Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Όσα βλέπει ο φακός μου 4



Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στ' αγεριού το πόδι.

Εδώ το φως, εδώ ο γιαλός, -
χρυσές, γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν, τα σίδερα μασάνε.

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα ή μάλλον στη σκιά τους, και συγκεκριμένα στη σκιά του αγάλματος του Σωκράτη βρίσκουν την ευκολία να ανακουφιστούν καθημερινά οι Νεοέλληνες· μπροστά στην Ακαδημία, Πανεπιστημίου μεριά. Ο Σωκράτης υπήρξε η αλογόμυγα που ξεβόλευε τους νωθρούς, αδιάφορους και βολεμένους Αθηναίους. Πριν από 2400 χρόνια τον πότισαν κώνειο, σήμερα με.... κάτουρο. Ο λόγος του όμως παραμένει ζωντανός και δε σκουριάζει.

" εὖ γὰρ ἴστε, ἐάν με ἀποκτείνητε τοιοῦτον ὄντα οἷον ἐγὼ λέγω, οὐκ ἐμὲ μείζω βλάψετε ἢ ὑμᾶς αὐτούς· ἐμὲ μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν βλάψειεν οὔτε Μέλητος οὔτε Ἄνυτος ―οὐδὲ γὰρ ἂν δύναιτο― οὐ γὰρ οἴομαι θεμιτὸν εἶναι ἀμείνονι ἀνδρὶ ὑπὸ χείρονος βλάπτεσθαι. Ἀποκτείνειε μεντἂν ἴσως ἢ ἐξελάσειεν ἢ ἀτιμώσειεν· ἀλλὰ ταῦτα οὗτος μὲν ἴσως οἴεται καὶ ἄλλος τίς που μεγάλα κακά, ἐγὼ δ’ οὐκ οἴομαι, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ποιεῖν ἃ οὑτοσὶ νῦν ποιεῖ, ἄνδρα ἀδίκως ἐπιχειρεῖν ἀποκτεινύναι. νῦν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθη ναῖοι, πολλοῦ δέω ἐγὼ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἀπολογεῖσθαι, ὥς τις ἂν οἴοιτο, ἀλλὰ ὑπὲρ ὑμῶν, μή τι ἐξαμάρτητε περὶ τὴν τοῦ θεοῦ δόσιν ὑμῖν ἐμοῦ καταψηφισάμενοι. ἐὰν γάρ με ἀπο κτείνητε, οὐ ῥᾳδίως ἄλλον τοιοῦτον εὑρήσετε, ἀτεχνῶς ―εἰ καὶ γελοιότερον εἰπεῖν― προσκείμενον τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὥσπερ ἵππῳ μεγάλῳ μὲν καὶ γενναίῳ, ὑπὸ μεγέθους δὲ νωθεστέρῳ καὶ δεομένῳ ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος, οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων καὶ πείθων καὶ ὀνειδίζων ἕνα ἕκαστον οὐδὲν παύομαι τὴν ἡμέραν ὅλην πανταχοῦ προσκαθίζων. Τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλ’ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου· ὑμεῖς δ’ ἴσως τάχ’ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειεν κηδόμενος ὑμῶν. ὅτι δ’ ἐγὼ τυγχάνω ὢν τοιοῦτος οἷος ὑπὸ τοῦ θεοῦ τῇ πόλει δεδόσθαι, ἐνθένδε ἂν κατανοήσαιτε· οὐ γὰρ ἀνθρωπίνῳ ἔοικε τὸ ἐμὲ τῶν μὲν ἐμαυτοῦ πάντων ἠμεληκέναι καὶ ἀνέχεσθαι τῶν οἰκείων ἀμελουμένων τοσαῦτα ἤδη ἔτη, τὸ δὲ ὑμέτερον πράττειν ἀεί, ἰδίᾳ ἑκάστῳ προσιόντα ὥσπερ πατέρα ἢ ἀδελφὸν πρεσβύτερον πείθοντα ἐπιμελεῖσθαι ἀρετῆς. καὶ εἰ μέν τι ἀπὸ τούτων ἀπέλαυον καὶ μισθὸν λαμβάνων ταῦτα παρεκελευόμην, εἶχον ἄν τινα λόγον· νῦν δὲ ὁρᾶτε δὴ καὶ αὐτοὶ ὅτι οἱ κατήγοροι τἆλλα πάντα ἀναισχύντως οὕτω κατηγοροῦντες τοῦτό γε οὐχ οἷοί τε ἐγένοντο ἀπαναισχυντῆσαι παρασχόμενοι μάρτυρα, ὡς ἐγώ ποτέ τινα ἢ ἐπραξάμην μισθὸν ἢ ᾔτησα. ἱκανὸν γάρ, οἶμαι, ἐγὼ παρέχομαι τὸν μάρτυρα ὡς ἀληθῆ λέγω, τὴν πενίαν".
Πλάτωνος Απολογία Σωκράτους 30c–31c

Και η μετάφραση:
Να ξέρετε καλά ότι αν με εκτελέσετε, εμένα που είμαι τέτοιος που λέω, θα βλάψετε περισσότερο τους εαυτούς σας παρά εμένα. Γιατί καθόλου δε θα μπορούσαν να με βλάψουν ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος· δε θα είχαν τη δυνατότητα. Γιατί πιστεύω ότι είναι αδύνατον, σύμφωνα με το θεϊκό νόμο, να βλάψει ο χειρότερος άνθρωπος τον καλύτερο. Θα μπορούσε ίσως να τον οδηγήσει στην εκτέλεση ή να τον εξορίσει ή να του στερήσει την ιδιότητα του πολίτη. Αυτά ίσως ο κατήγορός μου και άλλοι άνθρωποι τα θεωρούν μεγάλα δεινά. Εγώ όμως όχι: αντίθετα, πιστεύω ότι είναι πολύ μεγαλύτερο κακό να κάνει κανείς αυτό που προσπαθεί τώρα ο Άνυτος, να επιχειρεί δηλαδή να οδηγήσει άδικα στο θάνατο έναν άνθρωπο. Επομένως, Αθηναίοι, εγώ δεν απολογούμαι για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά για να υπερασπιστώ εσάς, μη τυχόν και καταδικάζοντάς με διαπράξετε ολέθριο σφάλμα απέναντι στο δώρο του θεού σε σας. Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από το θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει. Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός με έβαλε στην πόλη για να μη σταματάω όλη μέρα να ξυπνάω και να διαφωτίζω και να επιπλήττω τον καθένα σας, πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει. Και δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο, Αθηναίοι· αν με πιστέψετε, δε θα με εκτελέσετε. Ίσως όμως από δυσαρέσκεια, όπως όσοι μόλις έχουν σηκωθεί και νυστάζουν ακόμη, θα μπορούσατε να μου καταφέρετε ένα χτύπημα και, ακολουθώντας τη γνώμη του Άνυτου, να με εκτέλεσε. Κατόπιν θα περνούσατε την υπόλοιπη ζωή σας κοιμισμένοι, εκτός και αν ο θεός ενδιαφερόταν για σας και σας έστελνε κάποιον άλλο. Όσο για το ότι εγώ είμαι το είδος του ανθρώπου που χάρισε ο θεός στην πόλη, θα το καταλάβετε από τα παρακάτω: δε μοιάζει δηλαδή ανθρώπινο ότι έχω παραμελήσει όλα τα προσωπικά μου ζητήματα και ανέχομαι να μένει παραμελημένο τόσα χρόνια το σπίτι μου, ενώ διαρκώς ασχολούμαι με τις δικές σας υποθέσεις, πλησιάζοντας τον καθένα σας ξεχωριστά και πείθοντάς τον σαν πατέρας ή μεγαλύτερος αδερφός να φροντίζει για την αρετή. Αν από αυτό αποκόμιζα βέβαια κάποιο κέρδος ή αν πληρωνόμουν για να σας προτρέπω στην αρετή, θα είχα κάποιο λόγο να το κάνω. Τώρα όμως βλέπετε και μόνοι σας ότι και οι κατήγοροί μου, που διατυπώνουν τόσο αναίσχυντα κατηγορίες για όλα τα υπόλοιπα, δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε τέτοιο βαθμό ξεδιαντροπιάς, ώστε να φέρουν μάρτυρα ότι εγώ ή πήρα ή ζήτησα ποτέ χρήματα. Εγώ όμως παρουσιάζω αδιάψευστο ―όπως νομίζω― μάρτυρα του ότι λέω την αλήθεια τη φτώχεια μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου