Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Τζέφρυ Τσώσερ Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ

     Επέλεξα ως πασχαλιάτικο ανάγνωσμα τις «Ιστορίες του Καντέρμπερυ»  του Τζέφρυ Τσώσερ (1343-1400),  εκδόσεις Μελάνι, που δεν είχαν μεταφραστεί ποτέ μέχρι τώρα στα ελληνικά και αποτελούν ένα σπουδαίο βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας γραμμένο τον 14ο αιώνα που επηρέασε τον Σαίξπηρ. Απολαυστικότατο κείμενο μέσα από τις ιστορίες που αφηγούνται περίπου 30 άνδρες και γυναίκες που πηγαίνουν για προσκύνημα στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπερυ, Απρίλη μήνα, 85 χλμ. μακριά από το Λονδίνο και για να περάσουν  την ώρα τους, κάνουν ένα διαγωνισμό αφήγησης με βραβείο για το νικητή  ένα δωρεάν γεύμα στο Πανδοχείο Τάμπαρντ, όταν θα επέστρεφαν από το προσκύνημα. Οι περισσότερες ιστορίες  είναι γραμμένες σε στίχο και αποτελούν ένα πορτρέτο μιας ολόκληρης εποχής, διαγράφοντας ξεκάθαρα τα ήθη, τη νοοτροπία, και τη συμπεριφορά της αγγλικής κοινωνίας και του εκκλησιαστικού κατεστημένου εκείνης της εποχής με τρόπο γοητευτικό, ατμοσφαιρικό και μια δόση λεπτής ειρωνείας. Παρελαύνουν οι εξής αντιπροσωπευτικοί χαρακτήρες: Ο Ιππότης, ο Μυλωνάς, ο Επιστάτης, ο Μάγειρας, ο Δικηγόρος, ο Πλοίαρχος, η Ηγουμένη, ο Καλόγερος, η Μοναχή, ο Δόκτορας της Ιατρικής, ο Πωλητής Συγχωροχαρτίων, ο  Κλητήρας του Ιεροδικείου, ο Σπουδαστής, ο Έμπορος, ο Ακόλουθος του Ιππότη, ο Κτηματίας, ο Υπηρέτης του Παπά, ο Πάστορας.
Ο μεταφραστής Δημοσθένης Κορδοπάτης έχει κάνει σπουδαία δουλειά αποδίδοντας σε πρόζα τα ποιήματα. Επιλέγω ένα απόσπασμα μέσα στο πνεύμα των ημερών για να πάρουμε μια γεύση. Είναι από την Ιστορία του Πωλητή Συγχωροχαρτίων, σελ. 249-250.

 "Με δάκρυα στα μάτια ο Απόστολος είπε: «Είναι πολλοί αυτοί, και κλαίω όταν το λέω, που η λαιμαργία τους κάνει να γίνουν εχθροί του Σταυρού του Χριστού. Το τέλος τους όμως θα είναι καταστροφικό, γιατί ανακήρυξαν την κοιλιά θεό τους». Κοιλιά! Γαστέρα! Βρομερό σακούλι στουμπωμένο με κοπριά, εστία διαφθοράς, που παράγεις δυσώδη μουσική κι από τα δύο άκρα σου! Τι φοβερό μόχθο και έξοδα συνεπάγεται η τροφοδοσία σου! Με τι κόπο οι ταλαίπωροι μάγειροι τρίβουν, στύβουν και αλέθουν τα υλικά για να ετοιμάσουν το ένα πιάτο μετά το άλλο, προς ικανοποίηση της αχρείας γεύσης σου! Βγάζουν το μεδούλι από τα σκληρά κόκαλα, για να μην πεταχτεί τίποτα από αυτά που μπορούν να γλιστρήσουν ηδονικά στον καταπιόνα κάτω. Για να κάνουν κάτι πιο πολύ γευστικό, παρασκευάζουν και νόστιμες σάλτσες από φλούδες, ρίζες και φύλλα μπαχαρικών το βέβαιο όμως είναι ότι αυτός που ενδίδει σε παρόμοιες απολαύσεις είναι ήδη νεκρός, αφού ζει με τέτοια βίτσια.
Το κρασί εκμαυλίζει τον πόθο· η μέθη ρέπει προς την έριδα και την αχρειότητα. Ε! οινόφλυγα, το πρόσωπο σου είναι πρησμένο, η ανάσα σου ξινή, οι εναγκαλισμοί σου αηδιαστικοί. Μέσ' από τη μεθυσμένη μύτη σου φαίνεται σαν να βγαίνει ένας ήχος, που λέει διαρκώς τη λέξη «σαμψών, σαμψών», αν και ο Σαμψών δεν ήπιε ποτέ του κρασί. Τρε­κλίζεις και πέφτεις κάτω σαν πεισμωμένο γουρούνι. Η αντρεία σου εξαφανίζεται, η γλώσσα σου παραλύει - γιατί η μέθη είναι πράγματι το νεκροταφείο της ανθρώπινης νοημοσύνης και κρίσης. Κανείς κάτω από την επήρεια του πιοτού δεν μπόρεσε να κρατήσει κάποιο μυστικό· είναι δεδομένο αυτό. Έτσι μακριά από το κρασί, κόκκινο ή λευκό, και ειδικότερα από το λευκό κρασί της πόλης Λέπε, που πωλείται στα ψαράδικα και στο Τσίπσαϊντ· γιατί κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο το ισπανικό αυτό κρασί αναμειγνύεται από μόνο του με τα άλλα κρασιά των γύρω κρατών κι από το χαρμάνι αυτό αναδύονται αναθυμιάσεις τέτοιας έντασης, ώστε απ' το τρίτο ποτήρι και ύστερα ενώ κάποιος νομίζει ότι είναι σπίτι του, στο Τσίπσαϊντ, βρίσκει τελικά τον εαυτό του στην Ισπανία - ούτε καν στη Ροσέλ ή το Μπορντώ, αλλά κατευθείαν στη Λέπε ξεφυσώντας «σαμψών, σαμψών»!
Ακούστε όμως, κύριοι, μία λέξη μόνο, αν επιτρέπετε! Αφήστε με να τονίσω ότι με τη χάρη του αληθινού Θεού, που είναι παντοδύναμος, ...όλα κερδήθηκαν με την εγκράτεια και την προσευχή."

     Μετά από αυτό το απόσπασμα ας οδηγηθούμε στην εγκράτεια και τη ...δίαιτα. 
                                             Χρόνια πολλά! 



Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Ισίδωρου Ζουργού Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο

 Κλείνοντας το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο», εκδόσεις Πατάκη, νιώθω πως έκανα ένα ωραίο ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο με όχημα την καλή λογοτεχνία. Ταξίδεψα στον 17ο αιώνα σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης συνοδεύοντας έναν ήρωα που γεννήθηκε Εβραίος στην Ελβετία, η οικογένειά του προσηλυτίστηκε από χριστιανούς, μορφώθηκε από σεφαραδίτες και χριστιανούς, είχε θείο που δούλευε στα ναυτιλιακά γραφεία και τα χρηματιστήρια του Άμστερνταμ και που ο θείος υπήρξε κάτι παραπάνω από θείος του. Ο θεωρούμενος πατέρας του (Τομπίας) πιστεύοντας στην επικείμενη έλευση του Μεσσία και το τέλος του κόσμου 10 χρόνια πριν το 1666 διέκρινε στο πρόσωπο του μικρού Ματίας αυτόν που έχει θεϊκή αποστολή να συνοδεύσει  το Μεσσία στο δρόμο της δόξας Του!

 Ο μικρός Ματίας που έβλεπε οράματα και αναρωτιότανε πόσοι τρόποι να υπάρχουν για να πεθάνει κανείς, πόσες τέχνες θανάτου, πόσες artes moriendi, έχασε τη μάνα του σε μια δεύτερη της  γέννα και με καραβάνι Εβραίων εμπόρων πατέρας, θείος και ανηψιός διαβαίνουν τις Άλπεις με προορισμό την Ιταλία. Η ευλογιά θερίζει την Ευρώπη και τα σημάδια της θα καθορίσουν την πορεία του προικισμένου νεαρού που αγωνιά να εντοπίσει τις συντεταγμένες του καινούργιου του κόσμου. Οι ξένοι που τον συναντούσαν, τον κοίταζαν από απόσταση με σεβασμό, γιατί είχε ρίξει το θάνατο στο χώμα, αφού γλύτωσε από την ευλογιά. Περνούν από το Μιλάνο στη Βενετία, κι από την Κέρκυρα με πλοίο στη Σαλονίκη, όπου δρα ο αναμενόμενος Μεσσίας Σαμπετάι Σεβί. Εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, δεισιδαίμονες, όλοι κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Πιάνουν δουλειά στα λογιστικά του Παναγιωτάκη Μελισσηνού, σχεδιάζουν με το εμπόριο να μάθουν την Ευρώπη να πίνει καφέ σε μια Θεσσαλονίκη που έμοιαζε με θέατρο που άλλαζε έργο κάθε μέρα. Ο Ισαάκ ο λογιστής, ο χρόνια αρραβωνιασμένος με τη μελαγχολία, πεθαίνει από πανώλη κι ο σιορ Παναγιώτης προστάτης και θετός πατέρας του πλέον φεύγει με τον Ματίας για τη Βενετία εξασφαλίζοντάς του μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, σε μια Ευρώπη που οδεύει προς τον ορθολογισμό και το Διαφωτισμό, και σπουδές στο  φημισμένο πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Συχνάζει σε βιβλιοθήκες, σπουδάζει ιατρική, συμμετέχει σε μονομαχίες με φιλοσοφικούς στοχασμούς, αναζητώντας απαντήσεις σε θεμελιώδη ζητήματα της επιστήμης, της θρησκείας και της ζωής. Και πάνω από όλα παρούσα η μελαγχολία και η τραγική μοναξιά που χαρακτηρίζει ανθρώπους που ξεχώρισαν ταγμένοι σε ένα ανώτερο σκοπό.  
Μια εποχή αναζητήσεων και ερευνών με Σπινόζα, Ντεκάρτ, Νεύτωνα, στο ομιχλώδες Λονδίνο και το  Άμστερνταμ, τη Γερμανία, τον Χάνδακα, το Τζάντε, την  Κωνσταντινούπολη, το Κίεβο, και την παγωμένη Πετρούπολη. Και τέλος το Άγιον Όρος…
Συντροφιά λοιπόν με ένα   μυθιστόρημα κλασικό που καθόλου δεν κουράζει με τις 780 σελίδες του, ευκολοδιάβαστο, χωρίς μεταμοντέρνους ακροβατισμούς, που αποθαρρύνουν το μέσο αναγνώστη. Τίμια γραφή, στρωτή γλώσσα, καλά δουλεμένη και βιβλιογραφία στο τέλος που αποδείχνει την κοπιαστική προσπάθεια συγκρότησης του μυθιστορηματικού υλικού. Θα ‘λεγα πως με το «Ανεμώλια» και τον «Ματίας Αλμοσίνο» ο Ζουργός διανύει την ώριμη φάση της λογοτεχνικής του δημιουργίας, καταλαμβάνοντας με την πένα του εξέχουσα θέση ανάμεσα στους Έλληνες πεζογράφους του 21ου αιώνα.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Παγκόσμια ημέρα ποίησης με Δάντη

Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα και διαβάζω για δεύτερη φορά τις Πέτρινες Ρίμες του Δάντη. Πρώιμο έργο που το συνέθεσε το 1296/7 και μας το παρουσιάζουν φέτος οι πολύτιμες εκδόσεις ΑΓΡΑ.
Και σε αυτές τις ποιητικές συνθέσεις συναντάμε τον ταπεινωμένο επίδοξο εραστή και την απόμακρη γυναίκα. Βλέπουμε έναν έρωτα χωρίς πιθανότητα γαλήνης, όπου οι κανόνες της ιπποτικής ποίησης "σπάνε" καθώς ο ανανταπόδοτος πόθος σταδιακά μετατρέπεται σε εκστατική βία.  Κεντρικό μοτίβο: ένα κορίτσι σαν πέτρα - ψυχρό απέναντι στο πάθος του ποιητή και την ίδια στιγμή σπάνιο σαν πολύτιμος λίθος.  Η αδιαφορία του κοριτσιού σημαίνει αναγκαστικά την αιώνια καταδίκη του ερωτευμένου. Ένα αίσθημα παράλυσης διαποτίζει τις Πέτρινες Ρίμες. Απολαμβάνουμε την υπέροχη   εισαγωγή του Harold Bloom και το εξαιρετικό  επίμετρο και τη μετάφραση του Γιώργου Κοροπούλη.

Ολίγοι στίχοι από το: Io son venuto al punto de la rota (= Έφτασα στο σημείο του κύκλου εκείνο)

Μα ο νους μου δεν μπορεί
Του έρωτα το βάρος ν’ αποσείσει
Γιατί μια εικόνα συγκρατεί, μια πέτρα,

Κι έγινε πιο σκληρός κι από την πέτρα.
...


Φύγανε όσα πουλιά ζέστη ποθούν
μακριά από την Ευρώπη, που έχουν στέψει
για πάντα επτά αστέρια παγερά·
 και τ'άλλα είπαν να μην τραγουδούν,
 εκτός κι αν συμφορά έχουν μαντέψει, 
ως να ῤθει η χλωρή εποχή ξανά·
τα ζώα τα δοσμένα στη χαρά
από τον έρωτα είναι λυτρωμένα
καθώς σε νάρκη η παγωνιά τα παίρνει·
μα ο νους μου όλο βαραίνει
από έρωτα· σκέψεις γλυκιές ολοένα
μου φέρνει, σαν να μην υπάρχει χρόνος,
γυναίκα που αγνοεί σχεδόν ο χρόνος.
...

Τραγούδι μου, η γλυκιά θα 'ρθει εποχή
που έρωτα ο ουρανός θα βρέχει·
τι θα 'μαι εγώ που μες στον παγετό 
τον έρωτα κρατώ
μέσα μου γιατί τόπο αλλού δεν έχει;
Θα 'μαι ένας άνδρας από μάρμαρο,
αν μια κοπέλα για καρδιά έχει μάρμαρο.

Σπουδαίος ποιητής της παγκόσμιας παράδοσης ο Δάντης. Το έργο του παραμένει αθάνατο και μαζί με αυτό η Βεατρίκη.
 Η σκληρή καρδιά σαν πέτρα μαλακώνει με την ευαισθησία που αποπνέουν οι στίχοι των ποιητών. Ας τους διαβάζουμε και βέβαια όχι μόνο την πρώτη μέρα της Άνοιξης.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Jean Echenoz, 14

   Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου,  αντί οι λαοί να στοχάζονται τις ολέθριες συνέπειές του, βρίσκονται ξανά με το χέρι στη σκανδάλη περιμένοντας αυτόν που πρώτος θα ανάψει το φυτίλι. Εμείς από τη μεριά μας σχολιάζουμε στην τάξη, όσο μπορούμε,  «Το ποτάμι» του Σαμαράκη, την «Μυστική παπαρούνα» από τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη και δίνουμε συναφή αποσπάσματα από τη  «Φωτιά» του Μπαρμπίς, το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» του Ρεμάρκ, τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χέμινγουέι, ολίγον από «Καλό στρατιώτη Σβέικ» του Χάσεκ και την τριλογία του Πατ Μπάρκερ. Αυτές τις  μέρες μάλιστα προσθέσαμε  ένα φρεσκομεταφρασμένο  βιβλιαράκι στα αριστουργήματα που μιλάνε για τη φρίκη των χαρακωμάτων και τα δεινά του μεγάλου πολέμου. Τίτλος, που παραπέμπει προφανώς στη χρονιά έναρξης του πολέμου: «14». Συγγραφέας ο Jean Echenoz (Ζαν Εσνόζ) και εκδοτικός οίκος ο Ίκαρος. Μεταφραστής ο εξαιρετικός Αχιλλέας Κυριακίδης. 

   Η γοητευτικότατη αφήγηση αρχίζει με την περιγραφή μιας ξαφνικής κακοκαιρίας. Ένας βροντώδης άνεμος, μια ασυνήθιστη για την εποχή ηχητική, θορυβώδης εισβολή, ένας κυκλωτικός βρυχηθμός που σε συνδυασμό με τη ρυθμική κινητικότητα του κάθε καμπαναριού αποτέλεσαν μια απειλητική αταξία. Ακουστικές εικόνες  που σημαίνουν την έναρξη μιας από τις πιο αιματηρές περιπέτειες της ανθρωπότητας για ανθρώπους που έχουν ξεχάσει την ευαγγελική ρήση «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω». Το βιβλίο του ήρωά μας πέφτει και μένει ανοιχτό στο κεφάλαιο με τον τίτλο “Aures habet, et non audiet’’. (=Αυτιά έχει αλλά δεν ακούει.)

…Έχουμε πρώτη του μηνός Αυγούστου, κι ο Αντίμ αφήνει το βλέμμα του να πλανηθεί στο πανόραμα. Από εκείνον το λό­φο όπου στεκόταν, μόνος, είδε πέντ’-έξι σκόρπιες πολίχνες με σπιτάκια στοιβαγμένα κάτω από ένα κωδωνοστάσιο, συν­δεόμενες μέσω ενός αραιού οδικού δικτύου στο οποίο κυκλο­φορούσαν όχι τόσο τα σπάνια αυτοκίνητα της περιοχής όσο βοϊδάμαξες και ζεμένα άλογα που μετέφεραν τις δημητριακές σοδειές. Το τοπίο ήταν αναμφιβόλως ευχάριστο, αν και προς στιγμήν είχε αναστατωθεί από εκείνη τη θορυβώδη και πραγματικά ασυνήθιστη για την εποχή εισβολή του ανέμου, ο οποίος, αναγκάζοντας τον Αντίμ να κρατάει το γείσο του με το χέρι, καταλάμβανε όλο τον ηχητικό χώρο. Δεν ακουγόταν παρά μόνο αυτό το φύσημα του αέρα, η ώρα ήταν τέσ­σερις το απόγευμα.
Κι ενώ το βλέμμα του πηγαινοερχόταν αφηρημένα απ’ τη μία πολίχνη στην άλλη, παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ένα φαινόμενο που του ήταν εντελώς άγνωστο: στην κο­ρυφή κάθε καμπαναριού, αιφνιδίως και ταυτοχρόνως, είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια μικρής μεν έκτασης, αλλά ρυθ­μική κινητικότητα· μια εύρυθμη εναλλαγή ενός μαύρου τε­τραγώνου και ενός λευκού τετραγώνου που διαδέχονταν το ένα το άλλο κάθε δύο-τρία δευτερόλεπτα είχε αρχίσει να εκ­πορεύεται σαν εναλλασσόμενο φως, σαν δυαδικός σκαρδαμυγμός που θύμιζε το αυτόματο κλαπέτο κάποιων μηχανών στο εργοστάσιο, κι ο Αντίμ, αδυνατώντας να εξηγήσει αυ­τά τα μηχανικά νύγματα, διακινδύνευσε να τ’ αποδώσει σε σπινθηρίσματα ή βλεφαρίσματα που του έστελναν μακρόθεν άγνωστοι.
Μετά, σταματώντας το ίδιο κοφτά όπως είχε ενσκήψει, ο κυκλωτικός βρυχηθμός του αέρα έδωσε τη θέση του στον αχό τον οποίο κάλυπτε ώς εκείνη τη στιγμή: όλο αυτό δεν ήταν παρά οι καμπάνες, οι οποίες, μπαίνοντας σε λειτουργία από την κορυφή αυτών των κωδωνοστασίων, σήμαιναν ομοφώνως, παράγοντας μια σοβαρή, βαριά και απειλητική αταξία, στην οποία, καίτοι πολύ νέος για να έχει παρακολουθήσει πολ­λές κηδείες, ο Αντίμ διέκρινε ενστικτωδώς τον ήχο του συνα­γερμού που ενεργοποιούνταν σπανιότατα και που μόνο η ει­κόνα του του έφτανε νωρίτερα απ’ τον ήχο του.
Ο συναγερμός, δεδομένης της τότε παγκόσμιας κατάστασης, σηματοδοτούσε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, επι­στράτευση. Όπως όλος ο κόσμος, αλλά χωρίς να το πολυπιστεύει, ο Αντίμ την περίμενε, αλλά του ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι θα γινόταν Σάββατο. Δεν αντέδρασε αστρα­πιαία, αλλά, αφού έμεινε γύρω στο ένα λεπτό ακούγοντας τις βαρύγδουπες καμπάνες, όρθωσε πάλι το ποδήλατό του, έβαλε πάλι το πόδι του στο πετάλι κι αφέθηκε να γλιστρή­σει στην πλαγιά και να πάρει το δρόμο για το σπίτι του. Ένα απότομο τράνταγμα και, χωρίς να το αντιληφθεί ο Αντίμ, το χοντρό βιβλίο έπεσε από το ποδήλατο, άνοιξε πέφτοντας κι έμεινε για πάντα στην άκρη του δρόμου, μπρούμυτα πά­νω σ’ ένα απ’ τα κεφάλαιά του που έφεραν τον τίτλο “Aures habet, et non audiet’’.
Με το που μπήκε στην πόλη, ο Αντίμ άρχισε να βλέπει τους συμπολίτες του να βγαίνουν απ’ το σπίτι τους, να σχηματίζουν ομάδες και να συγκλίνουν προς την Κεντρική Πλατεία. Οι άνδρες έδειχναν νευρικοί, πυρετικοί μέσα στη ζέστη, γύριζαν το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, κουβέντιαζαν, χειρονομούσαν αδέξια, χωρίς πολλή αυτοπεποίθηση. Ο Αντίμ πέρασε πρώ­τα από το σπίτι του για ν’ αφήσει το ποδήλατο, και μετά ενώ­θηκε με το ρεύμα που, τώρα, εισέρρεε απ’ όλες τις αρτηρίες προς την πλατεία όπου μυρμήγκιαζε ένα πλήθος χαμογελαστό που ανέμιζε σημαίες και μπουκάλια, που χειρονομούσε και στριμωχνόταν, που δεν άφηνε σχεδόν καθόλου χώρο στα κάρα με τα άλογα που ήδη μετέφεραν ομάδες. Όλος ο κόσμος έδειχνε πολύ ευχαριστημένος με την επιστράτευση: ένθερμα λογύδρια, ακατάσχετα γέλια, ύμνοι και φανφάρες, πατριω­τικά επιφωνήματα ανάκατα με χρεμετισμούς.

 Ο Αντίμ, ο Σαρλ, ο Μποσίς, ο Παντιολό και ο Αρσενέλ παρελαύνουν πριν μπουν στο τρένο για την πρώτη γραμμή. Ανάμεσα στους θεατές η Μπλανς. Ζητωκραυγές, ηχητική μπάντα.

  Ο Αντίμ, εκεί που βάδιζε χαριεντιζόμενος χαμηλοφώνως με τους άλ­λους, προσέχοντας ταυτόχρονα μη χάσει το καμαρωτό του βή­μα, νόμισε κάποια στιγμή πως είχε δει την Μπλανς στο αρι­στερό πεζοδρόμιο της λεωφόρου. Στην αρχή σκέφτηκε πως ήταν κάποια που της έμοιαζε, αλλά μετά, όχι, αυτή ήταν, η Μπλανς, ντυμένη γιορτινά, με μια ελαφριά ροζ φούστα και μπλούζα μοβ της εποχής. Για να οπλιστεί κατά του ήλιου, είχε αναπεπταμένη πάνω από το σώμα της μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα, ενώ οι άλλοι ιδροκοπούσαν σταθερά κάτω απ’ το καινούργιο πηλήκιο που τους έσφιγγε τα μηλίγγια, και κάτω από τον κρεμαστό γυλιό, ο οποίος, εκείνη την πρώτη μέρα, δε βάραινε ακόμα τόσο πολύ τις ωμοπλάτες.
Όπως το περίμενε, ο Αντίμ είδε πρώτα την Μπλανς να ρίχνει στον Σαρλ ένα χαμόγελο όλο περηφάνια για την πολε­μική του εξάρτυση, αλλά μετά, όταν έφτασε κι εκείνος στο ύψος της, δέχτηκε απ’ αυτήν, τώρα όχι χωρίς έκπληξη, μιαν άλλη ποικιλία χαμόγελου, πιο σοβαρού, αν όχι, όπως του ’χε φανεί, και πιο συγκινημένου, πιο συγκροτημένου, πιο εκ­φραστικού, κάτι απ’ όλα αυτά τελοσπάντων. Δεν είδε, ούτε επιχείρησε να δει πώς ο Σαρλ, που βέβαια του είχε γυρισμέ­νη την πλάτη, είχε ανταποκριθεί σ’ εκείνο το χαμόγελο, αλ­λά αυτός, ο Αντίμ, δεν αντέδρασε παρά μ’ ένα βλέμμα, το όσο το δυνατόν πιο σύντομο και πιο μακρύ, πασχίζοντας να του προσδώσει την ελάχιστη δυνατή εκφραστικότητα που θα υπαινισσόταν τη μεγίστη δυνατή - καινούργια άσκηση, αυ­τή τη φορά διπλά αντίνομη, η οποία, καθώς είχε και το νου του να μη χάσει το βήμα του, δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθε­ση. Μετά, όταν προσπέρασαν και την Μπλανς, ο Αντίμ προ­τίμησε να μην ξανακοιτάξει προς το κοινό.
Νωρίς το άλλο πρωί, στο σταθμό, η Μπλανς ήταν πάλι εκεί, στην αποβάθρα, ανάμεσα στο πλήθος που κουνούσε σημαιού­λες, στα παιδιά που έγραφαν με κιμωλία Βερολίνο στα πλευ­ρά της ατμομηχανής, στα χάλκινα πνευστά που έκλιναν όσο μπορούσαν καλύτερα τον εθνικό ύμνο. Καπέλα, φουλάρια, ανθοδέσμες και μαντίλια αναδεύονταν προς πάσαν κατεύθυνσιν, πανέρια με προμήθειες περνούσαν από τα παράθυ­ρα των βαγονιών, παιδιά και γέροι και ζευγάρια πνίγονταν στις αγκαλιές, δάκρυα κυλούσαν στις αναβαθμίδες - όπως μπορεί να τα δει όλα αυτά κανείς σήμερα στο τεράστιο φρέ­σκο του Άλμπερτ Χέρτερ, στην Αίθουσα Αλσατία του Σταθ­μού Ντε λ’ Εστ.  Γενικά, οι πάντες χαμογελούσαν με αυτο­πεποίθηση, αφού όλο αυτό ήταν σίγουρο πως δε θα κρατούσε πολύ, τα παιδιά θα ξαναγύριζαν γρήγορα - και τότε, από μα­κριά, πάνω απ’ τον ώμο του Σαρλ που αγκάλιαζε την Μπλανς, ο Αντίμ την είδε να τον ξανακοιτάζει με το ίδιο βλέμμα. Με­τά, έπρεπε ν’ ανέβει στο τρένο, και μία εβδομάδα ακριβώς μετά από εκείνη την ποδηλατάδα του, ο Αντίμ, έχοντας ανα­χωρήσει από τη Νάντη στις έξι το πρωί του Σαββάτου, έφτασε απόγευμα Δευτέρας στις Αρδένες.


Και μετά σιωπή. Επικρατεί η βεβαιότητα ότι η πολεμική αυτή σύγκρουση θα είναι συντομότατη.  
Ο Αντίμ και ο Σαρλ αλληλογραφούν με τη Μπλανς που ζητά από το γιατρό της να παρέμβει για να τοποθετηθεί ο Σαρλ οπουδήποτε αλλού εκτός από το πεζικό. Φωτογράφος στα αεροπλάνα, ας πούμε!

Έξω, ηχητική μπάντα Κυριακής: όλα είναι πιο σιωπηλά απ’ ό,τι μες στην εβδομάδα, έτσι όπως είναι κάθε Κυριακή, αλ­λά όχι ακριβώς όπως κάθε Κυριακή, η σιωπή δεν είναι η συ­νήθης σιωπή, σαν να ’χε μείνει στον αέρα ο απόηχος απ’ τις ζητωκραυγές των τελευταίων ημερών, απ’ τις φανφάρες και τα χειροκροτήματα. Νωρίς εκείνο το πρωί, οι πιο ηλικιωμένοι δημοτικοί υπάλληλοι που είχαν μείνει πίσω, αποκόμισαν τις τελευταίες μαραμένες ανθοδέσμες, τις τσαλακωμένες κον­κάρδες, ό,τι είχε απομείνει απ’ τα πανό, μαντίλια στεγνω­μένα ύστερα απ’ το μούσκεμα· μετά, κατέβρεξαν τους δρό­μους· και πιο μετά, παρέδωσαν στο γραφείο μερικά απολεσθέντα αντικείμενα: ένα μπαστούνι, δύο σκισμένα φουλά­ρια, τρία ποδοπατημένα καπέλα που είχαν πεταχτεί στον αέ­ρα μες στην πατριωτική παραζάλη και που οι νόμιμοι κάτο­χοί τους δεν βρέθηκαν ποτέ - αναμένεται να εμφανιστούν.
Όμως τα πράγματα είναι πιο ήσυχα και για έναν άλλο λό­γο: γιατί δεν κυκλοφορούν πολλοί στους δρόμους, ιδίως νέοι, κάτι που δεν ισχύει για τους ακόμα πιο νέους, οι οποίοι, συμμεριζόμενοι τη βεβαιότητα ότι η πολεμική αυτή σύγκρουση θα είναι συντομότατη, δε θέλουν να τη σκέφτονται και να την αφήσουν να τους σκοτίσει. Τα λίγα συνομήλικά της αγό­ρια με τα οποία διασταυρώνεται η Μπλανς, όλα τους με κά­ποιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα υγείας, κρίθηκαν ανίκανα, τουλάχιστον επί του παρόντος, κάτι το οποίο επίσης αγνοούν. Οι μύωπες, για παράδειγμα, που εξαιρέθηκαν στην πρώτη επιλογή και προστατεύονται από τα γυαλιά τους, δεν τους περνάει ούτε για μια στιγμή από το μυαλό ότι υπάρχει περί­πτωση να πάρουν μια μέρα το τρένο για τα ανατολικά, ει δυνατόν μ’ ένα ζευγάρι δεύτερα γυαλιά. Τα ίδια με τους κου­φούς, τους νευροπαθείς, τους πλατυπόδαρους. Όσο γι’ αυ­τούς που υποκρίνονται τους ασθενείς ή τους ανάπηρους, ή για όσους έχουν τόσο ισχυρό μέσον ώστε να μη χρειάζεται καν να υποκριθούν, αυτοί, προς το παρόν, προτιμούν να μην εμ­φανίζονται. Τα ζυθοπωλεία είναι έρημα, τα γκαρσόνια τους έχουν εξαφανιστεί, οι ίδιοι οι καταστηματάρχες αναγκάζο­νται να τα σκουπίσουν. Οι διαστάσεις της πόλης που έχει δι’ αναρροφήσεως εκκενωθεί απ’ τους άνδρες της, φαίνεται σαν να έχουν διασταλεί: εκτός από γυναίκες η Μπλανς δε βλέ­πει στους δρόμους παρά γερόντια και παιδιά, που τα βήμα­τά τους ακούγονται κούφια σαν μέσα σ’ ένα κέλυφος κενό.
….

  Είμαστε στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, και το αερο­πλάνο είναι ένα νέο μεταφορικό μέσο που δεν έχει χρησιμο­ποιηθεί ποτέ για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο Σαρλ εί­ναι ζαρωμένος στο κάθισμά του,  βρίσκεται μασκαρισμένος από τον πιλότο του και, επομένως, ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Και τότε, μία και μόνο σφαίρα φεύ­γει από το πυροβόλο, διασχίζει δώδεκα μέτρα αέρα σε επτα­κόσια μέτρα ύψος και με χίλια το δευτερόλεπτο, μπαίνει στο αριστερό μάτι του Νομπλές και ξαναβγαίνει πάνω απ’ τον αυχένα του, πίσω απ’ το δεξί του αφτί, κι από εκείνη τη στιγ­μή το Farman, εκτός ελέγχου, πλανάρει για λίγο κι ύστερα παίρνει μια κλίση που γίνεται όλο και πιο κάθετη, κι ο Σαρλ, με το στόμα ανοιχτό, πάνω απ’ τον βουλιαγμένο ώμο του Αλφρέντ βλέπει να τον πλησιάζει ολοένα το έδαφος στο οποίο πρόκειται να συντρίβει ολοταχώς και χωρίς καμία εναλλακτι­κή λύση παρά μόνο ένα θάνατο άμεσο και ανέκκλητο, χωρίς το παραμικρό ίχνος ελπίδας.

Η μουσική που εξημερώνει τα ήθη στοχοποιείται, βάλλεται, πληγώνεται. Αντί να εξευγενίσει τους μαχόμενους λειτουργεί ως μουσική υπόκρουση πρωτόβγαλτων ορμών και ενστίκτων:

 Στο μεταξύ, ενώ η ορχήστρα έπαιζε κι αυτή το ρό­λο της στη μάχη, το βαρύτονο διαπεράστηκε από μια σφαί­ρα, και το τρομπόνι, βαριά πληγωμένο, σωριάστηκε: το ημι­κύκλιο πύκνωσε αναλόγως, και οι μουσικοί, καίτοι στριμωγμένοι, συνέχισαν να παίζουν χωρίς ούτε ένα φάλτσο, αλλά μετά, τη στιγμή που ξανάπιαναν το μέτρο στο σημείο όπου υψώνεται το ματωμένο λάβαρο, έπεσαν νεκρά το φλάου­το και το άλτο.
Επειδή ακριβώς το πυροβολικό άργησε πολύ να έρθει για ενίσχυση, ο λόχος δεν μπόρεσε όλη μέρα να καλύψει το επι­θυμητό έδαφος, αφού όλο προέλαυνε κι όλο αναδιπλωνόταν. Το βράδυ, όμως, επιτέλους, με μια τελευταία προσπάθεια κατόρθωσε ν’ απωθήσει τον εχθρό ώς πίσω από το δάσος, χά­ρη σε μια επίθεση με ξιφολόγχες: ο Αντίμ είδε, ή νόμισε πά­λι ότι είχε δει, άνδρες να τρυπάνε άνδρες ακριβώς μπροστά στα μάτια του, κι αμέσως, οπισθοχωρώντας λίγο, να τραβά­νε τη λάμα για να την αποσπάσουν απ’ τις σάρκες. Μα και ο ίδιος, κυρτωμένος πάνω στο τουφέκι του, ένιωθε τώρα ικανός να διατρήσει, να σουβλίσει, να τρυπήσει το παραμικρό εμπό­διο, ανθρώπινα σώματα, ζώα, κορμούς δέντρων, ό,τι έβρισκε μπροστά του -προδιάθεση φευγαλέα αλλά απόλυτη, τυφλή, που απέκλειε κάθε άλλη-, αλλά η ευκαιρία δεν του δόθηκε. Συνέχισε να προελαύνει μαζί με τους άλλους, κοπιαστικά, χωρίς να τον αποσπούν οι λεπτομέρειες, αλλά αυτό το κερ­δισμένο έδαφος δεν έμεινε κερδισμένο για πολύ: αμέσως με­τά, ο λόχος αναγκάστηκε να μάχεται υποχωρώντας, καθώς η θέση ήταν αδύνατον να κρατηθεί χωρίς τις ενισχύσεις που δεν έλεγαν να ’ρθουν. Όλα αυτά, βέβαια, ο Αντίμ τα εμπέ­δωσε αργότερα, όταν του τα εξήγησαν, γιατί εκείνη τη στιγ­μή, όπως συνηθίζεται, του ήταν αδύνατον.


Και να μαστε πια εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα:

 Με το να βαδίζουν οι μεν εναντίον των δε μέχρι του ση­μείου να μην μπορούν ούτε οι μεν ούτε οι δε ν’ αναπτυχθούν περαιτέρω, ήταν επόμενο να καρφωθούν οι μεν απέναντι στους δε. Και ναι μεν καρφώθηκαν, αλλά σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες που πάγωναν την κίνηση όλων των στρατευ­μάτων, σε μια μακριά γραμμή που ξεκινούσε από την Ελβε­τία κι έφτανε στη Βόρεια Θάλασσα. Κάπου σ’ αυτή τη γραμ­μή βρέθηκαν κι ο Αντίμ και οι άλλοι, παραλυμένοι και ακινητοποιημένοι, για να βρεθούν παγιδευμένοι σ’ ένα αχανές δί­κτυο χαρακωμάτων που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με σή­ραγγες. Όλο αυτό το σύστημα είχε μεν κατ’ αρχάς εξορυχθεί από το μηχανικό, αλλά μετά χρειάστηκε να σκαφτεί κι απ’ τους ίδιους, καθώς τα φτυάρια και οι κασμάδες που κουβα­λούσαν στην πλάτη δεν ήταν εκεί για να διακοσμούν λοξά το γυλιό. Μετά, προσπαθώντας κάθε μέρα να σκοτώνουν όσο το δυνατόν περισσότερους από τους απέναντι και να κερδί­ζουν έστω και ελάχιστα μέτρα, όπως ήταν οι διαταγές τους, ε τότε είναι που θάφτηκαν για τα καλά.


  Αδιάκοπη πολυφωνική βροντή και νέα όπλα:

… να κροτούν, να στενάζουν ή να νιαουρίζουν ανάλογα με την τροχιά τους, με τα πολυβόλα, τις χειροβομβίδες και τα φλογοβόλα, η απειλή είναι παντού: άνωθεν από τα αεροπλά­να και τις βολές των οβιδοβόλων, εξ απεναντίας με το αντί­παλο πυροβολικό, ακόμα και κάτωθεν, όταν, εκεί που νόμι­ζες ότι μπορούσες να εκμεταλλευτείς κάποια ηρεμία μπας και κοιμηθείς στο βάθος του χαρακώματος, ακούς τον εχθρό να σκάβει υπόκωφα πάνω απ’ αυτό το ίδιο χαράκωμα, πάνω από σένα τον ίδιο, να σκάβει σήραγγες για να τοποθετήσει νάρκες που θα το αφανίσουν, μαζί μ’ εσένα τον ίδιο.
Γαντζώνεσαι στο τουφέκι σου, στο μαχαίρι σου που το μέ­ταλλό του -οξειδωμένο, θαμπό και μαυρισμένο από τα αέρια- μόλις που λάμπει κάτω από την παγερή μαρμαρυγή των φωτοβολίδων, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα που όζει απ’ την απο­σύνθεση των αλόγων και τη σήψη των νεκρών, αλλά και από τη μεριά όσων ακόμα στέκονται όρθιοι μες στη λάσπη, τη μυ­ρωδιά των ούρων, των κοπράνων και του ιδρώτα τους, της λί­γδας και των ξερατών τους, χώρια εκείνη την κατακλυσμιαία αποφορά ταγκού και μουχλιασμένου και παλιού, ενώ υποτί­θεται ότι είσαι στο ύπαιθρο. Όμως όχι: μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι εσύ, μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι από μέσα σου, πί­σω απ’ τα συρματοπλέγματα με τα σταυρωμένα, εξαρθρω­μένα και σηπόμενα πτώματα που καμιά φορά χρησιμεύουν στους ορυκτήρες για να στερεώσουν τα τηλεφωνικά καλώ­δια - διόλου εύκολη δουλειά, οι ορυκτήρες γίνονται μούσκε­μα στον ιδρώτα από τον κόπο και το φόβο, βγάζουν τη χλαί­νη τους για να δουλέψουν πιο άνετα, την κρεμάνε σ’ ένα χέ­ρι που, όπως ξεπροβάλλει στρεβλό απ’ το χώμα, τους χρησι­μεύει για πορτ-μαντό.



Επειδή όλα αυτά έχουν περιγράφει χιλιάδες φορές, ίσως είναι άσκοπο να χρονοτριβούμε κι άλλο μ’ αυτή τη δύσοσμη και ζοφερή όπερα. Ίσως, μάλιστα, δεν είναι και πολύ χρήσι­μο, ούτε πολύ αρμόζον, να παρομοιάζουμε τον πόλεμο με μια όπερα, πόσο μάλλον αν δεν είμαστε και λάτρεις της όπερας, ακόμα κι αν αυτός είναι σαν εκείνην μεγαλειώδης, εμφατικός, υπερβολικός, γεμάτος με κουραστικούς πλατειασμούς και, όπως εκείνη, κάνει πολύ θόρυβο και συχνά καταλήγει να είναι αρκούντως βαρετός.
   Ο Ζαν Εσνόζ ασκεί ανελέητη κριτική στις αντιλήψεις και τις αξίες του πολιτισμού μας. Για να γλυτώσει το επικίνδυνο πεζικό ο Σαρλ μετατίθεται  με μέσον στην αεροπορία που τελικά δεν βοήθησε, αφού επέσπευσε το μοιραίο. Οι ντόπιοι πληθυσμοί εκμεταλλεύονται αδίστακτα τη χρυσή ευκαιρία που τους παρουσιάζεται πουλώντας πανάκριβα αλκοόλ. Το επιτελείο διαβλέπει τα πλεονεκτήματα ανδρών αρκούντως ποτισμένων, αφού το μεθύσι στουπώνει το φόβο, ενισχύει το θάρρος του και, κυρίως, αμβλύνει τη συναίσθηση της συνθήκης του. Δεν είναι καταγγελτικός ή ρητορικός αλλά με σκωπτική και ειρωνική διάθεση συνταιριάζει το λογικό με το παράλογο, το καλό με το κακό, αφήνοντάς μας να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Λόγος ανάλαφρος, γοητευτικός που ξεπλύνει τη μπόχα του πολέμου. Η ησυχία, βεβαίως, δεν οδηγεί πάντα σε καλό. Το κακό  έρχεται σαν θραύσμα οβίδας.

Λέγαμε, λοιπόν, ότι η ησυχία έδειχνε σαν να ’θελε ν’ απλω­θεί, όταν εμφανίστηκε ένα θραύσμα καθυστερημένης οβίδας που κανείς δεν ήξερε από πού και όλοι αναρωτιόνταν πώς, σύντομο σαν υστερόγραφο. Ήταν ένα θραύσμα από μαντέ­μι, μεγέθους παλάμης, εξίσου κοφτερό μ’ ένα μεγάλο θραύ­σμα γυαλιού, που έμοιαζε με στιλπνό νεολιθικό πέλεκυ, φλε­γόταν, κάπνιζε και, σαν να ’θελε να ξεκαθαρίσει προσωπι­κούς λογαριασμούς, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημα­σία στους άλλους, διέσχισε τον αέρα γραμμή προς τον Αντίμ που εκείνη τη στιγμή ανασηκωνόταν και, χωρίς πολλές κου­βέντες, του ’κοψε το δεξί χέρι ώς λίγο πιο κάτω από τον ώμο.
Πέντε ώρες αργότερα, στο νοσοκομείο εκστρατείας, όλος ο κόσμος έδινε συγχαρητήρια στον Αντίμ. Όλοι τού έδειξαν πόσο ζήλευαν αυτό το καλό τραύμα, ένα απ’ τα καλύτερα που μπορούσε κανείς να φανταστεί - σοβαρό, εντάξει, κολοβωτικό, αλλά κατά βάθος όχι περισσότερο από κάτι άλλα, ένα τραύμα που το λαχταρούσε καθένας γιατί είναι απ’ αυ­τά που σου εξασφάλιζαν μόνιμη αποχή απ’ το μέτωπο. Τόσο μεγάλος ήταν αυτός ο ενθουσιασμός των συντρόφων του στα ράντζα που, ακουμπισμένοι στον αγκώνα τους, κουνούσαν το πηλήκιό τους (έστω, αυτοί που δεν ήταν πολύ λειψοί και μπορούσαν να το κάνουν), ώστε ο Αντίμ δεν τολμούσε να βογκήξει ή να φωνάξει από τον πόνο, ούτε να θρηνήσει το χέ­ρι του για το οποίο δεν είχε ακόμα συναίσθηση ότι έλειπε. Η αλήθεια είναι πως ούτε του πόνου είχε συναίσθηση, ούτε της κατάστασης του κόσμου γενικώς, αλλά ούτε του γεγονότος ότι, βλέποντας τους άλλους χωρίς να τους βλέπει, ποτέ πια δε θα μπορούσε να στηριχτεί στον ένα του αγκώνα. Με το που βγήκε από το κώμα κι απ’ αυτό που επείχε θέση χειρουρ­γείου, με τα μάτια ορθάνοιχτα αλλά να μην ενατενίζουν τί­ποτα, του φάνηκε, χωρίς καλά καλά να ξέρει γιατί, ακούγοντας εκείνα τα γέλια, ότι είχε κι αυτός κάθε λόγο να χαίρεται.

Τα ζώα μπορεί να είναι εδώδιμα και να ποικίλουν το μάλλον στερεότυπο καθημερινό φαγητό των στρατιωτών αλλά και φορείς μείζονος κινδύνου: κά­θε είδους δύστρωτα παράσιτα, τα οποία, όχι μόνον δεν κάλυ­πταν καμία διατροφική ανάγκη, αλλά και, αντιθέτως, τρέ­φονταν τα ίδια, αδηφάγως, απ’ τους στρατιώτες. Ψείρες και αρουραίοι που ροκανίζουν τη σάρκα  ή πίνουν το αίμα,  και σε σπρώχνουν να θες να τα μαζέψεις και να φύγεις. Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγ­ματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος - μπροστά σου, ο εχθρός· πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες· πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πά­ψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ.
  Τα σημάδια της Άνοιξης και η σιωπή λειτουργούν αλλοτριωτικά. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς το ρόλο των ήχων και το πού οδηγούν. Ως ειρωνεία, ως μουσική υπόκρουση του κακού που πλησιάζει, ως απατηλό άκουσμα σαν το σουραύλι του σημαδιακού κι αταίριαστου εκείνου σουραυλή στο Μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη.


Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σημάδια τής άνοιξης -είναι πάντα συγκλονιστικό να παρατηρείς, την άνοι­ξη, ακόμα κι αν είσαι πια σε μια ηλικία που γνωρίζεις το σύ­στημα, είναι καλός τρόπος να ξεδίνεις- αλλά προσηλώθη­κε και στη σιωπή, μια σιωπή που αμυδρά χρωματιζόταν απ’ τις βροντές του πάντα κοντινού μετώπου, οι οποίες, το πρωί εκείνο, έτειναν να εξασθενήσουν· μια σιωπή ασφαλώς ατελή, όχι πλήρως αποκατεστημένη αλλά σχεδόν, και σχεδόν καλύ­τερα απ’ ό,τι αν ήταν τέλεια, γιατί την έσπαγαν οι κραυγές των πουλιών που, φτιάχνοντας ένα ηχητικό υπόβαθρο, την εξύψωναν, όπως ένα ελάχιστο πρόστιμο χαλυβδώνει ένα νό­μο, λίγο αντίθετο χρώμα δεκαπλασιάζει την εντύπωση μιας μονοχρωμίας, μια τόση δα ακίδα δικαιώνει μιαν ανεπίληπτα λεία επιφάνεια, ένα φευγαλέο φάλτσο καθαγιάζει μια πλή­ρη μείζονα συγχορδία…


Τι έπαθε ο Αρσενέλ, τι απέγινε ο Αντίμ και η Μπλανς ας μην το αποκαλύψουμε. Είμαι σίγουρος πως το βιβλιαράκι αυτό θα το λατρέψει κόσμος. Ο Ζαν Εσνόζ είναι εξαιρετικός συγγραφέας και θα τον προτείνω ανεπιφύλακτα και στους μαθητές μου. Αστραπές, Δρόμος αντοχής και Ραβέλ είναι τρία βιβλία του που επίσης μου άρεσαν. 

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Παραλογοτεχνία και πώς διαβάζουμε.

  Αγαπημένο περιοδικό  ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ με εξαιρετικά θέματα  πάντοτε που ενδιαφέρουν και απασχολούν τους εραστές της γλώσσας και της λογοτεχνίας καταπιάνεται στο τελευταίο τεύχος με το θέμα της παραλογοτεχνίας φιλοξενώντας απόψεις που αξίζει να διαβαστούν. Κράτησα κάποιες σημειώσεις που αντιγράφω εδώ από τις απόψεις των εξαιρετικών κειμενογράφων.

   Ο  Στάντης  Αποστολίδης  υποστηρίζει πως γνωστά ονόματα της λογοτεχνίας επιδίδονται στην παραλογοτεχνία, είτε ηθελημένα είτε -τάχα- αθέλητα. Επειδή έχουν διαπιστώσει ότι δεν κινείται εμπορικά η πραγματική λογοτεχνία (γιατί ίσως κάποτε είχαν να εκφράσουν κάτι ψυχικά βαθύτερο και διαπίστω­σαν ότι αυτό δεν κίνησε το μεγάλο ενδιαφέρον του κοινού - που ποτέ, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται ασμένως σε ποιοτικά μεγέθη), στρά­φηκαν στην εύκολη γραφή. Καλλιέργησαν τρόπους με βάση κάποιες ντιρεκτίβες. Δηλαδή ακολούθησαν μια γραμμή η οποία επέβαλε το κείμενό τους να είναι ευανάγνωστο και να απευθύνεται σε πολλούς αποδέκτες. Τα υλικά συνταγής έπρεπε να είναι δημοφιλή: όπως λίγη Κατοχή, λίγο σεξ, λίγη ομοφυλοφιλία και ισόποση Αριστερά (γιατί κι αυτή στη σωστή δοσολογία έχει τους πελάτες της)…  Οι έλληνες συγγραφείς παραλογοτεχνίας πιάνουν στον αέρα κάτι από τα διεθνή πρότυπα και κινούνται ανάλογα. Έτσι βλέπεις να κυκλοφορούν μυθιστορήματα για τη Μικρασιατική καταστροφή, τα εμφυλιακά, τα «πέτρινα χρόνια», για τη Σύρο του 1880, που μπορούν να γίνουν εύκολα σενάρια τηλεοπτικών σειρών. Αυτές οι γραφές δεν είναι απλώς «εύκολες», είναι μια βιομη­χανία στην οποία υπείκουν και πολλοί επώνυμοι συγγραφείς.
  Η Βενετία Αποστολίδου υποστηρίζει πως με τον όρο  ΠΑΡΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙA συνήθως εννοούμε εκείνα τα γραπτά έργα μυθοπλασίας τα οποία δεν θεωρούνται ότι διαθέτουν ένα μίνιμουμ αισθητικής αξίας και επομένως δεν αξιώνονται καν τον χα­ρακτηρισμό «λογοτεχνικά». Η παραλογοτεχνία δηλαδή δεν ταυτίζεται με την κακή λογοτεχνία διότι η δεύτερη, ακόμη κι αν έχει χίλια ελατ­τώματα, αναγνωρίζεται ως λογοτεχνία. Ο παραπάνω ορισμός ωστό­σο σκοντάφτει στη σχετικότητα της έννοιας «αισθητική αξία» και του ρήματος «αναγνωρίζεται». Διότι, ως γνωστόν, η αισθητική αξία αποτελεί ένα διακύβευμα που ορίζεται ιστορικά, φιλοσοφικά και, εν τέλει, υποκειμενικά. Από την άλλη το «αναγνωρίζεται» χρειάζεται ένα υποκείμενο. Ποιος είναι αρμόδιος να σταθμίζει την αξία κάθε έργου στο χρηματιστήριο των γραμμάτων; Τέτοιου είδους ερωτήματα απαντώνται με τη βοήθεια των εννοιών λογοτεχνικό «σύστημα» και λογοτεχνικό «πεδίο».
…Από μια άποψη, η παραλογοτεχνία είναι απαραίτητη για το λογοτεχνικό σύστημα διότι ενισχύει την ύπαρξή του, επιβεβαιώνοντας διαρκώς το δικαίωμά του να διακρίνει και να αποκλείει. Παλαιότερα ολόκληρα κειμενικά είδη θεωρούνταν συλλήβδην παραλογοτε­χνία, όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα, η επιστημονική φαντασία, τα κόμικς, το ερωτογράφημα κλπ. Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι τα παραπάνω είδη συμπεριλαμβάνουν και καλά λογοτεχνικά έργα, οπότε η καταχώρηση στην παραλογοτεχνία κρίνεται κατά έργο. Ήδη η εν λόγω μετατόπιση δείχνει την ιστορικότητα των όρων και των κατατάξεων.
Είναι γνωστό πως τα έργα της παραλογοτεχνίας έχουν τη μεγαλύτερη διάδοση, αποτελούν δηλαδή την πλειοψηφία στις λίστες των ευπωλήτων, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως ήδη σημειώθηκε, πως και ένα  καλό λογοτεχνικό έργο δε μπορεί να γίνει best seller. Τούτο είναι καθαρά θέμα λογοτεχνικής εκπαίδευσης αφού το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και ο δημόσιος λόγος για τη λογοτεχνία, ο οποίος είναι αυτός μια άτυπη μορφή εκπαίδευσης, δεν έχει κατορθώσει (και μόνο στη χώρα μας) να δημιουργήσει αναγνώστες λογοτεχνίας σε μεγάλους αριθμούς. Να καλλιεργήσει το λογοτεχνικό γούστο, να εξοικειώσει τους μαθητές και μελλοντικούς ενήλικους αναγνώστες με μια ποικιλία λογοτεχνικών μορφών. Από την εμπειρία της με φοιτητές διαπιστώνει πως το σημείο στο οποίο σκοντάφτουν, και γι αυτό ρέπουν προς τις εύκολες αναγνώσεις, είναι οι μοντερνιστικές τεχνικές, η αμφισημία, το ανοικτό τέλος, η αβεβαιότητα του νοήματος. Επιθυμούν το ρεαλισμό, το μοναδικό νόημα και την ξεκάθαρη ηθική στάση.
   Ο Γιώργος Αριστηνός  υποστηρίζει πως τίποτε δεν απειλεί τη λογοτεχνία, όμως κάτι την ενοχλεί. Εί­ναι απλώς ένα υβρίδιό της, ένα πλάσμα τεχνητά φτιαγμένο, απατηλό, που ξεπατικώνει αδέξια τους όρους της τέχνης -τη γλώσσα και τις στρατηγικές της- όμως ό,τι κατορθώνει είναι ένα θολό αποτύπωμα. Πώς ενεργεί;  Από τη θεματολογία επιλέγει το πιο βρώσιμο (Εμφύλιος με τις παθολογικές συμφύσεις του, Προσφυγικό με το συναισθημα­τικό άλγος της. Οικονομική Κρίση με τη συνθηματολογική εκφορά της, Μετανάστευση με το ανθρωπιστικό μήνυμά της, Ετερότητα με το φυλετικό πάθος της, Σεξ με τη φεμινιστική παράνοιά του, Ηθογραφία με τη μεμψιμοιρία και τον ασφυχτικό της μικρόκοσμο).
Η γλώσσα επιπλέον θα αναμοχλευτεί -ας μη φαντάζεται κανείς οποιαδήποτε ανασκαφή στα βαθιά της κοιτάσματα, απλώς κάτι επι­φανειακά ορνιθοσκαλίσματα- για να προσφέρει τον αφρό της γενειοφόρας παράδοσής της. Εννοώ κάτι «μαλλιαρά» ρινίσματα που για τον παραχαράκτη παίζουν το ρόλο τους: προβάλλονται σαν φα νταχτερά ψιμύθια για να ξιπάσουν τον αφελή αναγνώστη. Συνάμα, κάτι «αρχαιολογικά» «πάρεξ», «προσώρας», κ.λπ., τα οποία συνδυάζονται με μια «πίσω-μπρος», όπως θάλεγε ο Μαρωνίτης, σύνταξη, δηλαδή χρήση υπερβατών και άλλων δημοτικοφανών τρόπων, δίνουν στη γλώσσα το λούστρο μιας παστρικής -παστρικές έλεγαν παλιότερα τις πουτάνες- λογοτεχνίας: «λογοτεχνίας» ευανάγνωστης, χωρίς συστροφές και περιελίξεις, ευθύγραμμης, που χρησιμοποιεί μια ιστο­ρία αναγνωρίσιμη κι ένα μύθο φαντασιωσικής αναπαράστασης, χωρίς ύφος και δύστροπα εκφραστικά μέσα.
Στη χαρούμενη μεταμοντερνιστική λογοτεχνία   όπου κυριαρχεί το παχύρευστο συναίσθημα και η σιτεμένη ερωτική σχέση, όλα οδηγούν στο λυσιτελές ή μάλλον παραμυθητικό αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση δραματικών «ατυχημάτων».  Στην Ελλάδα, που ο μοντερνισμός έχει δυσφημιστεί ή έχει θεωρη­θεί παρωχημένος και εξαντλημένος από το κριτικό «βαλανείο», είναι λογικό τα υποκατάστατά του να μεσουρανούν.
   Η Ρέα Γαλανάκη με τον όρο παραλογοτεχνία ορίζει τα άσχετα με τη λογοτεχνία, τα άτεχνα έργα. Το μυθιστόρημα είναι ασφαλώς το βαρύ πυροβολικό της παραλογοτεχνίας για λόγους οικονομικούς. Σήμερα συνυπάρχουν στην αγορά  λογοτεχνικά και παραλογοτεχνικά έργα, αλλά συνυπήρχαν και πριν  μερικές δεκαετίες, και παλιότερα ακόμα. Εντοπίζει τρεις θεμελιώδεις διαφορές σήμερα:
Η πρώτη, ότι παλιότερα έβγαιναν πολύ λιγότερα αυτοτελή παραλογοτεχνικά μυθιστορήματα, γιατί συχνά δημοσιεύονταν σε συνέχειες : ελαφρά γυναικεία περιοδικά και άλλα συναφή, έχοντας από τότε χαρακτηριστικά σίριαλ. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι, ενώ παλιότερα το βάρος και το ενδιαφέρον των πάντων έπεφτε μόνο στη λογοτεχνία  σήμερα το βάρος πέφτει εξίσου και στην παραλογοτεχνία για λόγους βασικά οικονομικούς, αλλά και για λόγους αλλαγής των κοινωνικών δομών και συμπεριφορών. Η τρίτη διαφορά, αποτέλεσμα εν μέρει των παραπάνω, είναι το έγκλημα που διαπράττεται εναντίον της τέχνης του λόγου: τόσο το λογοτεχνικό, όσο και το παραλογοτεχνικό μυθιστόρημα ταυτίζονται, μπαίνοντας στο ίδιο ράφι του βιβλιοπωλείου, στον ίδιο χώρο στον κα­τάλογο του εκδότη, στην ίδια στήλη «ευπώλητων» των εφημερίδων. Αυτό σημαίνει ότι, δυνητικά, και στο μυαλό του αναγνώστη ταυτίζο­νται τα έντεχνα και τα εντελώς άτεχνα έργα. Και ενώ το οικονομικό κίνητρο του εκδότη και του βιβλιοπώλη είναι κατακριτέο, η προβολή έργων λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας από τις εφημερίδες κάτω από τον γενικό τίτλο «ευπώλητα» χωρίς καμιά αναμεταξύ τους διάκριση, όχι μόνο είναι αδιαφανής, αλλά μπερ­δεύει (σκόπιμα;) τον αναγνώστη. Έτσι όμως χαντακώνεται η έντεχνη λογοτεχνία ενώ η κάθε γραμμένη βλακεία, η κάθε γραμμένη κοινοτο­πία, αναδεικνύεται και στεριώνεται ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Στο εξωτερικό και οι εκδότες, και οι βιβλιοπώλες, και τα μέσα ενημέρωσης διαχωρίζουν  τη λογοτεχνία από την παραλογοτεχνία.
   Η παραλογοτεχνία προκαλεί «κατ’ αναλογίαν» ένα είδος παρανάγνωσης της λογοτεχνίας (η παρανάγνωση αφορά τον τομέα της παλαι­ογραφίας). 0 αναγνώστης, όπως ήδη αναφέρθηκε, εθίζεται να θεωρεί λογοτεχνικό ένα κείμενο που δεν έχει καμιά σχέση με τη λογοτεχνία. Αντί, λοιπόν, να καλλιεργείται, να ανησυχεί, να αναζητεί τη γνώση του εαυτού του, την κατανόηση του άλλου και της κοινωνίας, της ιστορίας και των ιδεών, τη διερεύνηση των στερεότυπων και της ίδιας της μητρι­κής του γλώσσας τελικά, μέσω ενός παραλογοτεχνικού αναγνώσματος απλώς αποχαυνώνεται, επειδή τίποτα δεν ερεθίζει το συναίσθημα και τo μυαλό του. Τα έργα της παραλογοτεχνίας είναι πολύ συντηρητικά, καθώς αναμασούν  όλα τα φτηνά στερεότυπα, όλα τα αφελή κλισέ, επιδιώκοντας όχι την αφύπνιση, αλλά τον πνευματικό λήθαργο του αναγνώστη της. 0 αναγνώστης της είναι, ή γίνεται, ένας βαθιά συντηρητικός άνθρωπος· ο συντηρητισμός του είναι μικροαστικός, μεγαλοαστικός ή και επαναστατικός, αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία…
   Από τα λόγια του Γιώργη Γιατρομανωλάκη σημείωσα κάποια συμπεράσματα:πως δεν είναι η «παραλογοτεχνία» (ό,τι και αν σημαίνει όρος) που πρέπει να μας ενοχλεί. Την παραμορφωμένη και παραμορφωτική «κριτική» είναι που οφείλουμε να εχθαίρουμε. Αλλά να γίνει αυτό πρέπει προηγουμένως να έχουμε αποκτήσει τη δική μας κριτική σκέψη. Τη δική μας φωνή. Δια της παιδείας και λογοτεχνίας. Όταν ένας λαός συγγραφέων/αναγνωστών / διανοούμενων / πολιτικών / εκπαιδευτικών δεν ξέρει να αναγιγνώσκει «κριτικά» και δεν δέχεται κριτική για το έργο του ( ακόμη και την κακόπιστη), δεν μπορεί να πάει μπροστά. Να ένας η λόγος για τον οποίο είμαστε μέσα στην παραοικονομία, την παραμορφωτική πολιτική, την παρα-κριτική, την παρα-ιδεολογία. Είναι καλύτερο να διαβάζουμε και να κρίνουμε ακόμη και «παραλογοτεχνία» από το να παραμένουμε μη-αναγνώστες. Και η παραλογοτεχνία» κάτι χρήσιμο μπορεί να δώσει.
   Συζητώντας ο Γιάννης Δάλλας με τον Τάσο Γουδέλη για Χάρολντ Μπλουμ,Τζορτζ Στάινερ  και αναγνωστική θεωρία επισημαίνει πως ως προς την ανάγνωση, η μελέτη των πραγμάτων έχει ανά­γκη τη «λοξή γωνία»: μιλάμε ή για τον σύγχρονο αναγνώστη που θέλει να διαφοροποιήσει την επίσημη οπτική της ανάγνωσης ενός κει­μένου ή για τον απλό αναγνώστη απέναντι σε ένα κείμενο, ας πούμε μυθοπλασίας, διαθέσιμο να αναζητήσει εκεί την απλή αναπαραγωγή των επεισοδίων της ζωής ή και την παραδοξότητα. Υπάρχει η τάση να επικρατήσει, σε γενικές γραμμές, το γούστο του μέσου και απλού αναγνώστη μόνο που παλιότερα οι απλοί αναγνώστες υποδέχονταν διαφορετικά τις λαϊκές» ιστορίες, τόσο τις τρέχουσες και εντυπωσιακές του νεοελληνικού  βίου όσο και τις εισηγμένες, π.χ. τις ανατολίζουσες για την Χαλιμά ή τις δυτικίζουσες για τον Μπερτόλδο. Υπήρχαν σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους υποψιασμένους αναγνώστες και σε αυτούς που αναφέρουμε. Σήμερα οι συγκεκριμένες διχοτομίες κινδυνεύουν, με την έννοια ότι ένα νέο γούστο που ξεκινά από χαμηλά τείνει να κατακτήσει το «υψηλό». Δεν αντιλαμβανόμαστε απόλυτα τη διείσδυση αυτών των φορέων του νέου στην αντίληψη, στη γραφή και την ανάγνωση.
    Ο Γιάννης Δάλλας συσχετίζει  την έννοια της παρανάγνωσης με τη νέα παραλογοτεχνία (όχι με την παλιά «ελαφρά φιλολογία») ή τη σημερινή «πεζογραφία των μαζών» (της μαζικής κατανάλωσης). Η πρόθεση παρά, κρινόμενη όχι με αντιθετικό και αξιολογικό χαρακτή­ρα, μας οδηγεί σε μια έννοια που κινείται δίπλα στη λογοτεχνία: σε μια άλλη λογοτεχνία. Η παρανάγνωση προσδιορίζει όχι απλώς μια διαδικασία σωστής ή λανθασμένης πρόσληψης ενός κει­μένου αλλά εκείνη την εσωτερική διεργασία με την οποία, θεληματικά ή αθέλητα, δημιουργούμε μέσα μας ένα νέο κείμενο. Ως συγγραφέας και αναγνώστης αντιμετωπίζει  την παραλογοτεχνία ως κάτι διαφορετικό. Τη βλέπει ως μια άλλη λογοτεχνία.
     Ο Γιάννης Δούκας υποστηρίζει πως για ν' αποδεχθούμε την έννοια της παρανάγνωσης πρέπει πρώτα να συμφω­νήσουμε ότι υπάρχει η έννοια της ορθής ανάγνωσης... Χαρακτηρίζει ένα έργο ως καλό ή κακό,   με βάση ένα κριτήριο, το οποίο, όμως, είναι μεταβλητό και προσδιορίζεται από εποχή σε εποχή. Απέναντι σε ένα κλασικό κείμενο έχουμε διαρκώς ανανεούμενες ερμηνείες. Άλλος είναι ο ελι­σαβετιανός Σέξπιρ, άλλος ο βικτωριανός, άλλος της νεωτερικότητας Το γούστο υπόκειται στο νόμο της μεταβλητότητας. Άρα πρέπει vα προστρέξουμε σε θεωρητικά εργαλεία, όπως και σε εμπειρικά, με βάση την ενσυναίσθηση: δηλαδή με κριτήριο το πώς βιώνουμε ένα κείμενο. Ο Έλιοτ λέει ότι η πραγματική ποίηση μπορεί να συγκινήσει πριν γίνει κατανοητή. Αυτό μπορεί να ισχύσει εξίσου καλά στο χώρο των εικαστικών, της μουσικής κ.λπ.
   Ο Λευτέρης Καλοσπύρος θεωρεί πως είναι δύσκολο να περιγραφεί   ο κανόνας  που δεσμεύει τους επαρκείς αλλά και τους λιγότερο επαρκείς δέκτες. Γιατί και αυτοί οι τελευταίοι μπορούν επίσης να νιώσουν μια εγκεφαλική ή συναισθηματική συγκίνηση στην επαφή τους με ένα κλασικό έργο. Τη μόνη σταθερή αξία που μπορεί να αποδεχτεί εν σχέσει με τα έργα, ο μόνος ασφαλής κανόνας είναι η δοκιμασία του χρόνου. Ένα ποιοτικό έργο διασχίζει το χρόνο και αφορά επαρκείς, και μη, δέκτες...
    Ο Πέτρος Μαρτινίδης που μας έχει δώσει τη «Συνηγορία της παραλογοτεχνίας» υποστηρίζει πως ακόμη κι οι πιο μεγάλοι δημιουργοί έχουν γράψει «μπακατέλες»! Αλλά καμιά υποδιαίρεση δεν είναι, συνολικά, προς βαθύτατο σεβασμό ή προς πλήρη περιφρόνηση. Υψηλές φιλοσοφικές ιδέες μπορεί μια χαρά να βρεθούν σε ένα πορνογράφημα (στον ντε Σαντ, λ.χ.), ορθές ανθρωπολογικές επισημάνσεις σε έργα επιστημονικής φαντασίας (στην Ούρσουλα λε Γκουέν, λ.χ.) ανάγλυφη ιστορική ατμόσφαιρα σε ένα αστυνομικό (στον Φίλιπ Κερ λ.χ.) ή κοινωνική κριτική σε κόμικς (στους Ταξιδιώτες του ανέμου του Μπουρζόν, λ.χ.). Προφανώς, για να είναι ένα μυθιστόρημα «αστυνομικό», λ.χ., οφεί­λει να δίνει έμφαση σ’ ένα γρίφο με απρόβλεπτη επίλυση· όπως, για να είναι «ιστορικό» οφείλει να δίνει έμφαση στην ατμόσφαιρα και τους χαρακτήρες μιας παρελθούσας εποχής. Κάθε επί μέρους ειδο­λογική απόχρωση έχει τις δικές της δεσμεύσεις, αλλά η υπακοή σε αυτές δεν καθιστά το έργο υποδεέστερο. Εάν κάποιο τις παραβλέπει, όπως ένα αστυνομικό χωρίς γρίφο και χωρίς απροσδόκητη ανατροπή, απλώς μεταπηδά σε άλλη κατηγορία. (Σε «κοινωνικό μυθιστόρημα», αν όλη η έμφαση είναι στις συνθήκες μιας οικονομικής κρίσης, ή σε «οδηγό γαστρονομίας» αν, όπως στις υποθέσεις του Πέπε Καρβάλιο του Βαθκέθ Μονταλμπάν, αφθονούν οι συνταγές μαγειρικής που πα­ραθέτει ο ήρωας.)
Από την άλλη μεριά, κάθε ανάγνωση συνιστά παρανάγνωση, με την έννοια ότι κανείς (ούτε καν ο Τζορτζ Στάινερ ή ο Χάρολντ Μπλουμ) δεν μπορεί να είναι βέβαιος πως αναγνωρίζει τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας ενόσω έγραφε, διόρθωνε ή αναθεωρούσε, ποιες μνήμες προσωπικών εμπειριών ή ποιες φράσεις από προηγού­μενα διαβάσματα οδήγησαν στην επιλογή των λέξεων που έμειναν στο χαρτί, ώστε να προβαίνει στην πιο πλήρη και διαυγή ανάγνωση. Αντί­θετα, οι περισσότεροι αναγνώστες βιάζονται να παρακολουθήσουν την πλοκή, κάποιοι βραδυπορούν, ώστε ν’ απολαμβάνουν εύγλωττες διατυπώσεις, και όλοι προσλαμβάνουν τα όσα διαβάζουν ανάλογα με τη σχάρα της δεξιότητας που έχουν ήδη καλλιεργήσει. Άρα οι πάντες  παραναγιγνώσκουν.
Δεν φαντάζεται, βέβαια, κάποιον να βρίσκει στη Μεταμόρφωση ό,τι στις μαγικές αλλαγές του Χάρι Πότερ ή κάποιον να βυθίζεται στον ερωτισμό του Μεγάλου Ανατολικού δίχως να προσέχει το αυτοκρατορικό μεγαλείο της γλώσσας του Εμπειρικού. Ωστόσο, δεν υπάρχουν όρια στην παρανάγνωση. Ένα μεγάλο μέρος του κοινού του Νταν Μπράουν μπορεί να διατηρεί την εντύπωση ότι διαβάζει λογοτεχνία εφάμιλλη με του Ρόμπερτ Μούζιλ ή να θεωρεί ότι το 0 φονιάς μέσα μου, του Τζιμ Τόμσον, είναι ένα εκσυγχρονισμένο Έγκλημα και Τιμωρία. Στα εικαστικά άλλωστε, από τότε που το ουρητήριο του Ντισάμ άρχισε να εκτιμάται όχι ως ιδιοφυής κριτική της τέχνης, αλλά ως μεγάλο έργο το ίδιο, και μέχρι τις αηδίες του Τζεφ Κουνς, οι οποίες δημοπρατούνται για εκατομμύρια, η παρανάγνωση κι οι παραναγνώστες είναι κανόνας.
    Η Μαίρη Μικέ μας θυμίζει μερικούς από τους κανόνες του παράλογου τεχνικού παιχνιδιού: τυποποιημένη, διαφανής, ουδέτερη γραφή, προ κατασκευασμένα μέσα, στερεότυπη γλώσσα, μεταχειρισμένα σχήματα, γλωσσική, ιδεολογική και εκφραστική συμμόρφωση με σταθερές νόρμες, μονοφωνικός αναγνωστικός μονόδρομος (μακριά από την πολυσημία και την πολλαπλή νοηματοδότηση), ολοσχερής σχεδόν απουσία της ειρωνείας, απουσία ερωτηματικών και αντίθετα εγγύηση της βεβαιότητας με την παντογνωσία του αφηγητή, πρωταγωνιστική παρουσία της τέρψης, ενσωμάτωση στο μόρφωμα μαζική κουλτούρα-ψυχαγωγία, ορμητική διείσδυση στην αγορά με στόχο τη βιβλιεμπόρια και το οικονομικό κέρδος, προβολή της συλλογικής εικόνας του δέκτη, συσκευασμένη γνώση, παραμερισμός της σκέψης κ.ο.κ. Τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην παραλογοτεχνία είναι πορώδη, ασαφή κα εφήμερα, με ενδιάμεσες γκρίζες ζώνες. Έτσι εντοπίζονται ομοιότητες και διαφορές ανάμεσά τους, συγκλίσεις και αποκλίσεις. Μάλιστα επειδή «η παραλογοτεχνία υπάρχει ως διφυής καρπός αντιθέσεων, ως ανάγκη και ως άλλοθι», η καταναλωτική διόγκωση αναγκάζει λογοτεχνία-τέχνη αφενός να περιορίζεται σε έναν στενό κύκλο και αφετέρου να προχωρεί καιροσκοπικά σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.
    Η Άννα Κουστινούδη υπογραμμίζει πως η μαζική κουλτούρα είναι αυτή που σύμφωνα με το Μπαρτ, «συνδέεται με μια βολική  άσκηση της ανάγνωσης» και που αποτυγχάνει να θέσει υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα μέσα παραγωγής του κειμένου, δηλαδή, τη γενεσιουργό του αιτία, την κουλτούρα και τη γλώσσα, όπως και την ίδια την υπόσταση του αναγνώστη/τριας μέσα σ’ αυτές, ως ομιλούν και γράφον υποκείμενο… Η λογοτεχνία  σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει, μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο, δίχως απλώς να την αντανακλά, κλονίζοντας συμβάσεις, στερεότυπα, βεβαιότητες και δογματικές σταθερές, διαλεγόμενη, ταυτόχρονα, και με μια σειρά άλλων -συχνά κατώτερων- κει­μένων, διακειμενικώς κείμενη και υποκινούμενη. Οι Ρώσοι φορμαλιστές υποστήριξαν, ωστόσο, ταυτόχρονα, μια άποψη που εξακολουθεί να ισχύει και στις μέρες μας, ότι η θέση οποιουδήποτε έργου μέσα στο λογοτεχνικό σύστημα δεν παύει να είναι μεταβλητή, μια και τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην παραλογοτεχνία συχνά καθίστανται ρευστά και ασαφή, αφού και η ίδια η έννοια (και η αξία) του λογοτεχνικού Κανόνα συχνά χαρακτηρίζεται ως κατασκεύασμα, το οποίο έχει διαμορφωθεί από συγκεκριμένες ομάδες (κριτικών, ακαδημαϊκών για συγκεκριμένους λόγους σε μια συγκεκριμένη εποχή, ενώ και αυτός ο ίδιος ο Κανόνας, όπως και εκείνος της παραλογοτεχνίας, εξάλλου φαίνεται να εμπεριέχει μια σειρά από εσωτερικές διαβαθμίσεις, που κι αυτές μεταβάλλονται ανάλογα με τις εποχές και τις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες παράγεται, προσλαμβάνεται και καταναλώνεται η λογοτεχνία ως πολιτισμικό αγαθό. Ο ίδιος ο Μπαχτίν παρατήρησε ότι όλα τα λογοτεχνικά είδη τείνουν να ενταχθούν στον κανόνα των αποδεκτών κειμένων, ο οποίος συχνά διαμορφώνεται με τρόπο που δεν μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Εξάλλου, οι διάφορες θεωρίες της πρόσληψης, που επικράτησαν κυρίως από τη δεκαετία του 1970 κ εντεύθεν, μας εφιστούν την προσοχή στην κυρίαρχη θέση του ανα γνωστικού (και ιστορικού) υποκειμένου, ως σημαντικού παράγοντα της αναγνωστικής σχέσης, το οποίο με τη σειρά του δομείται από μια σειρά εξωκειμενικών-ιδεολογικών (και όχι μόνο) παραγόντων, όπως η φυλή, το φύλο η μόρφωση και η κοινωνικο-οικονομική θέση, παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν τα αναγνωστικά κριτήρια μιας συγκεκριμένης εποχής. Η έννοια της παραλογοτεχνίας η οποία συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο φαινόμενο της κουλτούρας, εξακολουθεί να παραμένει έννοια αμφιλεγόμενη,αφού δεν παύει να μας υπενθυμίζει ότι τα λεγόμενα κατώτερα είδη λαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο χώρο στο σύγχρονο κόσμο της έντυπης  και ηλεκτρονικής πλέον παραγωγής και κατανάλωσης. Ωστόσο, πάντα θα υπάρχει εκείνη η μικρή αλλά άκρως υποψιασμένη αναγνωστών/τριών, που θα αποζητά τη συγκίνηση μόνο μέσω του οργασμικού και όχι του απλά απολαυστικού, κατά Μπαρτ, κειμένου:»Να μην καταβροχθίζεις», γράφει ο Μπαρτ, «να μην καταπίνεις, βοσκάς, να φιλολογείς σχολαστικά... να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης».
  Ο Ερρίκος Μπελιές: «Καλυμμένοι πίσω απ’ το άλλοθι της δήθεν απαίτησης μιας εποχής με άλλα προτάγματα σε σχέση με τα παρελθόντα, οι συγγραφείς αυτοί υπηρετούν το εύπεπτο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι παράγουν έναν αβασάνιστο, παρατακτικό λόγο που δεν οδηγεί πουθενά. Δεν υπακούουν στην εσωτερική τους ανάγκη και ενδίδουν στην αγορά.  Αυτοί που άλλαξαν τροχιά και εισφέρουν στην παραλογοτεχνία είναι περισσότερο υπεύθυνοι από τους ανέκαθεν «ευπώλητους». Να πω και κάτι ακόμα: οι περισσότεροι στράφηκαν στο μεγάλο κοινό όχι μόνοι από την ανάγκη της αναγνώρισης και του υλικού οφέλους, αλλά και εκ του λόγου ότι είχαν στερέψει, δεν είχαν κάτι καινούργιο να αρθρώσουν.
Τώρα, όσον αφορά το λεγόμενο κοινό... Εάν επισκεφθείς ένα γνωστό βιβλιοπωλείο, όπως π.χ. την Πολιτεία, και παρατηρήσεις τις επιλογές της πολύχρωμης πελατείας της θα διαπιστώσεις το ανέκαθεν συμβαίνον: οι ειδοποιημένοι να αγοράζουν τα ποιοτικά βιβλία και οι άλλοι τα «ευπώλητα». Δεν έχει αλλάξει τίποτα σήμερα εν σχέσει προς το παρελθόν».
   Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος αναφέρει: «Η παραλογοτεχνία υπάρχει και υπήρχε πάντα. Η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στην αττική κωμωδία, με τις λεγάμενες «Ευ ριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη, ιδιαίτερα με τους Βατράχους, όπου οι βάτραχοι συναγωνίζονται με τον Διόνυσο. Ο Αριστοφάνης ταυτίζεται με τον Διόνυσο και ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόη­τους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας» κατά τον Αλέξη Σολομό. Σημεία των καιρών: η κριτική δεν αποφαίνεται πια για το αν ένα κείμενο είναι λογοτεχνία ή όχι- και όταν, σπάνια, το κάνει, αυτό γί­νεται υπαινικτικά ή έμμεσα, με κάποιες παρατηρήσεις. Γενικά, χά­νει έδαφος η αισθητική αξίωση, όπως και η ερμηνευτική, κερδίζει η θεωρητική ανάγνωση με έννοιες των επιστημών του ανθρώπου και της γλωσσολογίας. Και συνήθως δεν εξετάζεται αν αυτές οι έννοιες αναπνέουν, ζουν, ευδοκιμούν εκεί, ή απλώς παρεισάγονται είτε εκμαι­εύονται, ή αναπαράγονται όπως τα τεχνητά φυτά. Η αισθητική απαξίωση ευνοείται από τη μετεξέλιξη του μοντερνι­σμού. Ανάμεσα στους νεωτερισμούς είναι η λεγάμενη «απομάγευση» ή «αποϊεροποίηση της τέχνης», η πρόκληση του conceptual σκουπι­διού...
Η απώλεια της αίγλης του έργου και του δημιουργού, ο «θάνα­τος του συγγραφέα», η κατάχρηση της διακειμενικότητας, η αυτοαναφορικότητα ως κριτήριο αναβαθμού, ακολούθησαν την εισβολή της μαζικής κουλτούρας, της πολιτιστικής βιομηχανίας. «Το καινούργιο», γράφουν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Λόγου, «δεν είναι πως η τέχνη έγινε εμπόρευμα, αλλά το ότι σήμερα αναγνωρίζε­ται ανοιχτά η ίδια ως τέτοια, είναι το γεγονός ότι παραιτείται από την αυτονομία της, ότι, υπερηφάνως αυτοτοποθετούμενη στα καταναλω­τικά αγαθά, προσθέτει το γόητρό της σ’ αυτόν τον νεωτερισμό». Βιομηχανική και ως γραφή είναι η παραλογοτεχνια, ενώ η κριτική υποδοχή της είναι ερασιτεχνική... Στα δικά μας, εμβληματικό όνομα της «βιομηχανικής λογοτεχνίας» -για να μη λέμε σημερινά ονόμα­τα- ήταν η Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, η οποία έτεκε 215 μυθιστορήματα σε 35 χρόνια: ένα κάθε δίμηνο, κι αυτό παράλληλα με τη δημοσιογραφική και μουσική της δραστηριότητα. Για ένα από τα 215, το Μυρτώ, ο Ξενόπουλος έγραψε πως ήταν το καλύτερο μυθιστό­ρημα που είχε γραφτεί στην Ελλάδα από γυναίκα «και ίσως και από άντρα». Αυτό, όταν, τουλάχιστον από άντρες, είχαμε εκείνα τα χρόνια την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα, όταν είχαμε τον Βουτυρά, τη «γενιά του ’30»...
 Αποσπασματικά τα όσα αντέγραψα που αδικούν τις εξαιρετικές θέσεις των συγγραφέων του περιοδικού. Αξίζει να το διαβάσει κανείς. Θα βρει κείμενα του Ίαν ΜακΓιούαν, του Αντρέα Καμιλέρι, του Ντονάτο Καρίζι, Βάλτερ Μπένζαμιν, Ντίνο Μπουτζάτι, Χουάν Μπος. Ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ, της Αντριές Ριτς, του Τζέιμς Άρλιγκτον Ράιτ. 
                      ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Τεύχος 195-196. Καλοδιάβαστο!




Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὁ σηµαδιακός

Τω Φωτώ σήμερα και σημαδιακός κι αταίριαστος συνάμα ο νους μου ταξιδεύει στο Μπραϊνάκι του πατρός Αλεξάνδρου του εκ Σκιάθου ήτις "...ἦτο δεκατετραέτις κόρη, ἀρκετὰ ἀνεπτυγµένη ἤδη τὸ ἀνάστηµα, ξανθή, ὕπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυὸ µακροὶ πλόκαµοί της, κρεµάµενοι ἐπὶ τῶν νώτων, ἔφθανον κάτω τῆς ὀσφύος. Ἐφόρει λευκοτάτην πάντοτε ἐσθῆτα, µετὰ τοσαύτης ἰδιορρύθµου χάριτος, ὥστε δὲν ὑπῆρχε ναύτης ἐπιστρέφων ἐκ µακροῦ  ταξειδίου, ὅστις νὰ µὴ τῆς κάµη πατινάδα, καὶ δὲν ὑπῆρχε µαθητὴς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὅστις ἐν µέσῳ τῶν τετραδίων καὶ τῶν βιβλίων του νὰ µὴ ἀναπολῆ τὴν εἰκόνα της". Μέρα που είναι παραθέτω ολόκληρο το διήγημα του Παπαδιαμάντη και εύχομαι Καλή Φώτιση! Είναι από το δεύτερο τόμο των Απάντων, εκδόσεις Δόμος, 1989. 



    Ἀπὸ τῆς σµικροτάτης νήσου ∆ασκαλειοῦ ἢ ἀπὸ λέµβου ἐν τῷ λιµένι θεώµενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 186..., θὰ ἔβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ ὅλας τὰς διεθύνσεις τὰς ὁδοὺς τῆς πολίχνης Σ...
    ∆ὲν ἦτο τίποτε ἔκτακτον. Ζεύγη παιδίων µετὰ φανῶν καὶ δᾴδων περιερχόµενα τὰς οἰκίας, τὴν ἑσπέραν τῆς παραµονῆς, ἔψαλλον τὰ φῶτα.
    ∆υὸ µειράκια, πρωτεξάδελφοι ἐκ µητρός, ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος, ἀνέβαινον τὸ λιθόστρωτον τῆς παραθαλάσσιας ὁδοῦ, τὸ ὑπερκείµενον ἀποτόµου κρηµνώδους βράχου καὶ φέρον εἰς τὴν ἄνω ἐνορίαν.
   Ὁ Σωτῆρος ἦτο δωδεκαετής, ὁ Ἀλέκος δεκαετής. Ὁ πρῶτος ἔφερε τὸ νησιώτικον ἔνδυµα, ὁ δεύτερος ἦτο «φράγκος», δηλαδὴ ἐφόρει κακόζηλα στενὰ ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσµατος, καὶ κασκέτον. Οὗτος ἐκράτει µόνον λεπτὴν ράβδον, ὁ δὲ Σωτῆρος ἦτο κάσσα, ἐκράτει δὲ καὶ τὸν φανόν.
    Καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος οἱ δυὸ ἐξάδελφοι ἦσαν πάντοτε µαλωµένοι µεταξύ των. Τὰς παραµονὰς τῶν Χριστουγέννων ὅµως ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τὰς τρεῖς ἑορτὰς «τὰς συγγενικὸς οἰκίας», ἐτραγώδουν τὰ συνήθη ᾄσµατα, ἐµάζευον ὀλίγα λεπτά, ἔκαµνον µερίδιον... καὶ πάλιν µετὰ τὰ Φῶτα ἐµάλωναν.
     Καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχον περιέλθει ὅλας τὰς «συγγενικὰς οἰκίας», δηλ. τὸ ἥµισυ τῆς πολίχνης, ὡς τελευταίαν δὲ ἐκδροµὴν ἐπεφύλαττον πάντοτε τὴν διὰ τοῦ ὀλισθηροῦ λιθοστρώτου ἄνοδον. Ἦτο ἤδη ὀγδόη ὥρα τῆς ἑσπέρας. Ἐκ τῆς ἀνόδου ἐκείνης κατήρχοντο πάντοτε µὲ βαρύτερα τὰ θυλάκια. ∆ιότι ὁ καπετάν-Θανασός, ὁ θεῖος των, ἦτο µὲν ἀπαιτητικός, ἰδιότροπος ἀλλὰ καὶ λίαν ἐλευθέριος.
    Ὁ καπετάν-Θανασός, εὔπορος ναυτικός, πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, ἀπολαύων ἤδη τὰ θέλγητρα τῆς ἑστίας, παραχωρήσας τὴν πλοιαρχίαν εἰς τοὺς δυὸ πρεσβυτέρους υἱούς του, κατώκει τὴν µεγάλην σχετικῶς οἰκίαν, µετ᾿ εὐρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου, εἰς ἣν ἔµελλον νὰ εἰσέλθωσιν ἤδη οἱ δυὸ νέοι.
    Μόλις ἀπεῖχον δέκα βήµατα τῆς αὐλείου θύρας, καὶ σκιά τις προβαίνει ἐκ τίνος κόγχης τῆς γείτονος οἰκίας, τῆς συνεχοµένης µὲ τὸ προαύλιον τῆς οἰκίας τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ.
  Μία χεὶρ ἤρπασε τὸν Σωτῆρον ἀπὸ τοῦ βραχίονος.
-Τί θέλεις, µπάρµπα; ἔκραξεν ἔντροµος ὁ νέος. Τὰ λεπτά µας... πάρε τα...
-∆ὲν θέλω λεπτά, βρὲ ἄτιµε!... ἀπήντησε βραχνὴ καὶ λαρυγγώδης φωνή.
    Ὁ Ἀλέκος µετὰ τῆς ράβδου του εἶχε τραπῆ, ἐννοεῖται, εἰς φυγήν.   Ἀλλὰ µόλις ἀπεµακρύνθη ὀλίγα βήµατα, καὶ ἐστάθη ἐνδοιάζων ἂν ἔπρεπε νὰ βάλη φωνὰς ἢ νὰ λάβῃ µᾶλλον λίθους νὰ ρίψῃ κατὰ τοῦ ἐπιδροµέως.
 - Στόπ! µωρέ... τῷ ἐφώνει ὁ παράδοξος ἄνθρωπος, ὅταν εἶχε σταµατήσει ἤδη.
- Ἄφσέ τον, µπάρµπα! τί σοῦ κάνει;... ἐφώνει µακρόθεν ὁ Ἀλέκος.
   Ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος ἐφόρει ἰδιόρρυθµον ὅλως κόκκινον σαρίκιον περὶ τὴν κεφαλήν, ὅπερ ἐτρόµαξε τοὺς δυὸ νέους καὶ δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν κατ᾿ ἀρχάς. Οὕτω τοῦ κατέβη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ φορέσῃ τὸ ζωνάρι του σαρίκι. Ἄλλοτε πάλιν εἶχεν ἄλλας ἰδιοτροπίας. Ἐφόρει ταὶς κάλτσαις ὡς χειρόκτια.
    Ἐκ τῆς φωνῆς ὅµως τὸν ἀνεγνώρισαν παρευθὺς καὶ οἱ δυό. Ἦτο «Ἐλόγου του».
   Τοιοῦτον ἔφερε σκωπτικὸν ἐπίθετον ὁ εἰκοσαέτης νέος Μανουὴλ Προυσαλῆς, ἐθελόκοµψος ἀντιπαθητικὸς ἐργολάβος εἰς τὴν µικρὰν ἐκείνην φιλοσκώµµονα κοινωνίαν, ὅπου πᾶς ἄνθρωπος πρὸς τῷ οἰκογενειακῷ ὀνόµατι, ὅπερ µόνον εἰς τοὺς ἐπισήµους καταλόγους τῆς δηµαρχίας ἀπαντᾶται, προικίζεται τουλάχιστον µὲ δυὸ ἢ τρία προσωνύµια.


- ∆ὲν θέλω τὰ λεπτά σου, βρέ... ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του, στρίβων ὑπερηφάνως τὸν µικρὸν πυρρὸν µύστακά του... Μὴ φοβᾶσαι, ἄκουσε... νά, τί θέλω.
Καὶ τῷ ἔτεινε µικρὸν ἐπιστόλιον, ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισµένου φακέλλου.
- Νὰ τὸ δώσῃς, ἐπάνω ποὺ θὰ πᾶς, εἶπε. - Τίνος νὰ τὸ δώσω;
- Στὸ Μπραϊνάκι, βρέ... δὲν ξέρεις ποὺ µ᾿ ἀγαπάει;
- Ἀλήθεια; εἶπε µετὰ προσποιητοῦ θαυµασµοῦ ὁ Ἀλέκος, ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ µεταξύ.
- Σένα δὲν σοῦ µιλῶ, εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του.
- Καλά, τὸ δίνω, ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος εὐχαριστηµένος διότι θὰ ἐγλύτωνε.
- Μὰ θέλω νὰ µοῦ φέρῃς καὶ σηµάδι, προσέθηκεν Ἐλόγου του.
- Τί σηµάδι;
- Αὐτὴ ξέρει.
Καὶ ἐπανέλαβε:
-Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ µοῦ φέρῃς σηµάδι ἀπόψε. Καλά. Κρατῶ ἀµανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιµένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;   
Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου.
- ∆ός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.
- Σούτ, ἐσύ!...
Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου.

- Τώρα πῶς θὰ πάω ἀπάνου χωρὶς φέσι; εἶπεν ὁ Σωτῆρος ἐντὸς τῆς αὐλῆς.
- Φορεῖ ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ὁ Ἀλέκος.
   Ὁ Σπύρος ἦτο συνηλικιώτης καὶ ἀχώριστος φίλος τοῦ Σωτήρου, φιλοµαθέστατος, εὐφυής, πρωτόσχολος τῆς ἐποχῆς του, ὅστις ἠρέσκετο τότε νὰ µὴ ἔχη ἄλλο κάλυµµα τῆς κεφαλῆς εἰµὴ τὴν πλουσίαν λινόχρουν καὶ φαιὰν κόµην του.
   Φεῦ! οἱ δυὸ ἐκεῖνοι συµµαθηταί, τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτως ὁ Ἀλέκος, ἔµελλον µετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερµανίας µὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ µὲ ξένα ἔξοδα doctores philosophiae et omnium rerum... καὶ ὁ πτωχὸς Ἀλέκος, ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατώρθωσε νὰ γίνη, ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς
τὴν Φιλοσοφικὴν σχολήν, ἔµελλε νὰ µείνη ξεσκούφωτος καὶ ἄσηµος... συρράπτης ἐπιφυλλίδων!...
- Ὁ Σπύρος, ἀπήντησε ὁ Σωτῆρος, δὲν φορεῖ πάντοτε.
- Καὶ σὺ µὴ φορὴς µιὰ φορά.
Εἶτα εὐθὺς τῷ ἦλθεν ἄλλη ἰδέα.
- Στάσου, βάζω κ᾿ ἐγὼ τὸ κασκέτο µου στὴν τσέπη, καὶ παρουσιαζόµεθα καὶ οἱ δυὸ ξεσκούφωτοι. Καὶ ἔκαµεν ὡς εἶπε.
- Τώρα, θὰ τὸ δώσης τὸ ραβασάκι; ἠρώτησε καὶ πάλιν ὁ Ἀλέκος.
- Αυτό δὲν τὸ κάνω ἐγὼ ποτέ, ἀπήντησεν ὁ φρόνιµος Σωτῆρος.
- Αυτό ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ νὰ διαβάσουµε τί γράφει µέσα.
- Ὄχι δά... κι αὐτὸ δὲν πρέπει... εἶπεν αὐστηρῶς ὁ Σωτῆρος.
- Γιατί;
- Καὶ τί θὰ διαβάσης; Δὲν ξέρεις τί γράφει µέσα; ∆ὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Ἔρωτα» καὶ τὴν «Φιλοµειδὴ Ἀφροδίτην»;
-Ναί.
- Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράψη. «Ψυχή µου, µάτια µου, καρδιά µου, συκώτι µου», καὶ ὕστερα θὰ ἔχη κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης», ἢ «Ἔχεις ἀνάστηµα µικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν µεγάλην, ὡς ἄρωµα πολύτιµον εἰς πάγχρυσον φιάλην», καὶ ὕστερα θὰ λέγη: «Ἀπὸ τὰ µπεντένια πέφτω,
πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾿ ἡ ἀγάπη µου φωνάζει, πιάστε τον, γιὰ τὸ Θεό!» Αὐτὰ θὰ γράφη.
   Ὁ Σωτῆρος ἐµνηµόνευσεν ἀνωτέρω δυὸ συλλογὰς τοῦ Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αἵτινες τοιαῦτα δίστιχα περιέχουν τῷ ὄντι, ὧν πολλὰ µὲν κακόζηλα, πλεῖστα δὲ ἀνόητα καὶ ὅλα γελοῖα.
   Καὶ ὅµως ἡ περιέργεια τοῦ Ἀλέκου δὲν ἀνεπαύετο.
 
Βασίλης Πέρρος
   Παρὰ τὴν ἑστίαν πατριαρχικῶς καθήµενος ὁ µπάρµπα-Θανασός, ἔχων ἀντικρὺ τὴν πιστὴν συµβίαν του, καὶ περιστοιχούµενος ὑπὸ τῶν τεσσάρων θυγατέρων του καὶ τῶν τεσσάρων νεωτέρων υἱῶν του, διότι οἱ δυὸ πρεσβύτεροι ἔλειπον µὲ τὸ καράβι, ὡς ἀνωτέρω εἶποµεν, ἀπήλαυε τῆς µακάριας ἡδονῆς τοῦ οἴκου, ἣν µόνος ὁ ἐπὶ µακρὸν στερηθεὶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιµήσῃ.
   Ὁ καπετάν-Θανασὸς δὲν εἶχε µετρίας ἀπαιτήσεις. Ἤθελε πλὴν τοῦ κοινοῦ ᾄσµατος τῶν Φώτων, ἓν δι᾿ ἑαυτόν, ἓν διὰ τὴν σύζυγόν του, ἓν διὰ τὸ καράβι, ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ἓξ υἱούς του, ἀνὰ ἓν διὰ τὰς τρεῖς θυγατέρας του, καὶ δυὸ διὰ τὴν τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, τὸ ὅλον δεκαπέντε ᾄσµατα.
  Ποῦ νὰ τὰ ὀρµαθιάσουν τόσα οἱ δυὸ αὐτοσχέδιοι µελῳδοί;
   Ἐφέτος εἶχον ἀντλήσει ἐκ τῶν ἀκένωτων πηγῶν τῆς µνήµης τῆς γηραιᾶς µάµµης, καὶ κατώρθωσαν σχεδὸν νὰ φθάσωσι τὸν ἀριθµόν.
   Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν ἐπὶ τῆς ἑστίας τόσα εἰκοσιπενταράκια τούρκικα ἢ ἑλληνικὰ τοῦ Ὄθωνος, ὅσα ἦταν καὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτούµενα ᾄσµατα, καὶ ἔλεγεν: «Αὐτὸ γιὰ µένα, αὐτὸ γιὰ τὴν καπετάνισσα, αὐτὸ γιὰ τὸ καράβι... αὐτὸ γιὰ τὸν Κωνσταντῆ, γιὰ τὸν Γιάννη, γιὰ τὸν Παναγῆ, γιὰ τὸ Βασίλη, γιὰ τὸν Ἀνδρέα, γιὰ τὸν Γιωργῆ... αὐτὸ γιὰ τὴν Φλωροῦ, γιὰ τὴ Σινιωρίτσα... αὐτὰ τὰ δυὸ γιὰ τὸ Μπραϊνάκι... κι αὐτὸ γιὰ τὸ Γηρακώ...»
   Ἡ σύζυγος τοῦ καπετάν-Θανασοῦ ἐρρέµβαζε παρὰ τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας.   Οἱ λογισµοί της ἴπταντο πρὸς τοὺς δυὸ υἱούς της, οἵτινες ἐταξίδευον ἐφέτος «χειµωνιάτικα». Ὅλα σχεδὸν τὰ πλοῖα ἦσαν δεδεµένα, περιµένοντα τὴν αὔριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» καὶ εἶτα ν᾿ ἀποπλεύσωσι. Τὸ ἰδικόν των τὸ πλοῖον ἦτο «πρωτοτάξειδο», εἶχε καθελκυσθῆ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, τὸν Σεπτέµβριον εἶχεν ἐκπλεύσει, καὶ φυσικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ παραχειµάση εἰς τὸν λιµένα «πρώτη χρονιά».
   Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὅπερ ἔφερεν εἰς τοὺς ὀφθαλµούς της δάκρυα ἦτο τὸ ἑξῆς ᾄσµα, ὀφειλόµενον εἰς τὴν µνήµην τῆς µάµµης, καὶ ὅπερ ἐτραγούδησαν οἱ δυὸ νέοι:
Κυρά µου, τὰ παιδάκια σου, κυρά µου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρµενίζουν
καὶ µὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·
Κι ὁ κὺρ Βορρηᾶς τὰ κύµατα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορρηά, τὰ κύµατα, νὰ µὤρθῃ τὸ παιδί µου,
τἀγαπηµένο µου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεµµα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενητειᾶς λουλούδι!... 
Ἐνθουσιῶν ὁ καπετάν-Θανασὸς ἠγέρθη αὐτοµάτως καὶ ἐλθὼν προσεκόλλησε σφάντζικον ἐπὶ τοῦ µετώπου τοῦ Σωτήρου, µειδιῶντος καὶ ἀνεχοµένου· τὸ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάµη καὶ εἰς τὸν Ἀλέκον, ἀλλ᾿ οὗτος φοβερῶς µορφάσας, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον καὶ εἶπε:
- ∆ὲν εἶµ᾿ ἐγὼ βιολιτζῆς, µπάρµπα!

   Ἀφοῦ ἐκαλονύκτισαν τὴν οἰκογένειαν, τὸ Μπραϊνάκι ἔλαβε λυχνίαν καὶ ἠθέλησε νὰ προπέµψη µέχρι τῆς αὐλείου θύρας τοὺς δυὸ ἐξαδέλφους της. Κατόπιν αὐτῶν ἔτρεχεν καὶ ἡ ὀκταέτις Γηρακώ.
- Μὴ µᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴν ἔξω σκάλα, τῇ εἶπε τότε µυστηριωδῶς ὁ Σωτῆρος, µὴ µᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴ µεγάλη πόρτα.
- Γιατί;
- Άνοιξε τὴν κλαβανὴ ποὺ σοῦ λέγω.
Εἶχον ἐξέλθει εἰς τὸν πρόδοµον. Τὸ Γηρακώ, εἰς ἓν νεῦµᾳ τῆς ἀδελφῆς της, ἤνοιξε τὴν καταπακτὴν καὶ κατῆλθον εἰς τὸ ἰσόγειον.
- Τί τρέχει; γιατί ἀλήθεια, εἶσαι χωρὶς φέσι;...
- Τ᾿ ἄφησα στὸ σπίτι.
- Τοῦ ἐπῆραν τὸ φέσι του! ἀνέκραξε µὴ κρατηθεὶς ὁ Ἀλέκος.
Ὁ Σωτῆρος συνωφρυώθη.
- Γηρακώ, εἶπε, ξέχασα νὰ ρωτήσω τὸν πατέρα σου· σύρε µία στιγµή... νὰ τὸν ρωτήσης τί ὥρα συνεννοήθηκαν οἱ ῾πίτροποι µὲ τοὺς παππᾶδες νὰ σηµάνουν τὸ πρωί.
- Καὶ τί ὥρα θ᾿ ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία... καὶ τί ὥρα θὰ ψαλῆ ὁ ἁγιασµός... καὶ τί ὥρα θὰ ρίξουν τὸ Σταυρὸ στὴ θάλασσα... εἶπεν ὁ Ἀλέκος.
Ὅλα ταῦτα τὰ «τί ὥρα» ἦσαν τόσον δυσµήχανα διὰ τὴν µικρὰν Γηρακώ, ὅσον καὶ τὰ δεκαπέντε ᾄσµατα διὰ τοὺς δυὸ νέους...
- Πῶς νὰ πῶ; πῶς νὰ πῶ; ἠρώτησε τὸ Γηρακώ.
- Τρέξε γλήγορα! Ἐπανέλαβε κτυποῦσα διὰ τοῦ ποδὸς τὸ ἔδαφος ἡ ἀδελφή της.
Ἡ Γηρακὼ ἀνῆλθε τὴν κλίµακα. Τὸ Μπραϊνάκι ἔµεινε µόνη µὲ τοὺς δυὸ νέους.
    Τὸ Μπραϊνάκι ἦτο δεκατετραέτις κόρη, ἀρκετὰ ἀνεπτυγµένη ἤδη τὸ ἀνάστηµα, ξανθή, ὕπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυὸ µακροὶ πλόκαµοί της, κρεµάµενοι ἐπὶ τῶν νώτων, ἔφθανον κάτω τῆς ὀσφύος. Ἐφόρει λευκοτάτην πάντοτε ἐσθῆτα, µετὰ τοσαύτης ἰδιορρύθµου χάριτος, ὥστε δὲν ὑπῆρχε ναύτης ἐπιστρέφων ἐκ µακροῦ  ταξειδίου, ὅστις νὰ µὴ τῆς κάµη πατινάδα, καὶ δὲν ὑπῆρχε µαθητὴς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὅστις ἐν µέσῳ τῶν τετραδίων καὶ τῶν βιβλίων του νὰ µὴ ἀναπολῆ τὴν εἰκόνα της.
- Θὰ µοῦ πῆς τί τρέχει; ἐπανέλαβεν αὕτη.
- Νά, µᾶς ηὖρεν Ἐλόγου του, εἶπεν ὁ Σωτῆρος.
- Ποιός; ὁ ∆ιπλοκαϋµός;
   ∆ιπλοκαϋµὸς ἦτο τὸ δεύτερον παρωνύµιόν του Ἐλόγου του, ὅπερ τῷ εἶχον δώσει τὰ κοράσια, διότι αὐτὸς πάντοτε ὤρθριζε µέχρι τοῦ λυκαυγοῦς τραγουδῶν ὑπὸ τὰ παράθυρά των τὴν γνωστὴν ἐπῳδόν: «Ξύπνα, ποὺ δὲν ἐχόρτασες -διπλὸς καϋµός- ἄχ! τὸν ὕπνο νὰ κοιµᾶσαι», καὶ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὰς ἐξυπνᾷ ἀείποτε τὸ πρωὶ διὰ τῆς παραπλησίας µὲ γκάϊδα φωνῆς του...
- Καὶ τί σᾶς εἶπε; ἐπανέλαβε τὸ Μπραϊνάκι.
Ὁ Σωτῆρος διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὴν σκηνήν, ἐφυλάχθη µόνον νὰ µὴ ἀναφέρῃ τι περὶ τῆς ἐρωτικῆς ἐπιστολῆς.
- Μᾶς εἶπεν ὅτι καίεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ σένα.
Ἐκάγχασαν καὶ οἱ τρεῖς.
- Καὶ µᾶς εἶπε νὰ τοῦ στείλης καὶ σηµάδι, προσέθηκεν ὁ Σωτῆρος.
- Σηµάδι; Γουού!
Καὶ εἶτα ἐπανέλαβε:
- Σηµάδι ἔχει ἀπ᾿ τὸ θεό, καὶ σηµαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.
   Ἠνίσσετο τὴν βλάβην, ἣν εἶχεν ἐκ γενετῆς ὁ Ἐλόγου του εἰς τὸν ἀριστερὸν ὀφθαλµόν.
    Καὶ πάλιν προσέθηκε µὲ τόσην χάριν, ὥστε δὲν ἐφαίνετο κἂν τὸ χυδαῖον τῆς εἰκόνος:
- ∆ὲν ἔχω δῶ τὸ γάϊδαρό µου νὰ βγάλω καµπόσαις τρίχες ἀπ᾿ τὴν οὐρά του, νὰ τοῦ στείλω σηµάδι.
- Ἐκεῖνος δὲν χρειάζεται τρίχες, χρειάζεται τριχιές, εἶπεν ὁ Ἀλέκος, ὅστις θὰ εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ πρεσβυτέρους τὸ δηµῶδες τοῦτο λογοπαίγνιον.
- Γι᾿ αὐτὸ ἤθελα νὰ τοῦ στείλω τρίχες, γιὰ νὰ κάµη τριχιές, ἀπήντησε µεθ᾿ ἑτοιµότητος ἡ παιδίσκη.
- Μᾶς εἶπεν πῶς τὸν ἀγαπᾶς, εἶπεν πάλιν ὁ Ἀλέκος. 
- Πά νὰ χαθῆ! ὁ στερεµένος, ὁ λοχεµένος, ἤρχισε νὰ καταρᾶται τὸ Μπραϊνάκι εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωµα. Κακὸ χρό ῾νἄχῃ, δυὸ νἆν᾿ οἱ ὥραις του!..
Ἀποτεινοµένη δὲ πρὸς τὸν Σωτῆρον ἠρώτησε:
- Τώρα πῶς θὰ πᾶς, ἀρέ, στὴν ἐκκλησιὰ χωρὶς φέσι;
- Στὴν ἐκκλησιὰ θὰ εἶναι χωρὶς φέσι, εἶπεν ὁ Ἀλέκος.
- Νὰ σοῦ φέρω ἕνα παληὸ τοῦ Παναγῆ, σοῦ κάνει τάχα;
Ὁ Σωτῆρος ἀπεποιήθη.
Ἐπέστρεψε τότε καὶ τὸ Γηρακώ. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἐκόµιζε.
- Νὰ σᾶς βγάλω ἀπ᾿ τὴ µικρὴ πόρτα;
   Ἐξῆλθον διὰ τοῦ ἰσογείου ἀθορύβως, ἀφοῦ τὸ Μπραϊνάκι ἔσβεσε τὸν λύχνον, καὶ ὁ Σωτῆρος ἐκράτει τὸν φανὸν ὑπὸ τὸ ἐπανωφόρι του. Τοῦτο διὰ νὰ εἶναι ἀπαρατήρητος ἔξωθεν.
   Ἡ νέα κόρη ἤνοιξεν ἀψοφητὶ τὴν µικρὰν θύραν τῆς αὐλῆς.
- Ἥσυχα κάµετε, νὰ κοιτάζω, µὴν τὸ πῆρε πονηρὰ ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς καὶ κάνει καρτέρι ἀπὸ κάτω.
   Οἱ δυὸ δροµίσκοι ἔφερον τῷ ὄντι πρὸς µικρὸν ὄχθον γῆς, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἐσχηµατίζετο ἀποτόµως κατωφερὴς χείµαρρος. Περιπατῶν τίς ἐπὶ τοῦ µέρους ἐκείνου ἠδύνατο νὰ ἐπιτηρῆ καὶ τὰς δυὸ θύρας.
- Νὰ σᾶς δώσω συνοδεία; εἶπε τὸ Μπραϊνάκι.
Θέλετε νἄρθουν µαζὺ καὶ τ᾿ ἀδέρφια µου;
- ∆ὲν εἶν᾿ ἀνάγκη, εἶπεν ὁ Σωτῆρος. ∆ὲν πρέπει νὰ γείνη λόγος στὸ σπίτι. Καὶ ποιὸς τὸν φοβᾶται;
   Τὸ Μπραϊνάκι προέβαλε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς θύρας, µόλις διανοιγείσης.
   Πράγµατι Ἐλόγου του τὸ ἐπῆρε πονηρά, καθὼς εἶπεν ἡ νέα.
Ἐσουλατσάριζεν Ἐλόγου του ὑπὸ τοὺς τοίχους τῆς παρακείµενης οἰκίας, ἐπιβλέπων ἀµφοτέρας τὰς θύρας τῆς αὐλῆς.
- Γηρακώ, εἶπε τότε τὸ Μπραϊνάκι, πάρε τὸ φανάρι, σήκωσε το ψηλά, νὰ πᾶς νὰ χτυπήσης µὲ βρόντο τὴ µεγάλη πόρτα, καὶ νὰ φωνάξης τρεῖς φοραίς: Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα σας! 
Τὸ Γηρακώ, χωρὶς νὰ ἐννοῆ τίποτε, ἐξετέλεσε πιστῶς τὴν παντοµίµαν καὶ τὸ λογύδριον.
Ἐλόγου του ἐξαπατηθεῖς, ἔτρεξε πρὸς τὴν µεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ τοῦ θηράµατος.
- Τώρα ἄµοιρος νὰ γένης, ἀρέ! εἶπεν εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωµα τὸ Μπραϊνάκι.
   Οἱ δυὸ νέοι ἐτράπησαν διὰ τῆς µικρᾶς θύρας εἰς φυγήν, κερδήσαντες ἑκατὸν βήµατα τουλάχιστον διὰ τοῦ στρατηγήµατος τούτου, καὶ ἔχοντες ἀσυγκρίτως ἐλαφρότερους τοὺς πόδας ἀπὸ τὸν Ἐλόγου του.


   Τὴν πρωίαν ὁ Ἀλέκος, ὅστις ἦτο ὑπνοφάγος, ἀργὰ ὑπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ᾿ ὁ Σωτῆρος, «τῆς εὐχῆς τὸ παιδί», ὡς τὸν ἐκάλει ἡ µήτηρ του, ὑπῆγε, συγχρόνως µετὰ τοῦ νεωκόρου πρὸ τῶν ψαλτῶν καὶ τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ, ὅστις ἦτο ἐπίτροπος.
   Μετά τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν ἁγιασµόν, ἡ ἱερὰ ποµπὴ ἐξῆλθε πρὸς τὴν ἀποβάθραν, ὅπου ἔµελλε νὰ τελεσθῆ ἡ κατάδυσις τοῦ Τιµίου Σταυροῦ.  
   Μέγα ἐνέπνεεν ἐνδιαφέρον ἡ ἑορτὴ αὕτη. Ὄχι τόσον διὰ τὸ µεγαλεῖον τῆς ἱερᾶς ποµπῆς, ὄχι τόσον διὰ τὸ τὶς θ᾿ ἀναλάβη τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τοῦ κύµατος, ὅσον διὰ τό... τὶς θ᾿ ἁρπάση τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ πρώτου λαβόντος, διότι οὖτος µὲν ἀπεκλείετο, ἐκεῖνος δέ, ὁ εὐτυχής, ἔµελλε ν᾿ ἀργυρολογήση καὶ νὰ µεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡµέρας.
   ∆ύο ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡµέρας. Ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.
   Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς µακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ µὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖρας του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλµὸν ὀλιγώτερον τῶν  λοιπῶν ἀνθρώπων.
   ∆ωδεκὰς λέµβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωµα τῶν δυὸ µπουλουκιῶν, διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχαν µπουλούκια, σχεδὸν πολεµάρχαι.
   Ἄλλαι πολυάριθµοι λέµβοι ἵσταντο ἀπωτέρω, φέρουσαι µόνον θεατάς. Καὶ ὅλη ἡ ἀποβάθρα, καὶ ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορά, καὶ ὅλοι οἱ ἐξῶσται καὶ τὰ παράθυρα πλήρη κόσµου. Ὁµιλοῦµεν σχετικῶς, διότι ἡ πολίχνη µας δὲν ἔχει πλείονας ἢ τεσσάρας χιλιάδας κατοίκων.
   Ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος ἵσταντο πλησίον τοῦ ἱερέως καὶ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ τὸν Ἐλόγου του.
   Ὁ Τίµιος Σταυρὸς ἔπεσε τέλος εἰς τὸ κύµα καὶ ἡ µάχη ἤρχισεν.
   Εὐτυχῶς ὑπῆρξε σύντοµος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
   Ὁ µπουλουκτσῆς τοῦ Φτίκα, ὅστις ἤρπασε πρῶτος τὸν Σταυρόν, εὑρίσκετο ἀρκετὰ πλησίον τῆς λέµβου του, καὶ εἶχεν ἀρκετὴν ἐπιδεξιότητα, ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων  τοῦ Σοροκᾶ ἐπρόφθανε νὰ τοῦ κόψη τὰ δάκτυλα ἢ νὰ τοῦ δοκιµάση τὸν γρόνθον, διὰ νὰ τοῦ τὸν ἀποσπάση.
    Ἅµα πατήσας εἰς λέµβον, εὑρίσκετο εἰς οὐδέτερον ἔδαφος ἢ µᾶλλον εὑρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δὲν ἐπετρέπετο πλέον µάχη.
   Τὸ µπουλούκι τοῦ Φτίκα ἠλάλαξεν ἐν θριάµβῳ. Ἦτο τέταρτον ἔτος τοῦτο ἀφότου κατὰ σειρὰν ἑνίκα. Ὁ Φτίκας ἦτο ἄνθρωπος εὐτυχὴς τὴν ἡµέραν ἐκείνην.

Καὶ ὅµως ἦτο τὶς εὐτυχέστερός του Φτίκα, ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας τουλάχιστον. Ἦτον Ἐλόγου του.
   Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὸν ναὸν ἡ ποµπή, ὁ Σωτῆρος, ὅσον καὶ ἂν ἐβάδιζε πλησίον τοῦ ἱερέως, εὑρέθη ἀντιµέτωπος τοῦ νυκτερινοῦ ἐπιδροµέως του.
   Ὁ Σωτῆρος εἶχε σχεδιάσει νὰ κλείση τὸ ἐπιστόλιον τοῦ Ἐλόγου του, τὸ ὁποῖον δὲν κατεδέχθη ν᾿ ἀνοίξη, εἰς ἄλλον φάκελλον, νὰ κάµη ἐπιγραφὴν πρὸς τὸν ∆ιπλοκαϋµόν, διὰ λεπτῆς ἐπιτηδευµένης γραφῆς, ἥτις νὰ φαίνεται ὡς γραφὴ κορασίου, νὰ τὸν ἐξαπατήση δίδων αὐτῷ τὸν φάκελλον ὡς ἀπάντησιν τάχα τῆς νεαρᾶς κόρης, καὶ νὰ λάβη ὀπίσω τὸ φέσι του.
   Ταῦτα ἐσκέπτετο νὰ πράξη µετὰ τὸ τέλος τῆς ἱερᾶς ποµπῆς.
    Όταν ὅµως εὑρέθησαν ἤδη πλησίον ἀλλήλων, ὁ Ἀλέκος, ὅστις ἔβλεπε τὴν τσέπην τοῦ µικροῦ µασσαλιωτικοῦ ἐπενδύτου τοῦ Ἐλόγου του κάπως φουσκωµένην, ὑπεψιθύρισε πρὸς τὸν Σωτῆρον:
- Στὴν τσέπη τὸ ἔχει τὸ φέσι του.
   Ὁ Σωτῆρος ἐσκέφθη ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ καλλίτερα εὐκαιρία, καὶ ἂς ἔλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος, διότι ἐν µέσῳ τόσου κόσµου ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς δὲν θὰ ἤνοιγεν ἀµέσως τὸ γράµµα.
   Ἐλόγου του ἐκοίταζε προκλητικῶς τὸν Σωτῆρον. Ἐφαίνετο περιµένων ἀκόµη τὸ σηµάδι.
    Ὁ Σωτῆρος ἐξήγαγε τοῦ κόλπου του τὸν ἐρωτικὸν ἐπιστόλιον, τὸ ἐδίπλωσε µὲ τέχνην, µὲ τὴν ἐπιγραφὴν ἔσωθεν, τὸ ἐσκέπασε καλῶς µὲ τὴν παλάµην καὶ εἶπε εἰς τὸν Ἐλόγου του:
- Νά, πάρε τὴν ἀπάντησι. ∆ός µου τὸ φέσι µου.
    Ἐλόγου του ἤρπασε τὸ ἐπιστόλιον, τὸ ὤθησεν ἀµέσως εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ περιστηθίου καὶ τῷ ἔδωκε τὸ φέσι.
   Καὶ οὕτως ἔλαβεν ἑκάτερος τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ πράγµα. Ὁ Σωτῆρος τὸ φέσι του, καὶ ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς τὴν ἐπιστολήν του.
Μετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας, τώρα µετὰ τὴν κατάδυσιν τοῦ Σταυροῦ, θ᾿ ἀπέπλεεν Ἐλόγου του, καὶ ὁ Σωτῆρος δὲν τὸν ἐφοβεῖτο πλέον. 


  (1889)