Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")



Γιάννης Ρίτσος (αφιέρωμα "Το Δέντρο")

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΕΠΑΝΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ (συνέχεια 2)

Ο Αντώνης Καραντώνης στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» (1938) θεωρεί αδικαιολόγητο τον ενθουσιασμό του αναγνωστικού κοινού με την ποίηση του Γ. Ρίτσου. Ούτε πρόσθεσε μια ποίηση νέας μορφής, ούτε έδωσε τα πρώτα σχέδια για να συγκροτηθεί μια καινούργια τεχνική, ούτε τελειοποίησε και προώθησε τα εκφραστικά μέσα που άλλοι πρωτοχρησιμοποιήσανε, ούτε ανανέωσε τίποτε από τα στοιχεία της παράδοσης του κανονικού στίχου και της πολυδουλεμένης λυρικής γλώσσας . «Ο κ. Ρίτσος, παλαιός καρυωτακικός που θέλει να λυτρωθεί από τη στάσιμη και τη διαβρωτική απαισιοδοξία και να συνδεθεί κάπως με την ενεργητική έννοια της ζωής, επιτηδεύεται τον αισιόδοξο και τον χαρούμενο, προσπαθώντας να πλέξει ερωτικές ανθοδέσμες [...]. όλ’ αυτά δεν είναι παρά λόγια και αμετουσίωτες αισθητικές ποιότητες. Και τις προηγούμενες ποιητικές προσπάθειες του κ. Ρίτσου και με όλη τη δυναμικότητα που σπατάλεψε, τη φαντασία που κούρασε και την αισθηματικότητα που συνδαύλισε για να τις ολοκληρώσει, τις στεφανώνει μια έντιμη και αξιοπρεπής αποτυχία αφού προηγηθούνε μερικά θερμά χειροκροτήματα. Άρχισε δημοσιεύοντας εδώ και δέκα χρόνια στίχους ρομαντικούς, ελεγειακούς, δακρύβρεχτους, ποτισμένους από την άφθονη, τη φιλολογική και την αδέξια αισθηματικότητα των εφηβικών χρόνων. Ύστερα εγκολπώθηκε τον καρυωτακισμό προσπα­θώντας ν' απλώσει την αισθηματική του, την τεχνική του και την εκ­φραστική του σε θέματα κοινωνικά, πολιτικά, ανθρωπιστικά, ανακάτεψε τόσο αντιαισθητικά τη δημοτική και την καθαρεύουσα, τον λυρισμό και τη σκουπιδολογία, ώστε τα έργα του εκείνα μπορεί κανείς να τα θεωρήσει πρότυπα ποιητικής παρεξήγησης. Βλέποντας πως η έτσι αποχτημένη πλαστικότητα είχε αποτέλεσμα την έκθλιψη και της τελευταίας ποιητικής σταγόνας από τα τραγούδια του, έκαμε μια προσπάθεια επιστροφής στο δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο για να συνθέσει ένα μοιρολόι που είναι μίμηση της μίμησης· και τελευταία, δείχνοντας την ίδια πάντα ανικανότητα ουσιαστικής ποιητικής προσαρμογής στην καινούργια τεχνοτροπία που ακολουθεί, μετατρέπει την τεχνητή του αισιοδοξία σε στίχους ελεύθερης ποιητικής μορφής που είναι κι αυ­τοί στο σύνολο τους παρωδία, νόθευση και παρεξήγηση της νέας μας ποίησης. Τους στίχους του κ. Ρίτσου καμιά νομοτέλεια σύνθεσης δεν τους κατευθύνει προς την απαραίτητη ποιητική ενότητα. Κάθε ποίημα είναι μια περισσόλογη, ασύμμετρη και ασύνδετη παράταξη ψυχρών, μηχανικά εγκεφαλικών και αόριστα περιγραφικών εικόνων που συνδέουνται αδέξια και αλληγορικά με μια υποτιθέμενη ποιητική αμεσότητα, καθόλου αισθητή διά μέσου της αλληγορίας της. Κάθε μια εικόνα επαναλαμβάνει το ίδιο ακριβώς νόημα· κάθε εικόνα είναι και μια προσπάθεια να διατυπώσει έμμεσα ο κ. Ρίτσος τη συγκίνηση του. [...] Χαίρεται, λυπάται, μελαγχολεί, αισιοδοξεί, ενθουσιάζεται ο κ. Ρίτσος; Η καταπληχτική μονοτονία του ποιητικού του τόνου δε μας αφήνει να καταλάβουμε. Έπειτα, τις περισσότερες εικόνες του τις αρχίζει πανομοιότυπα, χρησιμοποιώντας τα άρθρα ο, η, το και τα μόρια θα και να, και τόσο συχνά μάλιστα, που να μη μας μένει καμιά αμφιβολία, πως η φαντασία του είναι σκλαβωμένη για πάντα σε δυο τρία εικονοπλαστικά κλισέ. Νοιώθει κανείς ακόμη στους στίχους του την έλλειψη του ποιητικού παρόντος και την απουσία του χρόνου· ένα κενό ανοίγεται κάτω από τα ψυχρά σχήματα των εικόνων του· κενό που στο χώρο του ξετυλίγονται ατέρμονα οι βαριές αλυσίδες φράσεων, που για να τους δώσει ο κ. Ρίτσος μια επίφαση λυρισμού και ωραιότητας τους παραγιομίζει με τα διακοσμητικά υλικά της ανατολίτικης ποίησης και του παρασιτικού συμβολισμού».

Ο Ηλίας Κεφαλάς ασχολείται με τη λειτουργία και σημασία της εικόνας στην ποίηση τον Γιάννη Ρίτσου που είναι ένα εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο τής ποιη­τικής τέχνης, συντελώντας στην ανάδειξη των αισθητικών και νοητικών λειτουργιών. Ο Ρίτσος, τόσο με τις φαντασιακές όσο και με τις πραγματικές εικόνες, κτίζει επάλληλες σημασίες για να τεκμηριώσει την ανθρώπινη παρουσία, δίνει λόγο στην εικόνα αυτή και τον αφαιρεί από την ενδογλωσσική ποιητική λειτουργία Εικόνα και ποιητικό μάτι ταυτίζονται συγκινησιακά και γίνονται οι πόλοι μιας καταπληκτικής συνάντησης, μιας συνεννόησης με την ίδια γλώσσα, έστω και στο επίπεδο των παρωχημένων σκέψεων. Η εικόνα του Ρίτσου γίνεται η μαρτυρία της εσωτερικής του αγωνίας με την οποία πολύ γρήγορα συντόμευσε την απόσταση από το μικρό προς το μεγάλο, από το ορατό στο αόρατο και από το πραγματικό στο φανταστικό. Ο Ρίτσος πολύ γρήγορα έφτασε σε μια ενιαία θεώρηση του κόσμου, όπου, κρατώντας σταθερά την αφετηριακή εκκίνηση της συγκίνησης από το ελάχιστο και μεμονωμένο, έφερε πλησιόχωρα την ιδέα του ευρύτερου όλου, που τα εγκολπώνει όλα σε έναν συνυφασμένο καμβά. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ανίκητη μαγεία του. Με λίγες λέξεις και ελάχιστα στοιχεία, που κτίζουν μια λιτή και απέριττη εικόνα, μας οδηγεί αστραπιαία στο αιώνιο και επέκεινα.

Ο Δημήτρης Κόκορης με αφορμή το «Επιλογικό» διαπιστώνει πως και σε αυτό το ποίημα ο Ρίτσος προσπαθεί να εναρμονίσει το κοινωνικό-πολιτικό βίωμα με προβληματισμούς ως προς την υπαρξιακή δικαίωση του καλλιτέχνη και ειδικότερα του ποιητή, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους «θ' άξιζε να τον θυμόμαστε», όχι απαραιτήτους ορμώμενοι από την κοινότοπη υπενθύμιση ενός επετειακού εορτασμού. Ο εσωτερικός ρυθμός του ποιήματος οικοδομείται με υλικά τον ελεύθερο στίχο και την επαρκή δραματικότητα: την πυκνή διαδοχή εικόνων και σκέψεων. Τα όσα λέει ο Ρίτσος είναι τόσο σημαντικά και συγκινη­σιακά φορτισμένα, με αποτέλεσμα να τοποθετούν τις αντιρρήσεις ως προς την ποιητική έκφραση στο χώρο της φιλολογικής μεμψιμοιρίας. Η λεκτική εκζήτηση ορισμένων σημείων δεν δύναται να υπερκε­ράσει τη συναισθηματική δόνηση των στίχων και τη σοφή ειλικρίνεια του ποιητή. Αυτές οι δύο παράμετροι, συστρατευμένες στην απόδοση του προβληματισμού για το ρόλο ενός καλλιτεχνικού-ποιητικού έργου, προερχομένου από δημιουργό με σαφή πολιτική ταυτότητα, συγκρο­τούν μία αξιοσημείωτη συγκινησιακή δυναμική και αποτελούν δείγμα ενός κοινότοπου ποιητικού παραδόξου: η συνολική εικόνα αρκετών ποιημάτων είναι ελκυστική και η συναισθηματική θερμοκρασία τους υψηλή, παρά τις επιμέρους αδυναμίες των στίχων. Το «Επιλογικό» απλώς μάς έδωσε την αφορμή να αγγίξουμε την ποίηση του Ρίτσου, μία ποίηση πολυδαίδαλη, σύνθετη, πολυεπίπεδη, σε ορισμένες εκφάνσεις της ιδεολογικά μονότροπη και υψηλότονη, στις περισσότερες όμως όψεις της βαθιά υπαρξιακή, ουσιαστικά κοι­νωνική και λειτουργικά νεωτερική.

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γεωγραφεί την ποίηση του Ρίτσου και την ποικιλότητά της δίνοντας το χαρακτηρισμό poete- fleuve στον Παλαμά και στον Ρίτσο εμμένοντας στην κοινότητα των δύο ιδιοσυγκρασιών. Υπενθυμίζει τις κριτικές προκαταλήψεις σχετικά με το έργο του Ρίτσου που υπο­κρύπτουν την αδυναμία σύλληψης του ποιητικού του οικοδομήματος και επιπλέον, της ποιητικής του οπτικής με εκκωφαντικό παράδειγ­μα την περίπτωση του Α. Καραντώνη, ο οποίος στο πλαίσιο μιας προκατάληψης τον κατηγορεί για «καρυωτακισμό» και αργότερα για την κομματική στράτευση του και την πληθωρικότητά του. Διαφοροποιεί την ποταμική ποιητική υπόσταση του Ρίτσου από εκείνη του Παλαμά κατά τούτο: Στον Ρίτσο η πολυγραφία συστήνει με τον καιρό μιαν «οντολογία της γραφής». Εκκινώντας απ' αυτή την εντολή-ευλογία, ο ποιητής ασκείται στην διάνοιξη του εύρους εκείνου που θα χωρέσει τον άνθρωπο, την ιστο­ρία του και τον κόσμο, με σκοπό να αγγίξει και να νιώσει το μυστήριο της ύπαρξης. Σ' αυτήν την προοπτική ενσωματώνεται η παλαμική παρακαταθήκη της φωνητικής έρρυθμης έκρηξης μαζί με το άλγος και την υπαρκτική βάσανο του Ρίτσου. Η γραφή εκτεινόμενη στην καθολικότητα της ύπαρξης, όμως, δεν μπορεί να δεσμεύεται από την οιανδήποτε αισθητική ιδιοτέλεια κι από υστεροβουλίες ποιητικού κα­θωσπρεπισμού. Υπάρχει στον ποιητή μια καταναγκαστική βιωματική συνθήκη: 0 άνθρωπος και ο κόσμος του οφείλουν να ειπωθούν μετα­φρασμένοι ποιητικά -αυτή είναι η δημιουργική επιταγή του Ρίτσου. Μ' άλλα λόγια καταργείται ασκητικά κάθε επιθυμία ποιητικής ιδιοκτησίας. Αυτό πετυχαίνει η «εκστατική» γραφή του Ρίτσου και, από άλλο δρόμο, συναντά την μεταφυσική του καίριου και του στιγμιαίου, δηλαδή την μεταφυσική της ποιητικής αποκάλυψης -του πλατωνικού «εξαίφνης».

Η Αγγελική Κώττη αφού αναφέρει τις κομματικές περγαμηνές του Ρίτσου, ο οποίος ήδη από το 1934 έχει προσχωρήσει στις τάξεις του ΚΚΕ , είναι γνωστός τόσο στην Ασφάλεια όσο και στους κύκλους των διανουμένων, για την αριστερή του δράση και ο Επιτάφιος έχει κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τον Ριζοσπάστη σχολιάζει το γράμμα με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 1937 που περι­λαμβάνει κατηγορίες συντρόφων διότι, εν ολίγοις, ο ποιητής γράφει μεταφυσικά ποιήματα. 0 δρόμος του Ρίτσου και πριν και μετά είναι γνωστός. Γράφει και για τους συντρόφους και για τον εαυτό του, σε κάθε περίπτωση όμως δεν δέχεται να κάνει εκπτώσεις στην αισθητική του. Οπωσδήποτε, η επιστολή αυτή θα πρέπει να υπήρξε ακόμη μια πίεση, που είχε έρθει να προστεθεί σε ανάλογες κριτικές για τα Τρακτέρ και τις Πυραμίδες από τα κομματικά έντυπα. Τι κατάφεραν; Μάλλον να τον πεισμώσουν.

Για τον Χρήστο Λεοντή η ποίηση του Ρίτσου, που στο πιο μεγάλο μέρος της μιλάει για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, έχει απέναντι της έναν κόσμο και συνεχώς διαλέγεται μ' αυτόν. Αυτή η στάση τού έδωσε την αφορμή να καταλάβει τη σημα­σία του κοινωνικού στοχασμού μέσω της δικής του εργασίας, δηλαδή του υπέδειξε το καλλιτεχνικό του στίγμα ως συνθέτη. 0 Ρίτσος όταν έγραφε το ...τσουκάλι ήταν στην εξορία για τις ιδέες του. Από τι άλλο θα μπορούσε να εμπνευσθεί παρά από την αγωνία του δεσμώτη, που οραματίζεται ένα μελλοντικό, διαφορετικό κόσμο; Σε παρόμοια κατάσταση, πάνω κάτω, ζούσαν και οι Έλληνες το 73 ενώ ωρίμαζαν οι όροι μιας εξέγερσης απέναντι στην καταπίεση.

Ο Θ. Μαρκόπουλος απαντά στο ερώτημα: Πώς δομήθηκε το ποιητικό έργο του Ρίτσου και με ποιους όρους; Η βασανισμένη ζωή συνδυασμό με τη μαρξιστική ιδεολογία, ερμηνεύουν βασικές επιλογές του ποιητή, θεματικές και τεχνοτροπικές, αλλά και την πρόσδεση του στην κοινότητα των συντρόφων, πρόσδεση που αφόπλισε τον κριτικό του λόγο ως διανοουμένου απέναντι στις δραματικές εξελίξεις του εγχώριου και του διεθνούς κομουνιστικού κινήματος. Ακόμη η ταύτιση του ιδιωτικού με το δημόσιο. Ενταγμένος στο Κομουνιστικό Κόμμα πριν από το Δεύτερο Πόλεμο (1934), ακολουθεί σαν σκιά, όπως χιλιάδες σύντροφοι, τη μοίρα του κινήματος, που είναι συνυφασμένη με τη μοίρα του τό­που, τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση, κυρίως στην πτώση, τότε που δοκιμάζονται οι αντοχές των ανθρώπων. Είναι μοναδική εκδοχή ποιητή που ταύτισε τόσο απόλυτα την τέχνη του με την πορεία του αριστερού κινήματος και τους αγώνες του λαού του. Θέτοντας την ποίηση στην υπηρεσία της Επανάστασης, αποκρίνεται στα μείζονα γεγονότα του καιρού του. Έτσι όμως οδηγείται σε μια ποίηση μονοδιάστατη και εξωστρεφή, γιατί βέβαια η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ ευρύτερη από την πολιτική ζωή. Κι αυτό το ξέρει πολύ καλά. Ένα τρίτο στοιχείο είναι δύο εκδοχές της ποιητικής. Η αντίφαση που προκύπτει από την ταύτιση ιδιωτικού-δημόσιου χώρου είναι χαρακτηριστική: από τη μια, οι κοινωνικοοικονομικές και οι πολιτικές ανάγκες του ανθρώ­που, που πρέπει να υπηρετηθούν με την τέχνη, αλλά οδηγούν στο συχνά εύκολο επικαιρικό ποίημα, στο «ποίημα-σημαία», κι από την άλλη, ο έρωτας και η μοναξιά, ο ιδεολογικός σκεπτικισμός, ο χρόνος και η φθορά, ο θάνατος, ανάγκες που βγάζουν σε ποιήματα υψηλής αισθητικής,. Μην μπορώντας να διαλέξει ο ποιητής, τα κάνει και τα δυο, γιατί τα πιστεύει κι όχι γιατί του το επιβάλλουν. Και στις δυο περιπτώσεις κάποιους ενοχλεί: τους συντρόφους, που δεν τον παρακολουθούν στα υπαρξιακά του ποιήματα, και τους απέναντι, που αποστρέφονται τα πολιτικά. Θα πάρει χρόνια να κερδίσει ολόκληρος την αποδοχή, τόσο από τους πρώτους όσο κι από τους δεύτερους. Ο Ρίτσος είναι ανοιχτός σε όλα τα καλλιτεχνικά ρεύ­ματα, ανοιχτός σε όλους τους μορφολογικούς τρόπους που μπορούν να δώσουν καλά ποιήματα. Απορροφά τα πάντα κι αλέθει τα πάντα. Οι πειραματισμοί του ατέλειωτοι ως το τέλος της ζωής του. 0 έμμε­τρος στίχος κι ο ελεύθερος στίχος. 0 ολιγοσύλλαβος κι ο πολυσύλλα­βος. Το κρυπτικό ποίημα και το διάφανο ποίημα. Το μικρό ολιγόστιχο και το μεγάλο συνθετικό. Η μικρή και η μεγάλη ανάσα, προπάντων η μεγάλη, η οποία του επιτρέπει να αναδείξει όλα τα χαρίσματα του λόγου του. Ποιητής της έκτασης και ποιητής του βάθους. Επικός και λυρικός, ανανεωτής της παράδοσης και μοντερνιστής, ρεαλιστής και συμβολιστής, με έξοχες υπερρεαλιστικές απογειώσεις, υψηλόφωνος και χαμηλόφωνος· αυτό προπάντων: ο απλός οικείος τόνος της καθη­μερινής κουβέντας. Τρόποι βέβαια που επιβάλλονται κάθε φορά από τα θέματα: από τους λαϊκούς αγώνες και τη δημόσια δράση αλλά κι από τις στιγμές του ιδιωτικού βίου και τις οντολογικές έγνοιες. Κι όλα αυτά με μια αρετή ασυνήθιστη στη νεωτερική μας ποίηση, τη σαφή­νεια της έκφρασης. Δεν είναι απλό πράγμα να κάνεις υψηλή ποίηση με όρους διαύγειας. Αυτό το καταφέρνει ο Ρίτσος, γιατί πατάει γερά στη γη, στις επώδυνες εμπειρίες, κι έτσι στίχος και σκέψη αναβλύζουν από τις ρωγμές του δικού του σώματος με συνέπεια. Η αφοσίωση του στην ποίηση και στα ιδανικά που πίστεψε αποτελούν ένα μοναδικό και αξιοθαύμαστο παράδειγμα.

Ο Μ. Μερακλής εξετάζει δύο κεντρικά θέματα της ποίησης του. Το θέμα των στρατευμένων αφενός και των μεταφυσικών αφετέρου στίχων και ποιημάτων του, που συγκροτούν τους δύο κύριους άξονες του όλου έργου του. Όσον αφορά το πρώτο θέμα, παραβλέπει την κατά κόρον διατυπω­μένη επίκριση, ότι η στρατευμένη σε ιδεολογικές πολιτικές δεσμεύσεις ποίηση του Ρίτσου βρίσκεται εξ αυτού του λόγου εκτός των ορίων της τέχνης και είναι απορριπτέα. Μια σοβαρή συναφής αντιμετώπιση του ζητήματος θα πήγαινε βαθύτερα, εξετάζοντας, εν πρώτοις, αν το μέρος αυτό της ποιήσεώς του είναι αποτέλεσμα προσωπικής απόφασης ή εντολής που δινόταν από το Κόμμα. Η δεύτερη εκδοχή αποκλείεται από το γεγονός ότι στις πρώτες ήδη συλλογές του, ρητά ενταγμένες στους στόχους μιας κοινωνικής ποίησης, ασκήθηκε απ' την κομματική διανόηση έντονη κριτική, για ιδεαλιστικές αποκλίσεις. Η αποκλειστι­κή αλήθεια είναι ότι η γραφή των ιδεολογικών, πολιτικών ποιημάτων υπαγορεύθηκε από μέσα, από την ίδια τη συνείδηση του ποιητή, που αντιδρούσε έτσι σε μια δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα. Η αισθητική απόρριψη των κοι­νωνικών ποιημάτων του Ρίτσου είναι μια «ανιδεολόγητη» στάση, οφειλόμενη στην έκδηλη εγωπάθεια μεγάλου μέρους της πρόσφατης ποίησης μας, η οποία εν ονόματι της υπαρξιακής αγωνίας εξορίζει από το ποίημα τα πραγματικά συμφραζόμενα της ιστορίας και της κοινω­νίας, καταλήγοντας σε μια ύποπτη για την ειλικρίνεια της βασανιστική εσωστρέφεια Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η βασανιστική εσωστρέ­φεια, συχνότατα εκδηλωνόμενη στο Ρίτσο, είναι άκρως ειλικρινής. Όσον αφορά τέλος τον τρόπο γραφής των κοινωνικών ποιημάτων του, και αυτός υπαγορεύθηκε από τη συνείδηση ότι στους λαϊκούς συντρόφους όφειλε να γίνεται κατανοητός, να γράφει σε μια γλώσσα που ήταν εξασφαλισμένο πως θα την καταλάβαιναν και, συνακόλουθα, θα τους συγκινούσε. Το να είσαι ακατανόητος σ' ένα κοινό που αγαπάς και υπερασπίζεσαι, είναι φασισμός, αν όχι μια κακή φάρσα. Κακή φάρσα θα ήταν και να γράφει, ας πούμε, πνευματικότερα ποιήματα απευθυνόμενος σε ανθρώπους που αντιμετώπιζαν άμεσα, οξύτατα προβλήματα επιβίωσης, στερού­νταν κι αυτό το ψωμί, και το χειρότερο: έπαιζαν κορώνα γράμματα τη ζωή τους στις μάχες του Εμφυλίου, στα Μακρονήσια, στα στρατοδι­κεία. Η συνείδηση του τον ανάγκαζε να τους μιλήσει γι’ αυτά. Παράλληλα με την κύρια τάση των ποιημάτων της ιδεολογικής έκφρασης παρατηρούμε στις δύο πρώτες του συλλογές και μια τάση έκφρασης υπαρξιακών ζητημά­των. Και στα αβάστα­χτα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν, διόλου δεν έπαυε ο ποιητής να ενοφθαλμίζει τους στίχους του με στοιχεία μιας άλλης όρασης. Υπάρχει ένα πλήθος λέξεων στην ποίηση του Ρίτσου, που ορίζονται από το στερητικό α και είναι απαράδεκτες για τον διαλεκτικό του υλισμού, αφού δεν παρά­γουν γνώση. Τη γνώση (κατ' αυτόν) δίνει αποκλειστικά ο κόσμος των αισθήσεων και της αντίληψης μας, όχι το «απέραντο», το «άπειρο», το «αόριστο», το «άρρητο», το «αόρατο», το «άηχο», το «άγνωστο», το «ανεξήγητο». 0 Ρίτσος περνάει, μέσα από τη χαρά (και την οδύνη) του υλικού κόσμου, στην εξαΰλωση του: αυτό τελικά δηλώνουν τα τόσα στερητικά άλφα, που μπορούν κιόλας ενδεχομένως να κάνουν ελαφρότερο και το αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου.

Ο Νίκος Μηλιώνης εκλαμβάνει τον Ορέστη ως το alter ego του ποιητή. 0 ποιητής οριοθετεί, κατ' αρχάς, το πλαίσιο του χώρου, όπου τοπο­θετεί τον ήρωα του. Πρόκειται για περιβάλλον χαλαρό και φιλήδονο. Η ενσωμάτωση του Ορέστη με τη γαλήνη και τη θαλπωρή του περιβάλλοντος -με άλλα λόγια με την αυτοεγκατάλειψη στη ζωή- τον αντιπαραθέτει με την ανυπόφορα αδιάλλακτη στάση «Εκείνης»- που μονότονα και πεισματικά του επιβάλλει το χρέος, αφού δεν κατονομάζεται, της Ηλέκτρας- και η οποία «δεν έπαψε ακό­μη, δεν κουράστηκε». 0 Ορέστης μονολογεί, θέτοντας έτσι το ψυχολογικό υπόβαθρο για την αμφι­σβήτηση του χρέους. Πρόκειται για τη δημιουργία του κατάλληλου σκηνικού για να αναπτυχθεί η ελλοχεύουσα δειλία, εν τέλει η επανάπαυση μπροστά στα κελεύσματα ενός επαχθούς καθήκοντος. Μέσα σε ένα τέτοιο χαλαρό περιβάλλον ο ποιητής (ή ο ποιητικός του ήρωας) μπορεί να κάνει την καταφατικά γενναιόδωρη χειρονομία του προς τη ζωή, επιζητώντας την «ωραία χαρά της αδια­φορίας, της ανεξιθρησκείας, πέρα απ' τα πάντα, μέσα στα πάντα». 0 στρατευμένος εαυτός αντιπαραβάλλεται με την οργιαστική ελευθερία της φύσης. Το καθήκον τον καλεί, καταλυτικά πεισματικό. Η ιδέα ότι ο Ορέστης είναι η άλλη, η αθέατη και μυστική, προσωπι­κότητα του Ποιητή, που αμφισβητεί τη στράτευση του στην υπηρεσία των κελευσμάτων του σοσιαλισμού, δεν είναι πρωτότυπη . Μια τέτοια άποψη, όμως, παρ' όλη την προφανή της αληθοφάνεια -αφού κάθε λογοτεχνικός ήρωας είναι καθαρό συγγραφικό απείκασμα, έχοντας πάντοτε κάτι από τον χαρα­κτήρα του δημιουργού του- αποστερεί από την προσωπικότητα του ποιητικού Ορέστη τις ψυχολογικές παλινωδίες και μεταπτώσεις, του. Παραδόξως ,με διάθεση ανατρεπτική των μυθικών στερεοτύπων την ομορφιά της ζωής εκπροσωπεί η Κλυταιμνήστρα που έχει μια βαθιά κατανόηση για όλους και για όλα (σχεδόν μια περιφρόνηση). Παράλληλα, και ο ίδιος ο Ορέστης, μοι­ραίο κομμάτι της μητρικής του σάρκας, είναι ερωτευμένος με τη ζωή. Είναι ο νέος της κάθε εποχής που αντιδρά στις συμβατικότητες της κοινωνίας .Ανεστραμμένο είδωλο της λαμπρότητας της μητέρας τους είναι η οδυ­νηρή παρουσία της αδελφής του, που ο ήρωας την αμφισβητεί και στις δεσμεύσεις της οποίας θέλει να αντισταθεί. Ίσως αυτό είναι το κρυπτικό μήνυμα του ποιητή στους μετά την κυ­ριαρχία του σοσιαλιστικού του χρέους αιώνες. Ίσως, να μην τον ενοχλεί τόσο η πολιτική ορθοδοξία, όσο η προσπάθεια της να διερμηνεύσει τη ζωή. Η Ηλέκτρα προβάλλει την επιθυμία εκείνων που καθοδηγούν τη ζωή του και η φωνή της έχει τη σκληρότητα του καθήκοντος, την απολυτότητα της ιδέας. 0 Ρίτσος, σε μια εποχή ιδεολογικά κινητική (το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1966) καταθέτει ποιητικά μια παρακαταθήκη αμφιβολίας, ενός αδιόρα­του -και αδιανόητου για την εποχή εκείνη- διλήμματος στην πολιτική στράτευση της Τέχνης. Αφήνει τον ποιητικό του ήρωα να παρασύρεται στην αμφισβήτηση του χρέους του, για να παρασύρει κι εκείνος με τη σειρά του τον ποιητή στο να αρθρώσει -να ψελλίσει καλύτερα- δύο λέξεις που ως αντανάκλαση δίνουν την εντύπωση αμφιβολίας. Και ήταν, τότε, ακόμη νέος. Κι η ζωή τον καλούσε ηδονικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου