Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")


Σε μια προσπάθεια να προσεγγιστεί το «φαινόμενο Ρίτσος» από πολλαπλές σκοπιές το περιοδικό «Το Δέντρο» καταθέτει ένα αφιέρωμα όπου περιλαμβάνονται παλαιά και νέα κείμενα πεζογράφων, ποιητών και δοκιμιογράφων αποκαλύπτοντάς μας τα πολύτιμα ορυκτά της ποιητικής του παραγωγής.

Προτάσσονται 14 επιστολές του Γιάννη Ρίτσου στον ποιητή και φίλο του Τίτο Πατρίκιο. Τα γράμματα αυτά έχουν γραφτεί από τον Γιάννη Ρίτσο μετά την επιστροφή του από το στρατόπεδο του Άη-Στράτη στην Αθήνα, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας (1952-1953 ,ενώ ο Τίτος Πατρίκιος είναι ακόμα εκτοπισμένος στον Άη-Στράτη. Του γράφει: «…εκείνοι που έχουν να πουν πολλά βασανίζονται να πουν αυτό που τους βασανίζει, επιμένουν, ξαναγυρίζουν, υπογραμμίζουν, αναλύουν, για να προσδιορίσουν, να ορίσουν, αυτό κι όχι άλλο, έτσι κι όχι αλλιώς. Κ' ίσως αυτή η επιμονή, η επανάληψη, η υπογράμμιση κ' η ανάλυση (για να πετύχουμε τον ακριβή ορισμό) νάναι η αδυναμία των γραφτών μας κ' ίσως και η αξία τους (δε λέω η ομορφιά τους). Το ποσοστό της θυσίας τού περίσσιου και του υπερβολικά ακριβούς προσδιο­ρίζει την ομορφιά και την αρτιότητα ενός έργου. Μα τι με νοιάζουν όλα αυτά όταν ανασαίνω τόσο οξυγόνο ζωής μέσα στο Γράμμα σου; Μπορεί, βέβαια, νάναι κ' έτσι όπως λένε κι όπως λέω. Εγώ δεν το μπορώ. Πολλές φορές μάλι­στα δεν ανέχομαι αυτή την υστερόβουλη θυσία. Γι' αυτό, ίσως και ν' αγαπώ στα δικά σου σφάλματα τα δικά μου. Κ' είναι τάχα σφάλματα του έργου σου το ότι μ' έκανε να σ' αγαπώ πιότερο; Αν είναι έτσι, ζητώ λοιπόν τα σφάλματα. Μα δεν είναι. Και χαίρουμαι το γραφτό σου, και σ' αγαπώ και σε φιλώ όπως δε σε φίλησα ποτέ. …».

Κι αλλού: « Σου μιλώ όσο πιο καθαρά μπορώ. Κ' έτσι θέλω να μου μιλάς. Κ' είμαι σίγουρος πως θέλεις και συ και μπορείς. Και περιμένω το ταγκό σου που σφυράς το βραδάκι στην ακρογιαλιά, ή ανάμεσα στ' αντίσκηνα, εκεί κάπου κοντά στο καλυβάκι μου, όπως σου στέλνω κ' εγώ το δικό μου ταγκό, ξέροντας πόσο μπορείς ν' ακούσεις πίσω απ' τις γελοίες στροφές του, όλες τις βουνοκορφές των μεγάλων ήχων. Τι μούρθε, καλέ μου, να συνεχίζω τούτη την ανόητη παρομοίωση; Καταλαβαίνεις και χαμογελάς; Κ' εγώ χαμογελώ, Τίτο μου. Πριν λίγες μέρες είχα πάει μιαν εκδρομή στο Ξυλόκαστρο. Κράτησα όπως πάντα τις σημειώσεις μου. Σε μια γράφω: «Απόψε όλη η ακροθαλασσιά της ψυχής μας στρωμένη με γαληνεμένους πόνους όπως με κείνα τα μεγάλα βότσαλα στρογγυλεμένα απ' τα φιλιά και τα μαστίγια του νερού». Κι αμέσως θυμήθηκα εσένα. Και την ακρογιαλιά του Άη-Στράτη. …Τι φτιάχνεις; Δουλεύεις καθόλου; Ή μήπως πάλι βρίσκεσαι στην περίοδο της ενατένισης και της βαθιάς σιωπής; Όχι, Τίτο μου - μη σταματάς. Αργότερα θάναι τ' άλλα. Τώρα είναι αυτά. Κι αυτά που είναι πρέπει να βγουν, να φανούν, ν' ανασάνουν και ν' ανασάνουμε…». «Τίτο μου - στο πρόσωπο σου βλέπω τον ίδιο εμένα στα είκοσι μου χρόνια, με τις μεγάλες λαχτάρες, τους ενθουσιασμούς, τις μεγάλες αμφιβολίες, το μαρτύριο και τη χαρά του - γιατί, δεν ξέρω - ναι, γιατί σ' αγαπάω - απλούστατα και μόνο σ' αγαπάω. Τι δύσκολο, Τίτο μου, να βρει κανείς μια λέξη απλή, να μιλάει απλά και φυσικά για τα μεγάλα και νάναι τα μεγάλα απλά και φυσικά. Ναι, παιδάκι μου «δε φτάνει πια η σιω­πή. Δε φτάνουν πια τα λόγια. Ξεριζώνεις τις λέξεις μία-μία - απ' το λαρύγγι σου... Τούτος ο πυρετός κι ο οργασμός - κι αυτό το παγωμένο φλούδι της νέκρας και το ιδρωμένο χέρι που βαριέται να σκουπίσει το ιδρωμένο κούτελο, κ' η άρνηση κ' η συχασιά κ' η δυσπιστία για όλα και πρώτα-πρώτα για μας τους ίδιους - πόσες φορές τα ζήσαμε και θα τα ζήσουμε πάλι σ' άλλες ώρες, σε διαφορετικούς βαθμούς - και πάλι και πάντα μέσα απ' όλ' αυτά πιο γερό, πιο συγκροτημένο το σώμα της υγείας - να ξανα­βρίσκουμε «την αγάπη και τον κόσμο», «να διαβάζουμε φωναχτά τον ουρανό και τα μάτια των ανθρώπων μες στη σιγή και μες στη σιγουριά». Ναι, αυτό 'ναι ποίηση. Τι σημασία αν τάπαν κι άλλοι αλλιώς είτε όμοια κι απαράλλαχτα; Είναι δική μας φωνή, ξεχωριστά δική μας, μια ολότελα καινούργια ανακάλυψη της κάθε τόσο «ανακαλυπτόμενης» καρδιάς του κόσμου. Έτσι πορεύεται το πνεύμα - δεν κληροδοτείται μηχανικά· ξαναανακαλύπτεται και μεταδίδεται με τη φιλία και μέσα στη φιλία των ανθρώπων».

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ προβληματίζεται για το πού στον Ρίτσο σταματάει η ποίηση και αρχίζει το θέατρο ή και το αντίθετο. Ποιο είναι το σημείο που τα δυο στοιχεία αγγίζονται, πού κυριαρχεί το ένα από τα δύο (είναι άραγε απαραίτητο;), έτσι ώστε το δημιούργημα να στεγα­στεί, ν' ανήκει κάπου; Η ποίηση του –υποστηρίζει-διαθέτει έναν δισυπό­στατο πλούτο: ενώ είναι προσγειωμένη στην πραγματικότητα, δεν εγκαταλείπει ποτέ το όνειρο και ο λόγος είναι αυτός που μεταφέρει την πραγματικότητα σε μίαν άλλη που τη γεννάει το γραφτό. Πραγματικότητα και ποίηση μαζί, σαν δύο χέρια πλεγμένα σφιχτά. Αυτό που τελικά εμείς εισπράττουμε απ' την πραγματικότητα, θετικό ή αρνητικό, αληθινό ή παραμορφωμένο, γίνεται μέρος του δικού μας εσωτερικού κόσμου. Έτσι μπαίνουμε, δηλαδή στο χώρο της «υπο­κρισίας», της παράστασης, του θεάτρου. Για τον Γιάννη Ρίτσο η ποίηση είναι η τελική κάθαρση, η τελειο­ποίηση της ελπίδας.

Ο Δ. Αγγελής αναφέρεται στον πολιτικό μεσσιανισμό του Ρίτσου αναγγέλλοντας την έλευση ενός νέου κομουνιστικού κόσμου, προσδοκία που θα παραμείνει ενεργός σε όλες τις περιόδους της δημιουργικής του πορείας. Η πίστη του για την τελική, εγκόσμια δικαί­ωση του ανθρώπου και της ενδιάθετης καλοσύνης του είναι καθαρά εσχατολογική και δίνει στο έργο του έναν χαρακτήρα προφητικό. Αυτή η μεσσιανική υπόσχεση δεν προσμένει έναν σωτήρα, αλλά απευθύνεται σε όλους, γιατί το έργο της κατάλυσης του ιστορικού συνεχούς και της δραστικής μεταμόρφωσης του παρόντος έχει μεταβιβαστεί στα χέρια της ανθρωπότητας όχι με τη μορφή της βίαιης εξέγερσης αλλά ως ηθική ανταμοιβή των καταφρονεμένων όλου του κόσμου. Όμως με το πέρασμα του χρόνου, η αρχική αισιοδοξία μετατρέπε­ται σταδιακά σε μελαγχολική αβεβαιότητα. Σε αρκετά ποιήματα του Ρίτσου μπορούμε να εντοπίσουμε την κριτική του στάση έναντι του Κόμμα­τος και την απογοήτευση του από την αργοπορία του πληρώματος ή και την διάψευση της επαγγελίας. Η ποίηση του αφοσιώνεται στην μεταφυσική της καθημε­ρινότητας, που μπορεί να είναι βαθύτερα πολιτική από την άλλη, την κραυγαλέα, γιατί υπηρετεί πλέον την προσωπική του αλήθεια και ανθρωπιά, αυτή που δεν χρειάζεται παραπετάσματα για να επιβιώσει.

Ο Αλέξανδρος Αργυρίου αιτιολογεί τον αποκλεισμό του Ρίτσου από πολλές ανθολογίες. Αυτό συνέβη, υποστηρίζει, επειδή η ποίηση του Ρίτσου, καταρτισμένη με ‘φθαρτά υλικά’, έδειχνε ότι ήταν επίσης φθαρτή, για τους αναθρεμμένους με στρογγυλές, εύηχες και ρητορικές λέξεις. Τα ποιήματά του αποστασιοποιούνται από τον χρόνο που γράφτηκαν και τις αφετηρίες που τα προκάλεσαν. Ο λόγος του λιτός και απέριττος ενώ οι πολλές επαναλήψεις λειτουργούν προσθετικά και αυξάνουν το σημασιολογικό πεδίο. Με υπόγεια αυστηρότητα κινείται στο παρόν χωρίς διδακτισμό προσβλέποντας προς ένα άδηλο μέλλον, έμμεσα και αρητόρευτα. Οραματικός χαρακτήρας σε υψηλής στάθμης ποίηση.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης θεωρεί πως η ποιητική ήπειρος του Ρίτσου είναι εν πολλοίς αχαρτογράφητη. Τοπία λυρικά και μέρη εξαιρετικής ομορφιάς, τα οποία θα άξιζε τον κόπο να τα επισκεφθεί κανείς ξανά και ξανά, γιατί θα βρίσκει πάντοτε το αρχικό του θάμβος διαρκώς εμπλουτισμένο. Αναδύονται από την παιδική και εφηβική μνήμη, τα παράκτια άλση του νόστου, που βρίσκονται τόσο κοντά στο όνειρο όσο τα άλση της Περσεφόνης στον Άδη. Ήδη στις Πυραμίδες διακρίνονται αχνά εδώ κι εκεί, πίσω απ' το παραμορφωτικό κρύσταλλο της καρυωτακικής ειρωνείας, οι όλβιες ει­κόνες των παιδικών χρόνων: Οι πληγές είναι ακόμα νωπές και δεν επιτρέπουν πολλές νοσταλγικές ονειροπολήσεις. Θωρακισμένος πίσω από μιαν εύθραυστη ασπίδα ναρκισσευόμενου αυτοσαρκασμού και υπερήφανης αδιαλλαξίας, ο Ρίτσος αναζητεί τον δρόμο του προς τη ζωή. Όσο όμως απομακρύνεται, μέσα στον χρόνο, απ' τα περασμένα, - τόσο αυτά επιστρέφουν και τον στοιχειώνουν. Στη νεανική έξαρση και κατάφαση στη ζωή, παρεισφρέουν υποβλητικές στιγμές νόστου που συνυφαίνεται με τη στοχαστική ενατένιση του ανθρώπινου πεπρωμένου. Δυο είναι οι διαρκείς αναφορές: η θάλασσα και η μορφή της μητέρας. Συνδέεται έτσι άμεσα με τον λιθουανό ποιητή του νόστου: τον Όσκαρ Μιλόζ του οποίου μοτίβα, εκφράσεις και θέματα εμφιλοχωρούν συχνά στον μεσοπολεμικό Ρίτσο. Υποστηρίζει πως το επικαιρικό μέρος της ποίησης του Ρίτσου, καθώς η επι­καιρότητα που το έθρεψε βυθίζεται στο παρελθόν, θα μας ενδιαφέρει όλο και λιγότερο, ενώ το ποιητικό έργο που, στις καλύτε­ρες στιγμές του, απλώνει τις ρίζες του στα βαθύτερα κοιτάσματα της ανθρώπινης ψυχής -στον νόστο, την επιθυμία, την επίγνωση της απώ­λειας και της ματαιότητας αλλά και την διεκδίκηση μιας άλλης τάξεως αφθαρσίας- αυτό θα εξακολουθεί να μας γνέφει να το ανακαλύψουμε και να το εξερευνήσουμε, όπως ανακαλύπτουμε και εξερευνούμε μια χώρα άγνωστη και ταυτόχρονα οικεία, μακρινή αλλά και απρόσμενα κοντινή.

Παρατίθενται αποσπάσματα από ομιλία του Β. Βασιλικού σε παγκόσμιο συνέδριο συγγραφέων και ποιητών στη Φιλανδία τα χρόνια της Χούντας όταν ζήτησε την υπογραφή τους για την απελευθέρωση του Ρίτσου από το στρατόπεδο της Λέρου και μια κριτική στην εφημερίδα Λε Μοντ το 1971. Συνέδεσε την αντίσταση στο φασισμό με το Ρίτσο που δεν επέ­τρεψε στον εαυτό του να εμπνευσθεί από τις προσωπικές του κακουχίες. Ό,τι κάνει τον Ρίτσο ποιητή της αντίστασης δεν είναι γιατί έγραφε ποιήμα­τα για την αντίσταση κατά των Ναζί. Η αντίσταση του ήταν ενάντια στην ίδια του την ευαισθησία, στη ροπή του για τη φθορά. Ατσάλωσε την ποιητική του με την αντίσταση στα ναρκισσιστικά αισθήματα της παρακμής . Είδε τον κόσμο γύρω του ακριβώς όπως ήταν. Έθεσε την ευαι­σθησία του στην υπηρεσία του ελληνικού λαού και έτσι μπόρεσε καλύτερα να εκφράσει και το λαό αυτό. Ο χρόνος περιμένει τον ποιητή γιατί ο ποιητής τον έχει δαμάσει.

Ο Κώστας Βούλγαρης με αφορμή τον ΙΔ΄ τόμο των Ποιημάτων του ποιητή σχολιάζει τη συλλογή «Κάποτε» που περιέχεται στον εν λόγω τόμο. Εκεί ο Ρίτσος αναμετράται με την τεχνική του Σαχτούρη, την οποία οικειοποιείται με άνεση (χωρίς ούτε στιγμή να παύει να είναι Ρίτσος). Η τεχνική του Σαχτούρη παρέπεμπε σε ένα στίχο λιτό και μια ήπια, απισχνασμένη εξπρεσιονιστική εικονοποιία, όπου εμπεδώνεται το αίτημα της μετά­βασης από τις «μεγάλες αφηγήσεις» στην καθημερινότητα. Η απογύμνωση του λεκτικού υλικού από το φθαρμένο εννοιολογικό φορτίο και τους επίσης φθαρμένους ρυθμούς της «μεγάλης ανάσας», προϋπέθετε τον ακμαίο μοντερνισμό. Δηλαδή, το βαρύ σεφερικό ιστορείν, το οργιώδες κουδούνισμα των λέξεων του Ελύτη, την ασήκωτη, από έναν κοινό θνητό, εμπειρίκια ερωτική μυ­θολογία. Όλα αυτά, η ποίηση του Σαχτούρη τα προϋποθέτει, ακόμη και ως φόντο και καμβά, για τις λιτές γραμμές της εικονοποιίας της. Ο Ρίτσος σε αυτή τη συλλογή μετέρχεται μια δέσμη τρόπων: τη «χαμηλή φωνή», χωρίς όμως τη λυρική της φόρτιση, την ακραία λιτότητα, λεκτική και αφηγηματική, που καταφέρνει να μας δείξει τους νευρώνες των λέξεων και των εννοιών, τον απλό διάκοσμο, μόνο με στοιχεία της καθημερινότητας και της κοινά βιωμένης εμπει­ρίας. Μετέρχεται και τον τρόπο των αιφνιδιαστικών αντιθέσεων, όχι βέβαια με την κραυγαλέα σουρεαλιστική παραθετικότητα, αλλά με μια μινιμαλιστική τεχνική, όπου ο σχεδόν ατονικός ρυθμός σε απορροφά στιγμιαία, για να σε ξαφνιάσει η αμέσως επόμενη λέξη, η στιγμή που παράγει τον σπινθήρα της ποίησης, σπινθήρα διαφορετικής έντασης, ήχου και χρώματος κάθε φορά. Δηλαδή, κάνει όσα προσπάθησαν, αλλά και πέτυχαν, τόσοι και τόσοι ποιητές, επί τρεις δεκαετίες, και συνεχί­ζουν να κάνουν αρκετοί νεότεροι.Η διαφορά, δηλαδή, στο επίτευγμα του Ρίτσου, εντοπίζεται στη σύν­θεση. Καταφέρνει να μας δώσει ένα τοπίο κατάφορτο από ιδέες, συ­ναισθήματα και Ιστορία, που όλα τους βρίσκονται και λειτουργούν σε πρώτο πλάνο, όμως σε μια ισότιμη, αγαστή συνύπαρξη, με τις λέξεις, τα στιγμιότυπα και τους «μικρορυθμούς» του ποιήματος, ενός ποιήματος πάντα τόσο απλού και φιλικού προς τον αναγνώστη.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αναφέρεται στους θεατρικό ποιητή Ρίτσο ο οποίος στους μονολόγους έκα­νε θέατρο τα βιώματα του, την κρυπτεία του. Έτσι τόλμησε σε ανύποπτο χρόνο, πριν αρχίσει η φιλολογία της αγιοποίησης του, να βγάλει προς τα έξω ενδόμυχα πράγματα. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι υπήρξαν πολλές αντιρρήσεις στον κομματικό του χώρο για τις εκμυστηρεύσεις του, έστω και αν γίνονταν κάτω από προσωπείο. Πίσω, λοιπόν, από τα θεατρικά του ποιήματα δεν μπορεί κανείς παρά να ανιχνεύσει βαθειές εγγραφές της υπαρξιακής του ταλάντευσης .0 Ρίτσος αντιμετωπίζει από πολύ ενδιαφέρουσες πλευρές τα αγω­νιώδη ερωτήματα που βασανίζουν τους ήρωες του. Τα γυναικεία προσωπεία που επιλέγει είναι μια καταπληκτική, σε βάθος ανίχνευση του ποιητικού Εγώ του Ρίτσου. Θέλει να βλέπει προς τα έξω μια διαφορετική από τη δική του προσωπικότητα, υπηρετώντας ένα μεγάλο όραμα στο οποίο πιστεύει και ταυτοχρόνως να μην αποκαλύψει κάποιες μύχιες ατομικές, «παρακμιακές», σύμφωνα με την κομματική αντίληψη, εμπειρίες του. Προσπαθεί σε ένα επίπεδο να δείξει ότι δεν κιότεψε, ότι δεν υποχώρησε στο ατομικό Εγώ.

Ο Φ.Δ. Δρακονταειδής εντοπίζει στο έργο του Ρίτσου πάθη, αγώνες, απογοητεύσεις, ανατάσεις. Η προοπτική εμφανίζεται ως συ­νέχεια μιας ισχυρής, συνεχούς, αλλά και προδομένης παράδοσης με συνιστώσες την ακατανίκητη δίψα εξυπηρέτησης ιδανικών, είτε πρό­κειται για την προσωπική τελείωση, είτε την κοινωνική ορμή της πικρής πατρίδας. Αυτή η σύνθετη εικόνα εξιστορείται με ποικίλες αποχρώσεις, με το ιδιαίτερο χρώμα μιας προσωπικής γλώσσας, όπου το λεξιλόγιο δεν είναι το ζητούμενο, οι χρωματισμοί του όμως είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού. Η ποσότητα μοιάζει με επίπεδη χώρα, εντός της οποίας υψώνονται λόφοι και όρη. Χαρακτηριστικό αυτών των εδαφικών εξάρσεων είναι η λιτότητα, αλλά και η υπόδειξη μιας κληρονομιάς, η συσσώρευση της οποίας αφήνει περιθώρια διόρθωσης και ελπίδας. Διόρθωση της πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, ελπίδα ενός κόσμου που αναδύεται και που ωριμάζει, ώστε να φτάσει η ώρα του και να βγει στο φως, κυρίαρχος και όχι υποτακτικός. Από αυτή την άποψη, ο Ρίτσος είναι μια πάσχουσα προσωπικότητα. Πάσχει για όσα είναι άρνηση του βίου, πάσχει για να πετύχει την ελπίδα. Αυτός είναι ο αγώνας του. Τα υλικά και τα εργαλεία του αγώνα είναι τα διδάγματα και οι αρχές της επανάστασης. Και επανάσταση είναι το τρακτέρ, επειδή προσφέρει δύναμη και ανεξαρτησία, είναι εξίσου το τσαπί, που χαράζει τον μόχθο, όχι για την ατομική περιουσία, αλλά για τη συλλογικότητα. Η επανάσταση κηρύττει τον ανθρωπισμό με την αντίσταση στην αλλο­τρίωση που προκαλούν οι μηχανές, οι ευκολίες, η εκμετάλλευση. Είναι κάλεσμα και όχι μανιφέστο, είναι στράτευση προς παραδειγματισμό και αναζήτηση της δικαιοσύνης.

Ο Άλκης Θρύλος σε κριτική του( 1965) για την παράσταση της Αντιγόνης αναφέρει για την μετάφραση του Ρίτσου: «Προκειμένου να μεταχειρισθή το σοφόκλειο κείμενο σαν μέσο για να έκφραση τις δικές του πεποιθήσεις, δεν δίστασε να εξάρθρωση την Τραγωδία. Με τη χρησιμοποίηση ενός παρδαλού, ετερόκλητου, φθηνού λεξιλογίου, διαμορφωμένου με στοιχεία της καθαρεύουσας και της γλώσσας των τριάδων, το οποίο τοποθέτησε στο στόμα του Κρέοντα, θέλησε να δείξη ότι ο Βασιλιάς των Θηβών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας κοινός και χυδαίος δημαγωγός και ρήτορας που είχε μέσα του μόνον έπαρση και ήταν ουσιαστικά εντελώς κούφιος. Εξευτελίζοντας όμως τον Κρέοντα εξευτέλισε ολόκληρη την Τραγωδία. Αφαιρώντας το ένα σκέλος τής ισορροπίας της, την εκμηδένισε ολόκληρη. 0 Σοφοκλής αντιπαραβάλλει δύο χαρακτήρες ισοδύναμους. 0 ένας αντιπροσωπεύει τον αλύγιστο Νόμο, ο άλλος την Αγάπη, μα και οι δύο πιστεύουν το ίδιο στο δίκαια τους. 0 Κρέων τελικά θα παραδεχθή την Αγάπη, θα νικηθή απ' αυτήν. Ποια σημασία έχει η τελική συντριβή του, αν ήταν από την αρχή ποτα­πός κι ασήμαντος, ποια σημασία έχει η υπεροχή της Αγάπης όταν ποτέ δεν αντίκρυσε έναν ανάλογο της αντίπαλο; 0 κ. Ρίτσος κατέβασε την Αντιγόνη από τις πνευματικές σφαίρες· από το κλίμα της, στην αγορά και στα κέντρα όπου εκφωνούνται ρητορικά σχήματα. Οι πεποιθήσεις του τον παρώτρυναν να εξυπηρε­τήσει σκοπούς που βρίσκονται έξω από την περιοχή της Τέχνης…».

Η Σόνια Ιλίνσκαγια κάνει μια σύντομη αναδρομή από τους ρομαντικούς κοινωνικούς οραματισμούς με κοσμογονική ενόραση και αντίστοιχο γιγαντισμό των εκφραστικών μέσων (Τρακτέρ, Πυραμίδες) στην διαλογική γραφή και μια «ντοκουμενταρισμένη» προσέγγιση στα realia της εποχής. Εντοπίζει στον Επιτάφιο έναν ριζοσπαστικό χειρισμό του άκρως επικαιρικού θέματος, τη μεταστροφή του σε διαχρονικό, πανανθρώπινο, της προσφοράς και της θυσίας. Στο τραγούδι της αδελφής μου εγκαινιάζει μια σειρά από χειμαρρώδεις λυρικές συνθέσεις με έντονο οντολογικό προβλημα­τισμό και ψυχογραφική διεισδυτικότητα. Μεταβαίνει στον ελεύθερο στίχο. Οι προπολεμικές Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου ανοίγουν ένα ισχυρό και μόνιμο ρεύμα της ποιητικής δημιουργίας του - κύκλους με μικρογραφίες της καθημερινότητας, καταθέσεις των ασή­μαντων πραγμάτων χωρίς καμία μεσολάβηση του ποιητή. Ακόμα και στα χρόνια της Κατοχής το μήνυμα της αντιστασιακής στράτευσης δεν προβάλλεται μετωπικά, κινείται στο πεδίο της νεωτερικής, συμβολικά φορτισμένης γραφής. Η στροφή στο άμεσο επικαιρικό γίνεται μετά τα «Δεκεμβριανά». Το 1945-7 γράφεται η Ρωμιοσύνη, καρπός απολογισμού σχετικά με την πρόσφατη κατακλυσμιαία εθνική δοκιμασία, όπου η ενόραση απλώνεται και στο παρελθόν, ζυγίζει τις σταθερές της εθνικής ιδιοσυγκρασίας, παραδό­σεων, πολιτισμικών θεσμών. Ο ιστορικός χρόνος εισχωρεί στον τρέ­χοντα, συγχωνεύεται μ' αυτόν για να τονίσει το στοιχείο του εθνικού πεπρωμένου. 0 Εμφύλιος θα επιβάλει ξανά την άμεση επικαιρική ανταπόκριση· η σφραγίδα της αποτυπώνεται και στα θέματα και στη γλώσσα, προ­σανατολισμένη τώρα στη δραστική επικοινωνία. με πρόθεση να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για τη δεκαετία του 1940.Έτσι φτάνουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε. Στην Ανυπότακτη πολι­τεία (1952-1953) η επιστροφή του ποιητή από την εξορία στην αγνώρι­στη μετεμφυλιακή Αθήνα προβάλλει ως διαδικασία επανένταξης στη ζωή - και με την ορμητική βούληση της αγωνιστικής συνέχειας, αλλά και με την ερευνητική προσγείωση στη νέα κοινωνική πραγματικότη­τα, ενώ το 1954, στην «Κυκλική δόξα» και στο «Άσπρο και μαύρο», εκδηλώνονται οι ανανεωτικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις που θα ξεδι­πλωθούν, πολύ εντυπωσιακά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50. Το επικαιρικό θα υποχωρεί σταθερά, αλλά δε θα εγκαταλειφθεί, δε θα πάψει να αποτελεί για τον ποιητή επιτακτική ανάγκη ευθύτατης κατάθεσης.

Η Τζίνα Καλογήρου ασχολείται με ένα από τα μείζονα θέματα που τροφοδοτούν την όψιμη δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου τον έρωτα. Ως ακατανίκητη ενόρμηση αλλά και ως υπέρτατη δύναμη και αξία ζωής, ο έρωτας κατέχει δεσπόζουσα θέση σε συνθέσεις όπως τα Ερωτικά (1981), τα Επινίκια (1984) αλλά και το Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων (1982-1986). Το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει να φέρει στην επιφάνεια ένα πλούσιο ερωτικό κοίτασμα, προβάλλοντας την τολμηρά αισθησιακή πλευρά της ποιητικής του. Ο ερωτισμός, υπερχειλίζων και ακατανίκητος, έρχεται μέσω της μνήμης και της φαντασίας να λειτουργήσει ανακουφιστικά για το υποκείμενο και, τουλάχιστον για όσο διαρκεί η πράξη της γραφής, να ξορκίσει την προϊούσα φθορά του χρόνου και την αδυσώπητη γήρανση του σώματος. Η εξύμνηση του έρωτα συμβαδίζει με μια όψιμη, αλλά οπωσδήποτε λυτρωτικά θριαμβευτι­κή εξύμνηση των αξιών της συντροφικότητας, της ελευθερίας και της επανάστασης. Ο συγγραφέας καταξιώνει την επανάσταση σε επίπεδο κοινωνικό όσο και ατομικό (ως ελευθεριάζουσα ερωτική έκφραση) και έτσι ξαναγυρίζει σε παλαιότερα σύμβολα της ποίησης του. Το μεθύσι του έρωτα, η συγκινησιακή και σωματική ένταση των προσώπων δηλώνονται με τις εικόνες μιας φύσης που σφύζει από ζωή, ενός περιβάλλοντος κόσμου που βρίσκεται σε οργιαστική κίνηση και ερωτική έξαρση. Ο έρωτας συνέχει όλα τα φυσικά στοιχεία σε μια πρωτόφαντη αρμο­νία, υλοποιώντας την αρχέγονη ένωση του ανθρώπου με τη φύση. Η συνταύτιση γυναίκας και φύσης εντάσσεται στο καθολικότερο υπερρεαλιστικό όραμα για διαλεκτική συνένωση των αντιθέτων και κατάργηση παντός είδους διαχωριστικών ορίων, Η γυναικεία μορφή επενδύεται με μυστηριακές δυνάμεις, εμ­φανίζεται ως κλειδούχος των μυστηρίων του σύμπαντος. Γενικότερα, ο έρωτας, ως συμπαντική δύναμη και αξία ζωής, αποδει­κνύεται υπέρτερη του χρόνου και του θανάτου. Ο έρωτας είναι ταυτόχρονα συνειδητοποίηση του θανάτου αλλά και απόπειρα μεταβολής της «στιγμής» σε αιωνιότητα. Η ερωτική πράξη διαστέλλει το χρόνο, το παρόν μετατρέπεται σε απουσία χρόνου, δι­άρκεια.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου