Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")


Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΕΠΑΝΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ (συνέχεια 3η)

Ο Σάββας Μιχαήλ γράφει για το Ρίτσο πως πιάστηκε σαν το πουλί στα δίχτυα των αντιφάσεων του αιώνα αφού εξάλλου ήθελε να γίνει ένας στίχος μέσα στο ποίημα της ανθρωπότητας. Έμεινε σταθερά στην τροχιά που χάραξε η έφοδος του 1917 στον ουρανό, έστω κι αν συμπορεύτηκε μαζί με εκείνους που την σφετερίστηκαν, την ευτέλισαν, την έριξαν στην άβυσσο. Μπορεί, σαν κάθε πουλί, όπως είπε ο Λένιν για την Ρόζα, να κατέβηκε καμιά φορά χαμηλά, γράφοντας στίχους που βόλευαν την νομενκλατούρα, ή και ακόμα χαμηλότερα, με τις «χορογραφίες» των τανκς στην Πράγα του 1968. Κανείς γρα­φειοκράτης, όμως, δεν μπορεί να πετάξει ψηλά στον ουρανό, προς τα εκεί που έγινε η πρώτη έφοδος. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να λοιδορεί ένα αηδόνι γιατί κλείστηκε σε σιδερένιο κλουβί; Η αληθινή τέχνη έχει πάντα ένα «ουτοπικό πλεόνασμα» που ξε­περνά τους υλικούς όρους που την γέννησαν, μαζί και τα ιδεολογικο­πολιτικά όρια του δημιουργού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ματώνει πασκίζοντας να ανέβει πάνω από τα αιχμηρά βράχια των όρων της Ιστορίας, ότι δεν σφαδάζει στα κάγκελα του σιδερένιου κλουβιού, ότι δεν στραγγαλίζεται από τα όρια της ιδεολογίας και της πολιτικής, προπαντός όταν υπηρετούν την όποια Ιερά Εξέταση. Υπάρχει πάντο­τε μια ένταση που άλλοτε σκοτώνει κι άλλοτε απογειώνει. Αναφέρεται στην αλληλογραφία ανάμεσα στον κατεξοχήν ποιητή του ΚΚΕ και τον κατεξοχήν «αιρετικό» κι αποσυνάγωγο συγγραφέα του Κιβωτίου και την ποιήτρια συντρόφισσα του που βοηθάει να κατεδαφιστούν πολλά στερεότυπα, φέρνοντας στην επιφάνεια, μέσα από τον διαρκή διάλογο μιας φιλίας ποιητών που δεν την διακόπτουν οι καταιγίδες του αιώνα, οι εξορίες κι οι αποπομπές, αντινομίες που χωρίς αυτές ποίηση δεν υπάρχει. Οι γραφειοκράτες, οι τα φαιά φορούντες κι όλοι οι συντηρητικοί πώς να χωνέψουν ότι ο ποιητής που τραγούδησε το «χοντρό στρατιω­τικό χιτώνιο» του Ζαχαριάδη υποδέχτηκε με ενθουσιασμό ανυπόκριτο το Κιβώτιο, το επικατάρατο για την σταλινική ορθοδοξία μυθιστόρη­μα που θίγει όλα της τα ταμπού, κι ό,τι βρίσκονταν σε «ιδεολογική ομοφροσύνη», με τον αδιάλλακτα αντισταλινικό συγγραφέα του; Στο τερατώδες Αριστούργημα ο Ρίτσος θυμάται «και κείνη τη δακτυ­λογραφημένη απόφαση της παράνομης κομματικής συνεδρίασης όπου/ με αδελφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι/ότι τα νέα ποιήματα μου διανθίζονται από κάποιες τάσεις μεταφυσικής/κι εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός πολύ βαθύ­τερου ρεαλισμού/ περίπου σαν εκείνον του Ζντάνωφ, αλλά μαζί και με τις καταδικασμένες γάτες της Αχμάτοβα...» Είναι σαφής η τρυφερότητα που αγκαλιάζει την αναφορά στην μισητή για τον Ζντάνοφ και κάθε σταλινικό Αχμά­τοβα, όσο κι η ειρωνεία για τον σοβιετικό Ανώτατο Δικαστή των γραμ­μάτων και των τεχνών. Ο ποιητής είναι απαρηγόρητος λόγω της αντινομίας, μα βλέπει κοι­νή αυτή την μοίρα στους ποιητές, να είναι δηλαδή «οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι» .

Ο Γιώργος Μπλάνας ασχολείται με το Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων μια σειρά πεζογραφημάτων όπου ξαφνικά -αλλά όχι ανεξήγητα για όσους γνώριζαν πως ο ποιητής Ρίτσος ήταν πάνω απ' όλα ποιητής- αποφάσισε να τινάξει στον αέρα τη δημόσια εικόνα του, την «επίσημη» ερμηνεία του έργου του. Ο Ρίτσος παραμένοντας στους κόλπους του Κο­μουνιστικού Κόμματος και μην παίρνοντας θέση στις σημαντικές εσω­κομματικές και κοινωνικές αλλαγές, ταυτίστηκε με τη «γραμμή» του Κόμματος. Μπορεί τα «κομουνιστικά» του ποιήματα να αποτελούσαν ένα ελάχιστο μέρος του έργου του. Μπορεί ο Φουτουρισμός, ο Κυβο-φουτουρισμός, ο Σουπρεματισμός, ο Κονστρουκτιβισμός, το Παράλο­γο, ο Ουλτραϊσμός, ο Υπερρεαλισμός, ο Κρεασιονισμός να διέτρεχαν ποιητικές συνθέσεις όπως Οι Γειτονιές του κόσμου, Το Καπνισμένο τσουκάλι, Κωδωνοστάσιο, Μαρτυρίες, Χειρονομίες... Μπορεί, με τα ποιήματα της Τέταρτης διάστασης, η ελληνική μυθολογία να ανέβη­κε στη σκηνή του συμβολιστικού δράματος που σκηνοθέτησε με τόση πρωτοτυπία ο Καρυωτάκης. Μπορεί όλα αυτά και αρκετά άλλα, όπως το ιδιότυπο ποίημα Όστραβα, που αναμιγνύει τα λογοτεχνικά «είδη». Ωστόσο, το ποιητικό ποτάμι του Ρίτσου συρρικνώθηκε, μ' έναν τρόπο απερίφραστα συμπλεγματικό, σε μερικούς «πολιτικούς» στίχους, οι οποίοι αποτέλεσαν αιχμή της απαξίωσης του έργου του. Στα εννέα βιβλία αποτελούμενα από σύ­ντομα στιγμιότυπα της ζωής και των απόψεων -συμπεριλαμβανομένου του σεξ (ομοφυλοφιλικού και ετεροφυλοφιλικού)- ενός καθημερινού ανθρώπου προικισμένου με ποιητική δύναμη, η οποία προέρχεται από τον άμεσο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και όχι από τις γνώσεις του θα δηλώσει πως ο Αρίοστος είναι ο ίδιος ο ποιητής Ρίτσος και πως αρνείται να γίνει «Άγιος» -της επαναστατικής θρησκείας του Μαρξισμού προφανώς-συνταράζοντας τους αναγνώστες που ήθελαν να βλέπουν στη μορφή του έναν ηρωικό βάρδο του κομουνιστικού μέλλοντος. Ο Αρίοστος, ο Αόριστος και ο Άριστος, όπως αναγραμματίζει ο ίδιος το όνομα του ο Ρίτσος - άλλος ένας αναγραμματισμός! Υπάρχει και ο ποιητής Lodovico Ariosto, η επικολυρική. αλλά πάνω απ' όλα σαρκαστική πένα της Αναγέννησης, ο δημιουργός του περίφημου Orlando Furioso. Τρομε­ρή σύγκριση, ανατριχιαστική για έναν κομουνιστή ποιητή. Ο Ariosto, ως ποιητής ήταν ακούραστα εφευ­ρετικός και γι' αυτό επιρρεπής στις ατέλειες, υπερβολικός, όπως ίσως και αντιηρωικός. Σαν άνθρωπος, όμως, ήταν τρυφερός, καλοπροαίρετος και ευχάριστος. Μήπως ο Αρίοστος, το alter ego του Ίωνος (Ιωάννης;), που ως σοβαρός διανοούμενος καυτηριάζει συνεχώς τον διψασμένο για ζωή ήρωα, μπορεί να μας μάθει για την ποίηση του Ρίτσου περισσότερα απ' όσα θετικά ή αρνητικά ειπώθηκαν; Μήπως ένα ερωτικό-σατυρικό-λυρικό έπος μιας ζωής καταθέτει ό,τι δι­αφεύγει από τη δημόσια ανάγνωση ενός ολόκληρου ποιητικού έργου;

Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος ακούει τον Ρίτσο να απαγγέλλει τα ποιήματά του και τον αισθάνεται να γεωμετρεί και να ζωγραφίζει με τους στίχους του τοπία ελληνικά. Ένα μωσαϊκό είναι όλη η απαγγελία του Ρίτσου, μια νωπογραφία μεγάλων διαστάσεων χωρίς γωνιές, χωρίς αιχμές, σχεδόν χωρίς εκπλήξεις, ένα φρέσκο γεμάτο καμπυλότητες, που δεν σε αγκυλώνει.

Ο σκηνοθέτης Β. Παπαβασιλείου σε ομιλία που έγινε στην Πάτρα, με θέμα «Ο θεατρικός Γιάννης Ρίτσος» αναφέρθηκε στη σχέση του Ρίτσου με το θέατρο, το χορό, τη μουσική, τη ζωγραφική στις πέτρες, το πιάνο. Τα άκρα του δοκιμάζονταν σε μια εγρήγορση που δε συνάδει με το τυπικό σώμα του γραφιά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην περίπτωση του ένα δεύτερο σώμα λειτουργεί σαν φόδρα του σώματος του γραφείου. Είναι ένα σώμα μνημονικό, που έχει θησαυρίσει στην εμπειρία της σκηνής και του παιγνίου. Κι ένα χέρι που δεν γράφει, θα 'λεγες, αλλά «καλλιγραφεί».Αυτό το δεύτερο σώμα είναι η μήτρα της ποιητικής του. Είναι παρόν σε όλη την έκταση του έργου του. Η σκηνή ως ορίζοντας της γραφής δημιουργεί εκείνο το πεδίο όπου η λέξη απαλλάσσεται από το φορτίο της ονομαστικής της αξίας ή σημασίας και αποδεσμευμένη, μέσα από το ζωντανό σώμα του ερμηνευτή, οδεύει στο χώρο των πραγμάτων. Η λέξη βρίσκει ένα σώμα (ηθοποιός) κι ένα διάστημα (σκηνή) ώστε να μετουσιωθεί σε πράγμα. Υπάρχει στον Ρίτσο η αγάπη των πραγμάτων -η ποίηση του συνιστά ένα είδος διαρκούς προσκυνήματος στα εφήμερα και ανώνυμα πράγ­ματα- και η λατρεία των χειρονομιών. Σταθερό ζητούμενο: να πετάξει ο κόσμος μέσα από την έκλειψη των ονομάτων - απαλλαγμένος υπό αυτή την έννοια, από το βάρος του εαυτού του. 0 Ρίτσος ήξερε με το δεύτερο σώμα του ότι καθετί απειλείται απ' αυτό που το συνιστά. Ανακάλυψε, λοιπόν, τη σκηνή ως ένα τόπο όπου τα πάντα μπορούν να απαλλάσσονται εν δυνάμει από το βάρος του εαυτού τους. Ως χορευτής είχε ζήσει στο πετσί του τον αγώνα του βω­βού σώματος να πετάξει. Ως ποιητής, στην Τέταρτη διάσταση, αναθέτει στη σκηνή του θεάτρου κάτι συνολικότερο: λέξεις, σώματα, ονόματα, πράγματα συγκαλούνται σ' ένα σμίξιμο, σε μια συνεύρεση, σαν ισάριθ­μες σημαίες μεσίστιες (καθώς μέσα από την συμπαρουσία τους η μια λειτουργία σχετικοποιεί το απόλυτο βάρος της άλλης). Πενθούν η κάθε μια την απολυτότητά της και όλες μαζί υπηρετούν τον κυματισμό της ίδιας της ζωής του -του μεγάλου παντός-, που (ποιος ξέρει;) μπορεί να 'χει τελικά το πρόσωπο της θάλασσας της Μονεμβασιάς.

Ο Γιάννη Παπαθεοδώρου σχολιάζει τη συμβολή του Ρίτσου στη «μεταστροφή» της Αριστεράς απέναντι στον Καβάφη και στην κριτική ανα­γνώριση και καθιέρωση του Αλεξανδρινού με τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη που γράφονται σε μια εποχή που ο ποιητής ήδη προε­τοιμάζει παράλληλα το υλικό της Τέταρτης διάστασης- τα ποιήματα, δηλαδή, των κορυφαίων συλλογών του. Θεωρεί τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη όχι παρακολούθημα του αφιερώματος της Επιθεώρησης Τέχνης και του Τσίρκα αλλά για μια ξεχωριστή ανάγνωση του Καβάφη. Τα υλικά του Ρίτσου για το πορ­τρέτο του Καβάφη είναι, εν πολλοίς, προβλέψιμα και αναγνωρίσιμα: ο Καβάφης, «αόρατος», «κρυμμένος», «πανούργος», «σαρκικός» και διαρκώς μετέωρος επιλέγει το ιστορικό παρελθόν ως μοναδικό χώρο κοινωνικής αναφοράς, επειδή ακριβώς είναι αποστασιοποιημένος από τη σύγχρονη του κοινωνική πραγματικότητα. Ως εδώ, ο Ρίτσος όχι μόνο δεν πρωτοτυπεί αλλά βαδίζει με ασφάλεια πάνω σε «κοινούς τόπους» της καβαφικής κριτικής. Εκεί που πρωτοτυπεί, ωστόσο, είναι στην περιγραφή της τελικής δικαίωσης του ποιητή. Για τον Ρίτσο, ο έγκλειστος Καβάφης μοιάζει να κερδίζει τον κοινωνικό του χώρο, επειδή έχει κερδίσει βασανιστικά τον ποιητικό του χώρο: δικαιώνεται πολιτικά (ως πολίτης) επειδή έχει ήδη δικαιωθεί καλλιτεχνικά (ως ποιητής). Ο Ρίτσος περιγράφει έναν Καβάφη που εξιλεώνεται, ως «μέ­γας αναμάρτητος», μέσω της Τέχνης του. Η ηθική αναγωγή της τέχνης στην κοινωνική ολότητα ανακαλεί και τον ποιητή από τη μεταφορική ή κυριολεκτική εξορία του και την απομόνωση του. Στο καινούργιο αυτό χωροχρονικό διάστημα, ο ποιητής, η ποίηση και ο κοινωνικός κόσμος βρίσκονται λυρικά συμφι­λιωμένοι μεταξύ τους. Η Πολιτεία, λοιπόν, είναι -δεν μπορεί παρά να είναι- η «τελική έξοδος» της Ποίησης.

Ο Τάκης Σινόπουλος σε κείμενο του 1964 υποστηρίζει πως ο Ρίτσος είναι συνειδητά και συστηματικά πολυγράφος, αδιάφορος για την «ποιότητα» .Τα μεγάλα του ποιήματα, ακόμα και τα πιο καλά, έχουν ένα βασικό μειονέκτημα. Αντί να χαρίζουν μια αδιάπτωτη αισθητική χαρά, στομώνουν τον αναγνώστη με ισχυρές δόσεις φτήνειας και φλυ­αρίας, τον κουράζουν και του αφαιρούν τη δυνατότητα της συνεχούς συγκίνησης. Σημειώνει ακόμα πως ο Ρίτσος δεν κατέχει την αρετή της συνθετικότητας. απουσιάζει η σφιχτή δομή και κλιμάκωση των επιπέδων στα ποιήματά του. Είναι απλώς ποιήματα παρατακτικά, με ένα βασικό θεματικό πυρήνα και εκτείνονται σε τούτο ή εκεί­νο το μάκρος. 0 λόγος του Ρίτσου είναι συνήθως χαμηλός, καθημερινός, οικείος. Καμιά φορά ογκώδης, καμιά φορά υψηλός. Η εσωτερική έντα­ση, το πάθος, η θερμότητα και η έξαρση σπάνια ανταποκρίνονται με τη δραματικότητα των θεμάτων του. Σ' όλα σχεδόν τα ποιήματα υπάρχει ένα πρόσωπο που μιλάει, απευθυνόμενο σε ένα, ή σε περισσότερα άλλα πρόσωπα. Συνήθως ακούμε ένα μονόλογο, καμιά φορά περισσότερους μονόλογους μέσα σε κάποιο σκηνικό. Η πρόθεση μιας θεατρικής δομής εξαναγκάζει τον Ρίτσο να υποκύπτει σε σχηματοποιημένες αντιθέσεις που έχουν τη βάση τους στην ιδεολογική του τοποθέτηση. Η γλώσσα του είναι η έτοιμη αστική γλώσσα, εμπλουτισμένη με γραφικά στοιχεία. Αγώνας προσωπικής έκφρασης δεν υπάρχει, ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την παρουσία ενός ύφους, μείγμα γλωσσικών προτερημά­των και ελαττωμάτων. 0 Ρίτσος είναι ποιητής της «πολιτείας». Ταλέντο αναλυτικής έκφρασης, έδωκε μέχρι σήμερα ένα πολύβουο, πολύχρωμο κόσμο. Χάρισε ένα ήθος στα καθημερινά πράγματα. Η δύναμη του ασκήθηκε στη δημιουργία ενός «αστικού» κυρίως χώρου των λαϊκών συνοικιών κι έδωκε μια ποιητική υπόσταση στην άδοξη ανθρώπινη συνθήκη. Ποιητής «σπιτικός», οικείος της λεπτομερειακής καθημερινότητας, με οξύτατη γνώση των πραγμάτων, οδηγήθηκε σε γενικότερη αίσθηση του γήινου στοιχείου και εν τέλει σε μια ευρύτερη «κοσμική» αντίληψη. Τα ποιήματα του οικοδομούνται κατά κύριο λόγο με εικόνες που εί­ναι συνήθως ευρηματικές ή έντονα παραστατικές και συχνά ρίχνουν το βάρος τους στη ζυγαριά του ποιήματος, δίνοντας του γεύση και ποιότη­τα. Κάποτε φαίνονται ανεξάρτητες από το ποίημα, σαν ξένα σώματα, ζώντας τη δική τους ζωή. Διακόπτεται έτσι η οργανική συνέχεια του ποιήματος προς όφελος της εικόνας, που είναι κατά κανόνα πλήρης, σαφής, αναλυτική, ποτέ αμφίβολη ή υπαινικτική. Θα μιλούσαμε για μια αυταρέσκεια, ένα ναρκισσισμό εικόνων που συχνά οδηγούν στην εκφραστική υπερβολή. Ένα άλλο στοιχείο που παρατηρείται στην ποίηση του Ρίτσου είναι η έλλειψη, συχνά, ενιαίας υφής στους στίχους. Έχει κανείς μια παράξενη αίσθηση εναλλαγής «ποιοτήτων». Υπάρχει μια αίσθηση ρευστότητας στα ποιήματα του Ρίτσου που δεν «πήζουν», δεν αρθρώνονται εσωτερικά. Ο ποιητής χάνεται συχνά μέσα στους διαδρόμους της έκφρασης, κυνηγημένος επί πλέον από έναν χρόνιο «ποιητικισμό», μίμηση δηλαδή των μέσων της ποίησης που από καιρό κατατρώγει τα θεμέλια της εργασίας του. Το βασικό αυτό μειονέκτημα φαίνεται να το ξεπερνάει ο Ρίτσος στα ποιήματα των τελευταίων χρόνων, αν και δεν αποκλείονται οι υποτροπές, αφού ο Ρίτσος υπακούει περισσότερο στο νόμο της παρα­γωγής και λιγότερο στην ανάγκη της δημιουργίας. Αν ο κόσμος του δεν συνοδεύεται πάντοτε απ' το βαθύτερο ποιητικό του αντίκρισμα, αυτό οφείλεται στο ότι ο Ρίτσος συχνά τσιγκουνεύεται, δεν αναλίσκε­ται σαν Εγώ μέσα στο ποίημα. Δεν είναι υπέρ του ποιητή από τη μια μεριά να σου δίνει τον κόσμο σαν αποκάλυψη κι απ' την άλλη να απαλλοτριώνει την ποιητική ενέργεια υπέρ της Α ή Β πολιτι­κοκοινωνικής ένταξης .

Η 'Ελλη Φιλοκύπρου εξετάζει την τελευταία συλλογή του Ρίτσου (Δευτερόλεπτα, 1988-1989) και τα προσωπεία του ποιητή: σχοινοβάτης και ταχυδακτυλουργός, γελωτοποιός, θαυματοποιός και ακροβάτης, ο ποιητής διακινδυνεύει, επιδεικνύει την επιδεξιότητα του, χειροκροτείται, λιθοβολείται, μελετώντας την περί­πλοκη σχέση του με το κοινό του και με την τέχνη του. Η καλλιτεχνική του υπόσταση επενεργεί καταλυτικά στην ανθρώπινη.

Η Νάντια Φραγκούλη υποστηρίζει πως το στοιχείο της επανάληψης στο έργο του Ρίτσου δεν συνιστά αδυναμία του αλλά ένα ερμηνευτικό του κλειδί. Στο έργο του αρκετά θέματα, είτε αφορούν στην υπαρξιακή είτε στην κοινωνική αναζήτηση, επανέρχονται, και μάλιστα με παρόμοια πραγμάτευση και εκφραστική αποκρυστάλλωση, ενώ και τα «ποιη­τικά του μέσα» μάλλον ωριμάζουν παρά αλλάζουν άρδην, όπως άλ­λωστε και η κοσμοθεωρία του. Ωστόσο, η επανάληψη δεν προσπαθεί καν «να κρυφτεί», αντιθέτως, φτάνει να γίνει στοιχείο ταυτότητας της ποιητικής φωνής, υπογραμμίζοντας με την χρήση παρόμοιου ρυθμι­κού και λεκτικού ενδύματος ακριβώς αυτήν τη θεματική επαναφορά. 0 Ρίτσος ενδεχομένως δεν «φοβάται» την επανάληψη και συνειδητά «υποπίπτει» σε αυτήν. Από τον Επιτάφιο και μετά, ο στίχος αλλά και η γραφή του Ρίτσου εν γένει δομούνται πάνω στην επανάληψη και συνδέεται με τις αρχές της ποιητικής του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου