όρους που την γέννησαν, μαζί και τα ιδεολογικοπολιτικά όρια του δημιουργού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ματώνει πασκίζοντας να ανέβει πάνω από τα αιχμηρά βράχια των όρων της Ιστορίας, ότι δεν σφαδάζει στα κάγκελα του σιδερένιου κλουβιού, ότι δεν στραγγαλίζεται από τα όρια της ιδεολογίας και της πολιτικής, προπαντός όταν υπηρετούν την όποια Ιερά Εξέταση. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση που άλλοτε σκοτώνει κι άλλοτε απογειώνει. Αναφέρεται στην αλληλογραφία ανάμεσα στον κατεξοχήν ποιητή του ΚΚΕ και τον κατεξοχήν «αιρετικό» κι αποσυνάγωγο συγγραφέα του Κιβωτίου και την ποιήτρια συντρόφισσα του που βοηθάει να κατεδαφιστούν πολλά στερεότυπα, φέρνοντας στην επιφάνεια, μέσα από τον διαρκή διάλογο μιας φιλίας ποιητών που δεν την διακόπτουν οι καταιγίδες του αιώνα, οι εξορίες κι οι αποπομπές, αντινομίες που χωρίς αυτές ποίηση δεν υπάρχει. Οι γραφειοκράτες, οι τα φαιά φορούντες κι όλοι οι συντηρητικοί πώς να χωνέψουν ότι ο ποιητής που τραγούδησε το «χοντρό στρατιωτικό χιτώνιο» του Ζαχαριάδη υποδέχτηκε με ενθουσιασμό ανυπόκριτο το Κιβώτιο, το επικατάρατο για την σταλινική ορθοδοξία μυθιστόρημα που θίγει όλα της τα ταμπού, κι ό,τι βρίσκονταν σε «ιδεολογική ομοφροσύνη», με τον αδιάλλακτα αντισταλινικό συγγραφέα του; Στο τερατώδες Αριστούργημα ο Ρίτσος θυμάται «και κείνη τη δακτυλογραφημένη απόφαση της παράνομης κομματικής συνεδρίασης όπου/ με αδελφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι/ότι τα νέα ποιήματα μου διανθίζονται από κάποιες τάσεις μεταφυσικής/κι εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός πολύ βαθύτερου ρεαλισμού/ περίπου σαν εκείνον του Ζντάνωφ, αλλά μαζί και με τις καταδικασμένες γάτες της Αχμάτοβα...» Είναι σαφής η τρυφερότητα που αγκαλιάζει την αναφορά στην μισητή για τον Ζντάνοφ και κάθε σταλινικό Αχμάτοβα, όσο κι η ειρωνεία για τον σοβιετικό Ανώτατο Δικαστή των γραμμάτων και των τεχνών. Ο ποιητής είναι απαρηγόρητος λόγω της αντινομίας, μα βλέπει κοινή αυτή την μοίρα στους ποιητές, να είναι δηλαδή «οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι» .
Ο Γιώργος Μπλάνας ασχολείται με το Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων μια σειρά πεζογραφημάτων όπου ξαφνικά -αλλά όχι ανεξήγητα για όσους γνώριζαν πως ο ποιητής Ρίτσος ήταν πάνω απ' όλα ποιητής- αποφάσισε να τινάξει στον αέρα τη δημόσια εικόνα του, την «επίσημη» ερμηνεία του έργου του. Ο Ρίτσος παραμένοντας στους κόλπους του Κομουνιστικού Κόμματος και μην παίρνοντας θέση στις σημαντικές εσωκομματικές και κοινωνικές αλλαγές, ταυτίστηκε με τη «γραμμή» του Κόμματος. Μπορεί τα «κομουνιστικά» του ποιήματα να αποτελούσαν ένα ελάχιστο μέρος του έργου του. Μπορεί ο Φουτουρισμός, ο Κυβο-φουτουρισμός, ο Σουπρεματισμός, ο Κονστρουκτιβισμός, το Παράλογο, ο Ουλτραϊσμός, ο Υπερρεαλισμός, ο Κρεασιονισμός να διέτρεχαν ποιητικές συνθέσεις όπως Οι Γειτονιές του κόσμου, Το Καπνισμένο τσουκάλι, Κωδωνοστάσιο, Μαρτυρίες, Χειρονομίες... Μπορεί, με τα ποιήματα της Τέταρτης διάστασης, η ελληνική μυθολογία να ανέβηκε στη σκηνή του συμβολιστικού δράματος που σκηνοθέτησε με τόση πρωτοτυπία ο Καρυωτάκης. Μπορεί όλα αυτά και αρκετά άλλα, όπως το ιδιότυπο ποίημα Όστραβα, που αναμιγνύει τα λογοτεχνικά «είδη». Ωστόσο, το ποιητικό ποτάμι του Ρίτσου συρρικνώθηκε, μ' έναν τρόπο απερίφραστα συμπλεγματικό, σε μερικούς «πολιτικούς» στίχους, οι οποίοι αποτέλεσαν αιχμή της απαξίωσης του έργου του. Στα εννέα βιβλία αποτελούμενα από σύντομα στιγμιότυπα της ζωής και των απόψεων -συμπεριλαμβανομένου του σεξ (ομοφυλοφιλικού και ετεροφυλοφιλικού)- ενός καθημερινού ανθρώπου προικισμένου με ποιητική δύναμη, η οποία προέρχεται από τον άμεσο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και όχι από τις γνώσεις του θα δηλώσει πως ο Αρίοστος είναι ο ίδιος ο ποιητής Ρίτσος και πως αρνείται να γίνει «Άγιος» -της επαναστατικής θρησκείας του Μαρξισμού προφανώς-συνταράζοντας τους αναγνώστες που ήθελαν να βλέπουν στη μορφή του έναν ηρωικό βάρδο του κομουνιστικού μέλλοντος. Ο Αρίοστος, ο Αόριστος και ο Άριστος, όπως αναγραμματίζει ο ίδιος το όνομα του ο Ρίτσος - άλλος ένας αναγραμματισμός! Υπάρχει και ο ποιητής Lodovico Ariosto, η επικολυρική. αλλά πάνω απ' όλα σαρκαστική πένα της Αναγέννησης, ο δημιουργός του περίφημου Orlando Furioso. Τρομερή σύγκριση, ανατριχιαστική για έναν κομουνιστή ποιητή. Ο Ariosto, ως ποιητής ήταν ακούραστα εφευρετικός και γι' αυτό επιρρεπής στις ατέλειες, υπερβολικός, όπως ίσως και αντιηρωικός. Σαν άνθρωπος, όμως, ήταν τρυφερός, καλοπροαίρετος και ευχάριστος. Μήπως ο Αρίοστος, το alter ego του Ίωνος (Ιωάννης;), που ως σοβαρός διανοούμενος καυτηριάζει συνεχώς τον διψασμένο για ζωή ήρωα, μπορεί να μας μάθει για την ποίηση του Ρίτσου περισσότερα απ' όσα θετικά ή αρνητικά ειπώθηκαν; Μήπως ένα ερωτικό-σατυρικό-λυρικό έπος μιας ζωής καταθέτει ό,τι διαφεύγει από τη δημόσια ανάγνωση ενός ολόκληρου ποιητικού έργου;
Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος ακούει τον Ρίτσο να απαγγέλλει τα ποιήματά του και τον αισθάνεται να γεωμετρεί και να ζωγραφίζει με τους στίχους του τοπία ελληνικά. Ένα μωσαϊκό είναι όλη η απαγγελία του Ρίτσου, μια νωπογραφία μεγάλων διαστάσεων χωρίς γωνιές, χωρίς αιχμές, σχεδόν χωρίς εκπλήξεις, ένα φρέσκο γεμάτο καμπυλότητες, που δεν σε αγκυλώνει.
Ο σκηνοθέτης Β. Παπαβασιλείου σε ομιλία που έγινε στην Πάτρα, με θέμα «Ο θεατρικός Γιάννης Ρίτσος» αναφέρθηκε στη σχέση του Ρίτσου με το θέατρο, το χορό, τη μουσική, τη ζωγραφική στις πέτρες, το πιάνο. Τα άκρα του δοκιμάζονταν σε μια εγρήγορση που δε συνάδει με το τυπικό σώμα του γραφιά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην περίπτωση του ένα δεύτερο σώμα λειτουργεί σαν φόδρα του σώματος του γραφείου. Είναι ένα σώμα μνημονικό, που έχει θησαυρίσει στην εμπειρία της σκηνής και του παιγνίου. Κι ένα χέρι που δεν γράφει, θα 'λεγες, αλλά «καλλιγραφεί».Αυτό το δεύτερο σώμα είναι η μήτρα της ποιητικής του. Είναι παρόν σε όλη την έκταση του έργου του. Η σκηνή ως ορίζοντας της γραφής δημιουργεί εκείνο το πεδίο όπου η λέξη απαλλάσσεται από το φορτίο της ονομαστικής της αξίας ή σημασίας και αποδεσμευμένη, μέσα από το ζωντανό σώμα του ερμηνευτή, οδεύει στο χώρο των πραγμάτων. Η λέξη βρίσκει ένα σώμα (ηθοποιός) κι ένα διάστημα (σκηνή) ώστε να μετουσιωθεί σε πράγμα. Υπάρχει στον Ρίτσο η αγάπη των πραγμάτων -η ποίηση του συνιστά ένα είδος διαρκούς προσκυνήματος στα εφήμερα και ανώνυμα πράγματα- και η λατρεία των χειρονομιών. Σταθερό ζητούμενο: να πετάξει ο κόσμος μέσα από την έκλειψη των ονομάτων - απαλλαγμένος υπό αυτή την έννοια, από το βάρος του εαυτού του. 0 Ρίτσος ήξερε με το δεύτερο σώμα του ότι καθετί απειλείται απ' αυτό που το συνιστά. Ανακάλυψε, λοιπόν, τη σκηνή ως ένα τόπο όπου τα πάντα μπορούν να απαλλάσσονται εν δυνάμει από το βάρος του εαυτού τους. Ως χορευτής είχε ζήσει στο πετσί του τον αγώνα του βωβού σώματος να πετάξει. Ως ποιητής, στην Τέταρτη διάσταση, αναθέτει στη σκηνή του θεάτρου κάτι συνολικότερο: λέξεις, σώματα, ονόματα, πράγματα συγκαλούνται σ' ένα σμίξιμο, σε μια συνεύρεση, σαν ισάριθμες σημαίες μεσίστιες (καθώς μέσα από την συμπαρουσία τους η μια λειτουργία σχετικοποιεί το απόλυτο βάρος της άλλης). Πενθούν η κάθε μια την απολυτότητά της και όλες μαζί υπηρετούν τον κυματισμό της ίδιας της ζωής του -του μεγάλου παντός-, που (ποιος ξέρει;) μπορεί να 'χει τελικά το πρόσωπο της θάλασσας της Μονεμβασιάς.
Ο Γιάννη Παπαθεοδώρου σχολιάζει τη συμβολή του Ρίτσου στη «μεταστροφή» της Αριστεράς απέναντι στον Καβάφη και στην κριτική αναγνώριση και καθιέρωση του Αλεξανδρινού με τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη που γράφονται σε μια εποχή που ο ποιητής ήδη προετοιμάζει παράλληλα το υλικό της Τέταρτης διάστασης- τα ποιήματα, δηλαδή, των κορυφαίων συλλογών του. Θεωρεί τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη όχι παρακολούθημα του αφιερώματος της Επιθεώρησης Τέχνης και του Τσίρκα αλλά για μια ξεχωριστή ανάγνωση του Καβάφη. Τα υλικά του Ρίτσου για το πορτρέτο του Καβάφη είναι, εν πολλοίς, προβλέψιμα και αναγνωρίσιμα: ο Καβάφης, «αόρατος», «κρυμμένος», «πανούργος», «σαρκικός» και διαρκώς μετέωρος επιλέγει το ιστορικό παρελθόν ως μοναδικό χώρο κοινωνικής αναφοράς, επειδή ακριβώς είναι αποστασιοποιημένος από τη σύγχρονη του κοινωνική πραγματικότητα. Ως εδώ, ο Ρίτσος όχι μόνο δεν πρωτοτυπεί αλλά βαδίζει με ασφάλεια πάνω σε «κοινούς τόπους» της καβαφικής κριτικής. Εκεί που πρωτοτυπεί, ωστόσο, είναι στην περιγραφή της τελικής δικαίωσης του ποιητή. Για τον Ρίτσο, ο έγκλειστος Καβάφης μοιάζει να κερδίζει τον κοινωνικό του χώρο, επειδή έχει κερδίσει βασανιστικά τον ποιητικό του χώρο: δικαιώνεται πολιτικά (ως πολίτης) επειδή έχει ήδη δικαιωθεί καλλιτεχνικά (ως ποιητής). Ο Ρίτσος περιγράφει έναν Καβάφη που εξιλεώνεται, ως «μέγας αναμάρτητος», μέσω της Τέχνης του. Η ηθική αναγωγή της τέχνης στην κοινωνική ολότητα ανακαλεί και τον ποιητή από τη μεταφορική ή κυριολεκτική εξορία του και την απομόνωση του. Στο καινούργιο αυτό χωροχρονικό διάστημα, ο ποιητής, η ποίηση και ο κοινωνικός κόσμος βρίσκονται λυρικά συμφιλιωμένοι μεταξύ τους. Η Πολιτεία, λοιπόν, είναι -δεν μπορεί παρά να είναι- η «τελική έξοδος» της Ποίησης.
Ο Τάκης Σινόπουλος σε κείμενο του 1964 υποστηρίζει πως ο Ρίτσος είναι συνειδητά και συστηματικά πολυγράφος, αδιάφορος για την «ποιότητα» .Τα μεγάλα του ποιήματα, ακόμα και τα πιο καλά, έχουν ένα βασικό μειονέκτημα. Αντί να χαρίζουν μια αδιάπτωτη αισθητική χαρά, στομώνουν τον αναγνώστη με ισχυρές δόσεις φτήνειας και φλυαρίας, τον κουράζουν και του αφαιρούν τη δυνατότητα της συνεχούς συγκίνησης. Σημειώνει ακόμα πως ο Ρίτσος δεν κατέχει την αρετή της συνθετικότητας. απουσιάζει η σφιχτή δομή και κλιμάκωση των επιπέδων στα ποιήματά του. Είναι απλώς ποιήματα παρατακτικά, με ένα βασικό θεματικό πυρήνα και εκτείνονται σε τούτο ή εκείνο το μάκρος. 0 λόγος του Ρίτσου είναι συνήθως χαμηλός, καθημερινός, οικείος. Καμιά φορά ογκώδης, καμιά φορά υψηλός. Η εσωτερική ένταση, το πάθος, η θερμότητα και η έξαρση σπάνια ανταποκρίνονται με τη δραματικότητα των θεμάτων του. Σ' όλα σχεδόν τα ποιήματα υπάρχει ένα πρόσωπο που μιλάει, απευθυνόμενο σε ένα, ή σε περισσότερα άλλα πρόσωπα. Συνήθως ακούμε ένα μονόλογο, καμιά φορά περισσότερους μονόλογους μέσα σε κάποιο σκηνικό. Η πρόθεση μιας θεατρικής δομής εξαναγκάζει τον Ρίτσο να υποκύπτει σε σχηματοποιημένες αντιθέσεις που έχουν τη βάση τους στην ιδεολογική του τοποθέτηση. Η γλώσσα του είναι η έτοιμη αστική γλώσσα, εμπλουτισμένη με γραφικά στοιχεία. Αγώνας προσωπικής έκφρασης δεν υπάρχει, ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την παρουσία ενός ύφους, μείγμα γλωσσικών προτερημάτων και ελαττωμάτων. 0 Ρίτσος είναι ποιητής της «πολιτείας». Ταλέντο αναλυτικής έκφρασης, έδωκε μέχρι σήμερα ένα πολύβουο, πολύχρωμο κόσμο. Χάρισε ένα ήθος στα καθημερινά πράγματα. Η δύναμη του ασκήθηκε στη δημιουργία ενός «αστικού» κυρίως χώρου των λαϊκών συνοικιών κι έδωκε μια ποιητική υπόσταση στην άδοξη ανθρώπινη συνθήκη. Ποιητής «σπιτικός», οικείος της λεπτομερειακής καθημερινότητας, με οξύτατη γνώση των πραγμάτων, οδηγήθηκε σε γενικότερη αίσθηση του γήινου στοιχείου και εν τέλει σε μια ευρύτερη «κοσμική» αντίληψη. Τα ποιήματα του οικοδομούνται κατά κύριο λόγο με εικόνες που είναι συνήθως ευρηματικές ή έντονα παραστατικές και συχνά ρίχνουν το βάρος τους στη ζυγαριά του ποιήματος, δίνοντας του γεύση και ποιότητα. Κάποτε φαίνονται ανεξάρτητες από το ποίημα, σαν ξένα σώματα, ζώντας τη δική τους ζωή. Διακόπτεται έτσι η οργανική συνέχεια του ποιήματος προς όφελος της εικόνας, που είναι κατά κανόνα πλήρης, σαφής, αναλυτική, ποτέ αμφίβολη ή υπαινικτική. Θα μιλούσαμε για μια αυταρέσκεια, ένα ναρκισσισμό εικόνων που συχνά οδηγούν στην εκφραστική υπερβολή. Ένα άλλο στοιχείο που παρατηρείται στην ποίηση του Ρίτσου είναι η έλλειψη, συχνά, ενιαίας υφής στους στίχους. Έχει κανείς μια παράξενη αίσθηση εναλλαγής «ποιοτήτων». Υπάρχει μια αίσθηση ρευστότητας στα ποιήματα του Ρίτσου που δεν «πήζουν», δεν αρθρώνονται εσωτερικά. Ο ποιητής χάνεται συχνά μέσα στους διαδρόμους της έκφρασης, κυνηγημένος επί πλέον από έναν χρόνιο «ποιητικισμό», μίμηση δηλαδή των μέσων της ποίησης που από καιρό κατατρώγει τα θεμέλια της εργασίας του. Το βασικό αυτό μειονέκτημα φαίνεται να το ξεπερνάει ο Ρίτσος στα ποιήματα των τελευταίων χρόνων, αν και δεν αποκλείονται οι υποτροπές, αφού ο Ρίτσος υπακούει περισσότερο στο νόμο της παραγωγής και λιγότερο στην ανάγκη της δημιουργίας. Αν ο κόσμος του δεν συνοδεύεται πάντοτε απ' το βαθύτερο ποιητικό του αντίκρισμα, αυτό οφείλεται στο ότι ο Ρίτσος συχνά τσιγκουνεύεται, δεν αναλίσκεται σαν Εγώ μέσα στο ποίημα. Δεν είναι υπέρ του ποιητή από τη μια μεριά να σου δίνει τον κόσμο σαν αποκάλυψη κι απ' την άλλη να απαλλοτριώνει την ποιητική ενέργεια υπέρ της Α ή Β πολιτικοκοινωνικής ένταξης .
Η 'Ελλη Φιλοκύπρου εξετάζει την τελευταία συλλογή του Ρίτσου (Δευτερόλεπτα, 1988-1989) και τα προσωπεία του ποιητή: σχοινοβάτης και ταχυδακτυλουργός, γελωτοποιός, θαυματοποιός και ακροβάτης, ο ποιητής διακινδυνεύει, επιδεικνύει την επιδεξιότητα του, χειροκροτείται, λιθοβολείται, μελετώντας την περίπλοκη σχέση του με το κοινό του και με την τέχνη του. Η καλλιτεχνική του υπόσταση επενεργεί καταλυτικά στην ανθρώπινη.
Η Νάντια Φραγκούλη υποστηρίζει πως το στοιχείο της επανάληψης στο έργο του Ρίτσου δεν συνιστά αδυναμία του αλλά ένα ερμηνευτικό του κλειδί. Στο έργο του αρκετά θέματα, είτε αφορούν στην υπαρξιακή είτε στην κοινωνική αναζήτηση, επανέρχονται, και μάλιστα με παρόμοια πραγμάτευση και εκφραστική αποκρυστάλλωση, ενώ και τα «ποιητικά του μέσα» μάλλον ωριμάζουν παρά αλλάζουν άρδην, όπως άλλωστε και η κοσμοθεωρία του. Ωστόσο, η επανάληψη δεν προσπαθεί καν «να κρυφτεί», αντιθέτως, φτάνει να γίνει στοιχείο ταυτότητας της ποιητικής φωνής, υπογραμμίζοντας με την χρήση παρόμοιου ρυθμικού και λεκτικού ενδύματος ακριβώς αυτήν τη θεματική επαναφορά. 0 Ρίτσος ενδεχομένως δεν «φοβάται» την επανάληψη και συνειδητά «υποπίπτει» σε αυτήν. Από τον Επιτάφιο και μετά, ο στίχος αλλά και η γραφή του Ρίτσου εν γένει δομούνται πάνω στην επανάληψη και συνδέεται με τις αρχές της ποιητικής του.
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009
Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")
Σε μια προσπάθεια να προσεγγιστεί το «φαινόμενο Ρίτσος» από πολλαπλές σκοπιές το περιοδικό «Το Δέντρο» καταθέτει ένα αφιέρωμα όπου περιλαμβάνονται παλαιά και νέα κείμενα πεζογράφων, ποιητών και δοκιμιογράφων αποκαλύπτοντάς μας τα πολύτιμα ορυκτά της ποιητικής του παραγωγής.
Προτάσσονται 14 επιστολές του Γιάννη Ρίτσου στον ποιητή και φίλο του Τίτο Πατρίκιο. Τα γράμματα αυτά έχουν γραφτεί από τον Γιάννη Ρίτσο μετά την επιστροφή του από το στρατόπεδο του Άη-Στράτη στην Αθήνα, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας (1952-1953 ,ενώ ο Τίτος Πατρίκιος είναι ακόμα εκτοπισμένος στον Άη-Στράτη. Του γράφει: «…εκείνοι που έχουν να πουν πολλά βασανίζονται να πουν αυτό που τους βασανίζει, επιμένουν, ξαναγυρίζουν, υπογραμμίζουν, αναλύουν, για να προσδιορίσουν, να ορίσουν, αυτό κι όχι άλλο, έτσι κι όχι αλλιώς. Κ' ίσως αυτή η επιμονή, η επανάληψη, η υπογράμμιση κ' η ανάλυση (για να πετύχουμε τον ακριβή ορισμό) νάναι η αδυναμία των γραφτών μας κ' ίσως και η αξία τους (δε λέω η ομορφιά τους). Το ποσοστό της θυσίας τού περίσσιου και του υπερβολικά ακριβούς προσδιορίζει την ομορφιά και την αρτιότητα ενός έργου. Μα τι με νοιάζουν όλα αυτά όταν ανασαίνω τόσο οξυγόνο ζωής μέσα στο Γράμμα σου; Μπορεί, βέβαια, νάναι κ' έτσι όπως λένε κι όπως λέω. Εγώ δεν το μπορώ. Πολλές φορές μάλιστα δεν ανέχομαι αυτή την υστερόβουλη θυσία. Γι' αυτό, ίσως και ν' αγαπώ στα δικά σου σφάλματα τα δικά μου. Κ' είναι τάχα σφάλματα του έργου σου το ότι μ' έκανε να σ' αγαπώ πιότερο; Αν είναι έτσι, ζητώ λοιπόν τα σφάλματα. Μα δεν είναι. Και χαίρουμαι το γραφτό σου, και σ' αγαπώ και σε φιλώ όπως δε σε φίλησα ποτέ. …».
Κι αλλού: « Σου μιλώ όσο πιο καθαρά μπορώ. Κ' έτσι θέλω να μου μιλάς. Κ' είμαι σίγουρος πως θέλεις και συ και μπορείς. Και περιμένω το ταγκό σου που σφυράς το βραδάκι στην ακρογιαλιά, ή ανάμεσα στ' αντίσκηνα, εκεί κάπου κοντά στο καλυβάκι μου, όπως σου στέλνω κ' εγώ το δικό μου ταγκό, ξέροντας πόσο μπορείς ν' ακούσεις πίσω απ' τις γελοίες στροφές του, όλες τις βουνοκορφές των μεγάλων ήχων. Τι μούρθε, καλέ μου, να συνεχίζω τούτη την ανόητη παρομοίωση; Καταλαβαίνεις και χαμογελάς; Κ' εγώ χαμογελώ, Τίτο μου. Πριν λίγες μέρες είχα πάει μιαν εκδρομή στο Ξυλόκαστρο. Κράτησα όπως πάντα τις σημειώσεις μου. Σε μια γράφω: «Απόψε όλη η ακροθαλασσιά της ψυχής μας στρωμένη με γαληνεμένους πόνους όπως με κείνα τα μεγάλα βότσαλα στρογγυλεμένα απ' τα φιλιά και τα μαστίγια του νερού». Κι αμέσως θυμήθηκα εσένα. Και την ακρογιαλιά του Άη-Στράτη. …Τι φτιάχνεις; Δουλεύεις καθόλου; Ή μήπως πάλι βρίσκεσαι στην περίοδο της ενατένισης και της βαθιάς σιωπής; Όχι, Τίτο μου - μη σταματάς. Αργότερα θάναι τ' άλλα. Τώρα είναι αυτά. Κι αυτά που είναι πρέπει να βγουν, να φανούν, ν' ανασάνουν και ν' ανασάνουμε…». «Τίτο μου - στο πρόσωπο σου βλέπω τον ίδιο εμένα στα είκοσι μου χρόνια, με τις μεγάλες λαχτάρες, τους ενθουσιασμούς, τις μεγάλες αμφιβολίες, το μαρτύριο και τη χαρά του - γιατί, δεν ξέρω - ναι, γιατί σ' αγαπάω - απλούστατα και μόνο σ' αγαπάω. Τι δύσκολο, Τίτο μου, να βρει κανείς μια λέξη απλή, να μιλάει απλά και φυσικά για τα μεγάλα και νάναι τα μεγάλα απλά και φυσικά. Ναι, παιδάκι μου «δε φτάνει πια η σιωπή. Δε φτάνουν πια τα λόγια. Ξεριζώνεις τις λέξεις μία-μία - απ' το λαρύγγι σου... Τούτος ο πυρετός κι ο οργασμός - κι αυτό το παγωμένο φλούδι της νέκρας και το ιδρωμένο χέρι που βαριέται να σκουπίσει το ιδρωμένο κούτελο, κ' η άρνηση κ' η συχασιά κ' η δυσπιστία για όλα και πρώτα-πρώτα για μας τους ίδιους - πόσες φορές τα ζήσαμε και θα τα ζήσουμε πάλι σ' άλλες ώρες, σε διαφορετικούς βαθμούς - και πάλι και πάντα μέσα απ' όλ' αυτά πιο γερό, πιο συγκροτημένο το σώμα της υγείας - να ξαναβρίσκουμε «την αγάπη και τον κόσμο», «να διαβάζουμε φωναχτά τον ουρανό και τα μάτια των ανθρώπων μες στη σιγή και μες στη σιγουριά». Ναι, αυτό 'ναι ποίηση. Τι σημασία αν τάπαν κι άλλοι αλλιώς είτε όμοια κι απαράλλαχτα; Είναι δική μας φωνή, ξεχωριστά δική μας, μια ολότελα καινούργια ανακάλυψη της κάθε τόσο «ανακαλυπτόμενης» καρδιάς του κόσμου. Έτσι πορεύεται το πνεύμα - δεν κληροδοτείται μηχανικά· ξαναανακαλύπτεται και μεταδίδεται με τη φιλία και μέσα στη φιλία των ανθρώπων».
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ προβληματίζεται για το πού στον Ρίτσο σταματάει η ποίηση και αρχίζει το θέατρο ή και το αντίθετο. Ποιο είναι το σημείο που τα δυο στοιχεία αγγίζονται, πού κυριαρχεί το ένα από τα δύο (είναι άραγε απαραίτητο;), έτσι ώστε το δημιούργημα να στεγαστεί, ν' ανήκει κάπου; Η ποίηση του –υποστηρίζει-διαθέτει έναν δισυπόστατο πλούτο: ενώ είναι προσγειωμένη στην πραγματικότητα, δεν εγκαταλείπει ποτέ το όνειρο και ο λόγος είναι αυτός που μεταφέρει την πραγματικότητα σε μίαν άλλη που τη γεννάει το γραφτό. Πραγματικότητα και ποίηση μαζί, σαν δύο χέρια πλεγμένα σφιχτά. Αυτό που τελικά εμείς εισπράττουμε απ' την πραγματικότητα, θετικό ή αρνητικό, αληθινό ή παραμορφωμένο, γίνεται μέρος του δικού μας εσωτερικού κόσμου. Έτσι μπαίνουμε, δηλαδή στο χώρο της «υποκρισίας», της παράστασης, του θεάτρου. Για τον Γιάννη Ρίτσο η ποίηση είναι η τελική κάθαρση, η τελειοποίηση της ελπίδας.
Ο Δ. Αγγελής αναφέρεται στον πολιτικό μεσσιανισμό του Ρίτσου αναγγέλλοντας την έλευση ενός νέου κομουνιστικού κόσμου, προσδοκία που θα παραμείνει ενεργός σε όλες τις περιόδους της δημιουργικής του πορείας. Η πίστη του για την τελική, εγκόσμια δικαίωση του ανθρώπου και της ενδιάθετης καλοσύνης του είναι καθαρά εσχατολογική και δίνει στο έργο του έναν χαρακτήρα προφητικό. Αυτή η μεσσιανική υπόσχεση δεν προσμένει έναν σωτήρα, αλλά απευθύνεται σε όλους, γιατί το έργο της κατάλυσης του ιστορικού συνεχούς και της δραστικής μεταμόρφωσης του παρόντος έχει μεταβιβαστεί στα χέρια της ανθρωπότητας όχι με τη μορφή της βίαιης εξέγερσης αλλά ως ηθική ανταμοιβή των καταφρονεμένων όλου του κόσμου. Όμως με το πέρασμα του χρόνου, η αρχική αισιοδοξία μετατρέπεται σταδιακά σε μελαγχολική αβεβαιότητα. Σε αρκετά ποιήματα του Ρίτσου μπορούμε να εντοπίσουμε την κριτική του στάση έναντι του Κόμματος και την απογοήτευση του από την αργοπορία του πληρώματος ή και την διάψευση της επαγγελίας. Η ποίηση του αφοσιώνεται στην μεταφυσική της καθημερινότητας, που μπορεί να είναι βαθύτερα πολιτική από την άλλη, την κραυγαλέα, γιατί υπηρετεί πλέον την προσωπική του αλήθεια και ανθρωπιά, αυτή που δεν χρειάζεται παραπετάσματα για να επιβιώσει.
Ο Αλέξανδρος Αργυρίου αιτιολογεί τον αποκλεισμό του Ρίτσου από πολλές ανθολογίες. Αυτό συνέβη, υποστηρίζει, επειδή η ποίηση του Ρίτσου, καταρτισμένη με ‘φθαρτά υλικά’, έδειχνε ότι ήταν επίσης φθαρτή, για τους αναθρεμμένους με στρογγυλές, εύηχες και ρητορικές λέξεις. Τα ποιήματά του αποστασιοποιούνται από τον χρόνο που γράφτηκαν και τις αφετηρίες που τα προκάλεσαν. Ο λόγος του λιτός και απέριττος ενώ οι πολλές επαναλήψεις λειτουργούν προσθετικά και αυξάνουν το σημασιολογικό πεδίο. Με υπόγεια αυστηρότητα κινείται στο παρόν χωρίς διδακτισμό προσβλέποντας προς ένα άδηλο μέλλον, έμμεσα και αρητόρευτα. Οραματικός χαρακτήρας σε υψηλής στάθμης ποίηση.
Ο Γιώργος Βαρθαλίτης θεωρεί πως η ποιητική ήπειρος του Ρίτσου είναι εν πολλοίς αχαρτογράφητη. Τοπία λυρικά και μέρη εξαιρετικής ομορφιάς, τα οποία θα άξιζε τον κόπο να τα επισκεφθεί κανείς ξανά και ξανά, γιατί θα βρίσκει πάντοτε το αρχικό του θάμβος διαρκώς εμπλουτισμένο. Αναδύονται από την παιδική και εφηβική μνήμη, τα παράκτια άλση του νόστου, που βρίσκονται τόσο κοντά στο όνειρο όσο τα άλση της Περσεφόνης στον Άδη. Ήδη στις Πυραμίδες διακρίνονται αχνά εδώ κι εκεί, πίσω απ' το παραμορφωτικό κρύσταλλο της καρυωτακικής ειρωνείας, οι όλβιες εικόνες των παιδικών χρόνων: Οι πληγές είναι ακόμα νωπές και δεν επιτρέπουν πολλές νοσταλγικές ονειροπολήσεις. Θωρακισμένος πίσω από μιαν εύθραυστη ασπίδα ναρκισσευόμενου αυτοσαρκασμού και υπερήφανης αδιαλλαξίας, ο Ρίτσος αναζητεί τον δρόμο του προς τη ζωή. Όσο όμως απομακρύνεται, μέσα στον χρόνο, απ' τα περασμένα, - τόσο αυτά επιστρέφουν και τον στοιχειώνουν. Στη νεανική έξαρση και κατάφαση στη ζωή, παρεισφρέουν υποβλητικές στιγμές νόστου που συνυφαίνεται με τη στοχαστική ενατένιση του ανθρώπινου πεπρωμένου. Δυο είναι οι διαρκείς αναφορές: η θάλασσα και η μορφή της μητέρας. Συνδέεται έτσι άμεσα με τον λιθουανό ποιητή του νόστου: τον Όσκαρ Μιλόζ του οποίου μοτίβα, εκφράσεις και θέματα εμφιλοχωρούν συχνά στον μεσοπολεμικό Ρίτσο. Υποστηρίζει πως το επικαιρικό μέρος της ποίησης του Ρίτσου, καθώς η επικαιρότητα που το έθρεψε βυθίζεται στο παρελθόν, θα μας ενδιαφέρει όλο και λιγότερο, ενώ το ποιητικό έργο που, στις καλύτερες στιγμές του, απλώνει τις ρίζες του στα βαθύτερα κοιτάσματα της ανθρώπινης ψυχής -στον νόστο, την επιθυμία, την επίγνωση της απώλειας και της ματαιότητας αλλά και την διεκδίκηση μιας άλλης τάξεως αφθαρσίας- αυτό θα εξακολουθεί να μας γνέφει να το ανακαλύψουμε και να το εξερευνήσουμε, όπως ανακαλύπτουμε και εξερευνούμε μια χώρα άγνωστη και ταυτόχρονα οικεία, μακρινή αλλά και απρόσμενα κοντινή.
Παρατίθενται αποσπάσματα από ομιλία του Β. Βασιλικού σε παγκόσμιο συνέδριο συγγραφέων και ποιητών στη Φιλανδία τα χρόνια της Χούντας όταν ζήτησε την υπογραφή τους για την απελευθέρωση του Ρίτσου από το στρατόπεδο της Λέρου και μια κριτική στην εφημερίδα Λε Μοντ το 1971. Συνέδεσε την αντίσταση στο φασισμό με το Ρίτσο που δεν επέτρεψε στον εαυτό του να εμπνευσθεί από τις προσωπικές του κακουχίες. Ό,τι κάνει τον Ρίτσο ποιητή της αντίστασης δεν είναι γιατί έγραφε ποιήματα για την αντίσταση κατά των Ναζί. Η αντίσταση του ήταν ενάντια στην ίδια του την ευαισθησία, στη ροπή του για τη φθορά. Ατσάλωσε την ποιητική του με την αντίσταση στα ναρκισσιστικά αισθήματα της παρακμής . Είδε τον κόσμο γύρω του ακριβώς όπως ήταν. Έθεσε την ευαισθησία του στην υπηρεσία του ελληνικού λαού και έτσι μπόρεσε καλύτερα να εκφράσει και το λαό αυτό. Ο χρόνος περιμένει τον ποιητή γιατί ο ποιητής τον έχει δαμάσει.
Ο Κώστας Βούλγαρης με αφορμή τον ΙΔ΄ τόμο των Ποιημάτων του ποιητή σχολιάζει τη συλλογή «Κάποτε» που περιέχεται στον εν λόγω τόμο. Εκεί ο Ρίτσος αναμετράται με την τεχνική του Σαχτούρη, την οποία οικειοποιείται με άνεση (χωρίς ούτε στιγμή να παύει να είναι Ρίτσος). Η τεχνική του Σαχτούρη παρέπεμπε σε ένα στίχο λιτό και μια ήπια, απισχνασμένη εξπρεσιονιστική εικονοποιία, όπου εμπεδώνεται το αίτημα της μετάβασης από τις «μεγάλες αφηγήσεις» στην καθημερινότητα. Η απογύμνωση του λεκτικού υλικού από το φθαρμένο εννοιολογικό φορτίο και τους επίσης φθαρμένους ρυθμούς της «μεγάλης ανάσας», προϋπέθετε τον ακμαίο μοντερνισμό. Δηλαδή, το βαρύ σεφερικό ιστορείν, το οργιώδες κουδούνισμα των λέξεων του Ελύτη, την ασήκωτη, από έναν κοινό θνητό, εμπειρίκια ερωτική μυθολογία. Όλα αυτά, η ποίηση του Σαχτούρη τα προϋποθέτει, ακόμη και ως φόντο και καμβά, για τις λιτές γραμμές της εικονοποιίας της. Ο Ρίτσος σε αυτή τη συλλογή μετέρχεται μια δέσμη τρόπων: τη «χαμηλή φωνή», χωρίς όμως τη λυρική της φόρτιση, την ακραία λιτότητα, λεκτική και αφηγηματική, που καταφέρνει να μας δείξει τους νευρώνες των λέξεων και των εννοιών, τον απλό διάκοσμο, μόνο με στοιχεία της καθημερινότητας και της κοινά βιωμένης εμπειρίας. Μετέρχεται και τον τρόπο των αιφνιδιαστικών αντιθέσεων, όχι βέβαια με την κραυγαλέα σουρεαλιστική παραθετικότητα, αλλά με μια μινιμαλιστική τεχνική, όπου ο σχεδόν ατονικός ρυθμός σε απορροφά στιγμιαία, για να σε ξαφνιάσει η αμέσως επόμενη λέξη, η στιγμή που παράγει τον σπινθήρα της ποίησης, σπινθήρα διαφορετικής έντασης, ήχου και χρώματος κάθε φορά. Δηλαδή, κάνει όσα προσπάθησαν, αλλά και πέτυχαν, τόσοι και τόσοι ποιητές, επί τρεις δεκαετίες, και συνεχίζουν να κάνουν αρκετοί νεότεροι.Η διαφορά, δηλαδή, στο επίτευγμα του Ρίτσου, εντοπίζεται στη σύνθεση. Καταφέρνει να μας δώσει ένα τοπίο κατάφορτο από ιδέες, συναισθήματα και Ιστορία, που όλα τους βρίσκονται και λειτουργούν σε πρώτο πλάνο, όμως σε μια ισότιμη, αγαστή συνύπαρξη, με τις λέξεις, τα στιγμιότυπα και τους «μικρορυθμούς» του ποιήματος, ενός ποιήματος πάντα τόσο απλού και φιλικού προς τον αναγνώστη.
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στους θεατρικό ποιητή Ρίτσο ο οποίος στους μονολόγους έκανε θέατρο τα βιώματα του, την κρυπτεία του. Έτσι τόλμησε σε ανύποπτο χρόνο, πριν αρχίσει η φιλολογία της αγιοποίησης του, να βγάλει προς τα έξω ενδόμυχα πράγματα. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι υπήρξαν πολλές αντιρρήσεις στον κομματικό του χώρο για τις εκμυστηρεύσεις του, έστω και αν γίνονταν κάτω από προσωπείο. Πίσω, λοιπόν, από τα θεατρικά του ποιήματα δεν μπορεί κανείς παρά να ανιχνεύσει βαθειές εγγραφές της υπαρξιακής του ταλάντευσης .0 Ρίτσος αντιμετωπίζει από πολύ ενδιαφέρουσες πλευρές τα αγωνιώδη ερωτήματα που βασανίζουν τους ήρωες του. Τα γυναικεία προσωπεία που επιλέγει είναι μια καταπληκτική, σε βάθος ανίχνευση του ποιητικού Εγώ του Ρίτσου. Θέλει να βλέπει προς τα έξω μια διαφορετική από τη δική του προσωπικότητα, υπηρετώντας ένα μεγάλο όραμα στο οποίο πιστεύει και ταυτοχρόνως να μην αποκαλύψει κάποιες μύχιες ατομικές, «παρακμιακές», σύμφωνα με την κομματική αντίληψη, εμπειρίες του. Προσπαθεί σε ένα επίπεδο να δείξει ότι δεν κιότεψε, ότι δεν υποχώρησε στο ατομικό Εγώ.
Ο Φ.Δ. Δρακονταειδής εντοπίζει στο έργο του Ρίτσου πάθη, αγώνες, απογοητεύσεις, ανατάσεις. Η προοπτική εμφανίζεται ως συνέχεια μιας ισχυρής, συνεχούς, αλλά και προδομένης παράδοσης με συνιστώσες την ακατανίκητη δίψα εξυπηρέτησης ιδανικών, είτε πρόκειται για την προσωπική τελείωση, είτε την κοινωνική ορμή της πικρής πατρίδας. Αυτή η σύνθετη εικόνα εξιστορείται με ποικίλες αποχρώσεις, με το ιδιαίτερο χρώμα μιας προσωπικής γλώσσας, όπου το λεξιλόγιο δεν είναι το ζητούμενο, οι χρωματισμοί του όμως είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού. Η ποσότητα μοιάζει με επίπεδη χώρα, εντός της οποίας υψώνονται λόφοι και όρη. Χαρακτηριστικό αυτών των εδαφικών εξάρσεων είναι η λιτότητα, αλλά και η υπόδειξη μιας κληρονομιάς, η συσσώρευση της οποίας αφήνει περιθώρια διόρθωσης και ελπίδας. Διόρθωση της πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, ελπίδα ενός κόσμου που αναδύεται και που ωριμάζει, ώστε να φτάσει η ώρα του και να βγει στο φως, κυρίαρχος και όχι υποτακτικός. Από αυτή την άποψη, ο Ρίτσος είναι μια πάσχουσα προσωπικότητα. Πάσχει για όσα είναι άρνηση του βίου, πάσχει για να πετύχει την ελπίδα. Αυτός είναι ο αγώνας του. Τα υλικά και τα εργαλεία του αγώνα είναι τα διδάγματα και οι αρχές της επανάστασης. Και επανάσταση είναι το τρακτέρ, επειδή προσφέρει δύναμη και ανεξαρτησία, είναι εξίσου το τσαπί, που χαράζει τον μόχθο, όχι για την ατομική περιουσία, αλλά για τη συλλογικότητα. Η επανάσταση κηρύττει τον ανθρωπισμό με την αντίσταση στην αλλοτρίωση που προκαλούν οι μηχανές, οι ευκολίες, η εκμετάλλευση. Είναι κάλεσμα και όχι μανιφέστο, είναι στράτευση προς παραδειγματισμό και αναζήτηση της δικαιοσύνης.
Ο Άλκης Θρύλος σε κριτική του( 1965) για την παράσταση της Αντιγόνης αναφέρει για την μετάφραση του Ρίτσου: «Προκειμένου να μεταχειρισθή το σοφόκλειο κείμενο σαν μέσο για να έκφραση τις δικές του πεποιθήσεις, δεν δίστασε να εξάρθρωση την Τραγωδία. Με τη χρησιμοποίηση ενός παρδαλού, ετερόκλητου, φθηνού λεξιλογίου, διαμορφωμένου με στοιχεία της καθαρεύουσας και της γλώσσας των τριάδων, το οποίο τοποθέτησε στο στόμα του Κρέοντα, θέλησε να δείξη ότι ο Βασιλιάς των Θηβών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας κοινός και χυδαίος δημαγωγός και ρήτορας που είχε μέσα του μόνον έπαρση και ήταν ουσιαστικά εντελώς κούφιος. Εξευτελίζοντας όμως τον Κρέοντα εξευτέλισε ολόκληρη την Τραγωδία. Αφαιρώντας το ένα σκέλος τής ισορροπίας της, την εκμηδένισε ολόκληρη. 0 Σοφοκλής αντιπαραβάλλει δύο χαρακτήρες ισοδύναμους. 0 ένας αντιπροσωπεύει τον αλύγιστο Νόμο, ο άλλος την Αγάπη, μα και οι δύο πιστεύουν το ίδιο στο δίκαια τους. 0 Κρέων τελικά θα παραδεχθή την Αγάπη, θα νικηθή απ' αυτήν. Ποια σημασία έχει η τελική συντριβή του, αν ήταν από την αρχή ποταπός κι ασήμαντος, ποια σημασία έχει η υπεροχή της Αγάπης όταν ποτέ δεν αντίκρυσε έναν ανάλογο της αντίπαλο; 0 κ. Ρίτσος κατέβασε την Αντιγόνη από τις πνευματικές σφαίρες· από το κλίμα της, στην αγορά και στα κέντρα όπου εκφωνούνται ρητορικά σχήματα. Οι πεποιθήσεις του τον παρώτρυναν να εξυπηρετήσει σκοπούς που βρίσκονται έξω από την περιοχή της Τέχνης…».
Η Σόνια Ιλίνσκαγια κάνει μια σύντομη αναδρομή από τους ρομαντικούς κοινωνικούς οραματισμούς με κοσμογονική ενόραση και αντίστοιχο γιγαντισμό των εκφραστικών μέσων (Τρακτέρ, Πυραμίδες) στην διαλογική γραφή και μια «ντοκουμενταρισμένη» προσέγγιση στα realia της εποχής. Εντοπίζει στον Επιτάφιο έναν ριζοσπαστικό χειρισμό του άκρως επικαιρικού θέματος, τη μεταστροφή του σε διαχρονικό, πανανθρώπινο, της προσφοράς και της θυσίας. Στο τραγούδι της αδελφής μου εγκαινιάζει μια σειρά από χειμαρρώδεις λυρικές συνθέσεις με έντονο οντολογικό προβληματισμό και ψυχογραφική διεισδυτικότητα. Μεταβαίνει στον ελεύθερο στίχο. Οι προπολεμικές Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου ανοίγουν ένα ισχυρό και μόνιμο ρεύμα της ποιητικής δημιουργίας του - κύκλους με μικρογραφίες της καθημερινότητας, καταθέσεις των ασήμαντων πραγμάτων χωρίς καμία μεσολάβηση του ποιητή. Ακόμα και στα χρόνια της Κατοχής το μήνυμα της αντιστασιακής στράτευσης δεν προβάλλεται μετωπικά, κινείται στο πεδίο της νεωτερικής, συμβολικά φορτισμένης γραφής. Η στροφή στο άμεσο επικαιρικό γίνεται μετά τα «Δεκεμβριανά». Το 1945-7 γράφεται η Ρωμιοσύνη, καρπός απολογισμού σχετικά με την πρόσφατη κατακλυσμιαία εθνική δοκιμασία, όπου η ενόραση απλώνεται και στο παρελθόν, ζυγίζει τις σταθερές της εθνικής ιδιοσυγκρασίας, παραδόσεων, πολιτισμικών θεσμών. Ο ιστορικός χρόνος εισχωρεί στον τρέχοντα, συγχωνεύεται μ' αυτόν για να τονίσει το στοιχείο του εθνικού πεπρωμένου. 0 Εμφύλιος θα επιβάλει ξανά την άμεση επικαιρική ανταπόκριση· η σφραγίδα της αποτυπώνεται και στα θέματα και στη γλώσσα, προσανατολισμένη τώρα στη δραστική επικοινωνία. με πρόθεση να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για τη δεκαετία του 1940.Έτσι φτάνουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε. Στην Ανυπότακτη πολιτεία (1952-1953) η επιστροφή του ποιητή από την εξορία στην αγνώριστη μετεμφυλιακή Αθήνα προβάλλει ως διαδικασία επανένταξης στη ζωή - και με την ορμητική βούληση της αγωνιστικής συνέχειας, αλλά και με την ερευνητική προσγείωση στη νέα κοινωνική πραγματικότητα, ενώ το 1954, στην «Κυκλική δόξα» και στο «Άσπρο και μαύρο», εκδηλώνονται οι ανανεωτικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις που θα ξεδιπλωθούν, πολύ εντυπωσιακά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50. Το επικαιρικό θα υποχωρεί σταθερά, αλλά δε θα εγκαταλειφθεί, δε θα πάψει να αποτελεί για τον ποιητή επιτακτική ανάγκη ευθύτατης κατάθεσης.
Η Τζίνα Καλογήρου ασχολείται με ένα από τα μείζονα θέματα που τροφοδοτούν την όψιμη δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου τον έρωτα. Ως ακατανίκητη ενόρμηση αλλά και ως υπέρτατη δύναμη και αξία ζωής, ο έρωτας κατέχει δεσπόζουσα θέση σε συνθέσεις όπως τα Ερωτικά (1981), τα Επινίκια (1984) αλλά και το Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων (1982-1986). Το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει να φέρει στην επιφάνεια ένα πλούσιο ερωτικό κοίτασμα, προβάλλοντας την τολμηρά αισθησιακή πλευρά της ποιητικής του. Ο ερωτισμός, υπερχειλίζων και ακατανίκητος, έρχεται μέσω της μνήμης και της φαντασίας να λειτουργήσει ανακουφιστικά για το υποκείμενο και, τουλάχιστον για όσο διαρκεί η πράξη της γραφής, να ξορκίσει την προϊούσα φθορά του χρόνου και την αδυσώπητη γήρανση του σώματος. Η εξύμνηση του έρωτα συμβαδίζει με μια όψιμη, αλλά οπωσδήποτε λυτρωτικά θριαμβευτική εξύμνηση των αξιών της συντροφικότητας, της ελευθερίας και της επανάστασης. Ο συγγραφέας καταξιώνει την επανάσταση σε επίπεδο κοινωνικό όσο και ατομικό (ως ελευθεριάζουσα ερωτική έκφραση) και έτσι ξαναγυρίζει σε παλαιότερα σύμβολα της ποίησης του. Το μεθύσι του έρωτα, η συγκινησιακή και σωματική ένταση των προσώπων δηλώνονται με τις εικόνες μιας φύσης που σφύζει από ζωή, ενός περιβάλλοντος κόσμου που βρίσκεται σε οργιαστική κίνηση και ερωτική έξαρση. Ο έρωτας συνέχει όλα τα φυσικά στοιχεία σε μια πρωτόφαντη αρμονία, υλοποιώντας την αρχέγονη ένωση του ανθρώπου με τη φύση. Η συνταύτιση γυναίκας και φύσης εντάσσεται στο καθολικότερο υπερρεαλιστικό όραμα για διαλεκτική συνένωση των αντιθέτων και κατάργηση παντός είδους διαχωριστικών ορίων, Η γυναικεία μορφή επενδύεται με μυστηριακές δυνάμεις, εμφανίζεται ως κλειδούχος των μυστηρίων του σύμπαντος. Γενικότερα, ο έρωτας, ως συμπαντική δύναμη και αξία ζωής, αποδεικνύεται υπέρτερη του χρόνου και του θανάτου. Ο έρωτας είναι ταυτόχρονα συνειδητοποίηση του θανάτου αλλά και απόπειρα μεταβολής της «στιγμής» σε αιωνιότητα. Η ερωτική πράξη διαστέλλει το χρόνο, το παρόν μετατρέπεται σε απουσία χρόνου, διάρκεια.
(συνεχίζεται)
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
Μανόλη Αναγνωστάκη Ποιητική

Μια μορφή αντίστασης στη ξύλινη γλώσσα των ημερών το χαμόγελο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και η επαφή μας με την ποίησή του.
Ποιητική
-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
