Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλία που διαβάσαμε το 2012



Ο παλιός ο χρόνος από απόψε θα είναι παρελθόν και θα μιλάμε για αυτόν σε παρατατικό, αόριστο, υπερσυντέλικο: Διάβαζα, διάβασα, είχα διαβάσει. Με νοσταλγία, με βδελυγμία, με αποτροπή; Ο καιρός θα δείξει. Σήμερα ασχολούμαι με το συμμάζεμα των βιβλίων της χρονιάς και τον ανάλογο απολογισμό. Φωτογραφίζω όσα διάλεξα να διαβάσω και σκέφτομαι την αξιολόγησή τους. Τι μ’ άρεσε, τι από αυτά θα ξαναδιαβάσω, τι θα προτείνω στην κόρη και τους φίλους μου. Αποδέχομαι ότι όλα τα βιβλία μάς ωφελούνε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η αναγνωστική απόλαυση είναι μια από τις μεγάλες ηδονές , οπότε οι λάτρεις των αναγνωστικών ηδονών ας σπεύσουμε  στο πλησιέστερο βιβλιοπωλείο ή βιβλιοθήκη. Η παρουσίαση δεν είναι αξιολογική ούτε χρονολογική, αλλά όπως βγαίνουν από το ράφι και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αξίζουν να διαβαστούν.

             Α.  ΠΟΙΗΣΗ
 
1.                  Πτωχοπρόδρομος, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης
2.                  Ρακόπουλος, Φαγιούμ
3.                  Μ.Μέσκος, Μαύρο Δάσος Ι, ΙΙ  ,  Γαβριηλίδης
4.                  Μ.Μέσκος, Λύτρα,  Γαβριηλίδης
5.                  Βασίλης Αμανατίδης, 7: Ποίηση για video games, Νεφέλη
6.                  Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ίμερος, 
7.                  Χριστόφορος Λιοντάκης , Εικόνες που επιμένουν,  Γαβριηλίδης
8.                  Ζέφη Δαράκη, Ερήμωνε,
9.                  Γιάννης Δάλλας, Περίακτος, Τυπωθήτω
10.              Γιώργος Αλισάνογλου, Jesu Christiana.
11.              Δήμητρα Χριστοδούλου, Ο τρόμος ως απειλή, 
12.              Πατίλης Γιάννης, Αποδρομή του αλκοόλ,
13.              Γ. Ευσταθιάδης, Johann Sebastian Bar,
14.              Ντίνος Σιώτης, Εκεί έξω,
15.              Μιχάλης Γκανάς , Αψινθος , εκδ. Μελάνι
16.              Τίτος Πατρίκιος , Σε βρίσκει η ποίηση, Κίχλη
17.              Κοσμόπουλος, Κρούσμα,
18.              Μαρκόπουλος Γιώργος, Κρυφός κυνηγός,
19.              Βερονίκη Δαλακούρα, Καρναβαλιστής, Κέδρος
20.              Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικά 1-50, Γαβριηλίδης
21.              Τάσος Γαλάτης, Κάθοδος, Τυπωθήτω
22.              Τασούλα Καραγεωργίου, Η χελώνα του Κεραμεικού, Γαβριηλίδης
23.              Νικηφόρος Βρεττάκος, Γράμματα εις εαυτόν, Ποταμός
24.              Νικηφόρος Βρεττάκος, Εξομολόγηση στον αναγνώστη, Ποταμός
25.              Μ. Σουλιώτης, Ήλιος,
26.              Μ. Σουλιώτης, Αβγά Μάταια,
27.              Μ. Σουλιώτης, Κύπρον ιν ντιντ,
28.              Μ. Σουλιώτης, Υγρά,
29.              Β. Σιμπόρσκα, Τέλος και αρχή,
30.              Τ.Τρανστρέμερ, Η πένθιμη γόνδολα,
31.              Φ. Πεσσόα, Θαλασσινή ωδή του Αλβάρο ντε Κάμπος,  Νεφέλη

                  Β. ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

1.                   Γιάννης Μακριδάκης,  Το ζουμί του πετεινού ,  Εστία
2.                  Γιάννης Μακριδάκις, Η άλωση της Κωνσταντίας, Εστία
3.                  Ζυράννα Ζατέλη,  Ηδονή στον κρόταφο, Καστανιώτης
4.                   Παναγιώτης Κουσαθανάς, Αξιοσημείωτες συναντήσεις, Ίνδικτος
5.                    Λουκάς Κούσουλας, Και μόνος και μετά πολλών (Γ), Γαβριηλίδης
6.                   Γιώργος Σκαμπαρδώνης,  Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Πατάκης
7.                    Βασιλική Πέτσα, Θυμάμαι,   Πόλις
8.                  Ίσλα Μπόα   Χρήστου Αστερίου,   Πόλις
9.                  Πέτρος Μάρκαρης, Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, Γαβριηλίδης
10.               Νίκη Αναστασέα , Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι, Πόλις
11.               Βασιλική Πέτσα , Όλα τα χαμένα,  Πόλις,  
12.               Γιάννης Παλαβός,  Αστείο ,  Νεφέλη   
13.               Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης, Καστανιώτης
14.               Θ. Βαλτινός, Ανάπλους,  Εστία
15.               Βαγγέλης Ραπτόπουλος,  Η πιο κρυφή πληγή,  Ικαρος
16.               Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, Μεταίχμιο
17.               Γιώργος Συμπάρδης, Υπόσχεση γάμου, Μεταίχμιο
18.                Μαρία Ξυλούρη,  Πώς τελειώνει ο κόσμος, Καλέντης  
19.              Δ. Αλεξίου, Αλάτι Κόκκινο,   Διόπτρα
20.              Χρ. Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις, Πόλις
21.              Α. Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, Καστανιώτης
22.               Κ. Μαργαρίτης, Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών, Ψυχογιός
23.              Θ. Παπαθεοδώρου, Καβαφικοί φόνοι, Ψυχογιός
24.              Δ. Φύσσας,  Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου, Εστία
25.              Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Κόρδης,  Η μπαλλάντα του αβέβαιου εραστή, Λιβάνη
26.               Θ, Κοροβίνη, Ο γύρος του θανάτου, Άγρα
27.              Ιωάννα Καρυστιάνη, Καιρός σκεπτικός, Καστανιώτη
28.              Αργύρης Χιόνης, Περί αγγέλλων και δαιμόνων, Γαβριηλίδης
29.              Σωτήρης Δημητρίου, Η σιωπή του ξερόχορτου,
30.              Β. Κρεμμυδά, Ο θείος από την Αμερική,
31.              Δ. Μίγγας, Πλωτά νησιά, Μεταίχμιο
32.              Δ. Νόλλας, Στον τόπο,
33.              Θ, Κοροβίνη, το Αγγελόκρουσμα, Άγρα
34.              Δ. Πετσετίδης, Εν οίκω, Μεταίχμιο
  
                  Γ. ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΞΕΝΗ

1.                  Φερνάντο Πεσσόα, Ο οδοιπόρος, Νεφέλη
2.                  Φερνάντο Πεσσόα, Υπόθεση Βάργκας, Νεφέλη
3.                  Φερνάντο Πεσσόα, Ο οδοιπόρος, Νεφέλη
4.                  Φερνάντο Πεσσόα,  Η κλεμμένη περγαμηνή , Νεφέλη
5.                  Τζον Χάρβεϊ, Εύκολη λεία, Πόλις
6.                  Σαλάμοφ, Ιστορίες από την Κολιμά, Ίνδικτος
7.                  Βασίλι Γκρόσμαν, Μαντόνα Σιξτίνα και η αιώνια ανάπαυση, Άγρα
8.                  Ρόμπερτ Βάλζερ, Ο περίπατος,
9.                  Ρόμπερτ Βάλζερ, Γιόζεφ φον Γκούντεν,  Ροές
10.              Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Δουβλινιάδα, Καστανιώτης
11.              Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Δόκτωρ Πασαβέντο, Καστανιώτης
12.              Καμίλα Λάγκμπεργκ, Η παγωμένη πριγκίπισσα, Μεταίχμιο
13.              Καμίλα Λάγκμπεργκ, Ο ιεροκήρυκας, Μεταίχμιο
14.              Καμίλα Λάγκμπεργκ, Οικογενειακά μυστικά,  Μεταίχμιο
15.              Georges Simenon, Το χιόνι ήταν βρόμικο, Άγρα
16.              Georges Simenon,  Η φυγή του κυρίου Μοντ, Άγρα
17.              Καμιλλέρρι-Λουκαρέλλι, Σιωπή, Πατάκης
18.              Pierre Assouline, οι προσκεκλημένοι, Πόλις
19.              Henning Mankell , O άνθρωπος από το Πεκίνο , Ψυχογιός
20.              Ίαν Ράνκιν, Η δικαίωση του αίματος,
21.              Elmore Leonard,  Ο καπάτσος,
22.              Έτγκαρ Κερέτ, Το κορίτσι στο ψυγείο, Καστανιώτης
23.              Ζαν-Μισέλ Γκενασιά ,  Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων,  Πόλις
24.              Γκούναρ Στόλεσεν, Τα μαύρα πρόβατα, εκδόσεις Πόλις
25.              Charles Maturin, Μέλμοθ ο περιπλανώμενος, Gutenberg
26.              Τζον Ίρβινγκ, Χήρα για ένα χρόνο, Μελάνι
27.              Dominique Manotti & DOA , Η εντιμότατη εταιρεία ,  Πόλις
28.              Σεμπάστιαν Μπάρυ, Εις γην Χαναάν, Καστανιώτης
29.              Αντρέα Καμιλλέρι, Ο χορός του γλάρου, Πατάκης
30.              Έλμερ Μεντόζα, Ασημένιες σφαίρες,
31.              Γιόζεφ Ροτ, 1000 και δυο νύχτες,
32.              Γιόζεφ Ροτ, Ο θρύλος του Αγίου Πότη, Άγρα

33.              Μο Γιαν, Οι μπαλάντες του σκόρδου,  Καστανιώτης
34.              Τζον Θεορίν, Αντίλαλοι νεκρών,
35.              Π. Ντ. Τζέιμς, Μια άψογη δολοφονία,
36.              Χένρι Τζέιμς, Η εικόνα στο χαλί,
37.              Χένρι Τζέιμς, Το μάθημα του δασκάλου,
38.              Ντοστογιέφσκι, Ένα γλυκό κορίτσι,
39.              Τζίλιαν Φλιν, Αιχμηρά αντικείμενα,  
40.              Χαρούκι Μουρακάμι, 1Q84, Ψυχογιός,  τόμοι 2  
41.              Χαρούκι Μουρακάμι, Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για τρέξιμο, Ωκεανίδα  
42.              Ντον ΝτεΛίλλο , Σημείο Ωμέγα,  Εστία
43.              2666, Ρομπέρτο Μπολάνιο,  Άγρα
44.              Τζούλιαν Μπαρνς,  Ένα κάποιο τέλος,  Μεταίχμιο
45.              Τζούλιαν Μπαρνς,  Ιστορία του κόσμου σε 10½ κεφάλαια,  Μεταίχμιο
46.               Σκοτ Φιτζέραλντ , Ο μεγάλος Γκάτσμπυ,   Αγρα   
47.              Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Κόσμος,  Νεφέλη
48.              Σταντάλ,  Φεντέρ ή ο πλούσιος σύζυγος , Πόλις
49.              Γκύντερ Γκρας, Γάτα και ποντίκι, Καστανιώτης
50.              Ιταλό Καλβίνο, Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου, Κριτική
51.              Αν Κλιβς, Παγίδα για κοράκια, Κλειδάριθμος
52.              Γκούναρ Στόλεσεν,  Τα μαύρα πρόβατα ,  Πόλις

ΔΟΚΙΜΙΟ- ΜΕΛΕΤΗ

1.      Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ένα νησί, Ίκαρος
2.      Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ο Παπαδιαμάντης του Λορεντζάτου, Ίκαρος
3.      Χάινριχ Βίνκλερ, Βαϊμάρη. Η ανάπηρη δημοκρατία, 1918-1933, Πόλις
4.      Μάριο Βίττι, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος
5.      Β. Κρεμμυδάς, Σύντομη ιστορία του ελληνικού κράτους, Καλλιγράφος
6.      Δημήτρης Τζιόβας, Ο μύθος της γενιάς του ΄30: Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία, Πόλις
7.      Ορέστης Μανούσος, Πάτρικ Λη Φέρμορ, Anoubis
8.      Το Δέντρο,  Η ζωή στη βιβλιοθήκη
9.      Το Δέντρο,   Ερωτικός λόγος, 189-90
10.  Το Δέντρο,   αφιέρωμα στον Θ. Αγγελόπουλο
11.  Poetix, τεύχος 6
12.  J. Chapoutot, Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα, Πόλις

13.  Παπαντωνάκης Γ. και Κωτόπουλος Τρ. , Σκηνικό, χαρακτήρες, πλοκή.   Ίων
14.  Χρύσα Κουράκη  Αφήγηση και λογοτεχνικοί χαρακτήρες  Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα στο  πεζογραφικό έργο της Ζωρζ Σαρή (1969-1995) , Πατάκη
15.  Βαγγέλης Αθανασόπουλος  Οι ιστορίες του κόσμου Τρόποι της γραφής και της   
       ανάγνωσης του   οράματος ,Πατάκη,  2005
16.  Παλιγγίνης, Ο Αλμπέρ Καμύ και η εποχή του, Οδός Πανός
17.  Τζίνα Πολίτη, Δοκίμια για το ιστορικό μυθιστόρημα,
18.  Π. Βουτουρή , Ως εις Καθρέπτην, εκδ. Νεφέλη

Σίγουρα οι επιλογές μου σηκώνουν μεγάλη κουβέντα, όμως ανάμεσά τους θα βρει κι ο πιο δύσκολος αναγνώστης εξαιρετικούς συγγραφείς.  
  Καλή χρονιά και καλά διαβάσματα, συναναγνώστες μου!

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

  Αγάπη και ειρήνη, ψωμί και υγεία, ελπίδα και αδελφοσύνη, δύναμη και αγωνιστικότητα για να αντέξουμε και να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες από όπου κι αν προέρχονται.Τούτες τις μέρες διαβάζω άλλη μια φορά το Σκιαθίτη και παραθέτω ευχόμενος Καλά Χριστούγεννα.
                                           Ζωγραφική του Βασίλη Πέρρου.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ
Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.
Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.
Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.
―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.
―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.
―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:
―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.
―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.
―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;
― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
―  Θέλεις κανένα ζεστό;
―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;
―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.
Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.
Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.
(1887)

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλία στην Τεχνόπολη με 1 ευρώ



Επισκεφτήκαμε χτες το φιλανθρωπικό bazaar βιβλίου που διεξάγει ο ραδιοφωνικός σταθμός Βήμα 99,5   μέχρι την Κυριακή (11:00-21:00) στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων.
 
 




Αγοράσαμε    βιβλία των εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα με ένα ευρώ το καθένα ενισχύοντας έτσι το έργο του Κέντρου Υποδοχής και Αλληλεγγύης.

 

Την προσπάθεια ενίσχυσης του Κέντρου Υποδοχής και Αλληλεγγύης  στηρίξουν    χορωδίες και μουσικά σχήματα   
 
Το πρωινό της Κυριακής πλαισιώνουν τις εκδηλώσεις: η χορωδία του Δήμου Αθηναίων, ο σύλλογος Αρσάκειων – Τοσίτσειων σχολείων που θα τραγουδήσει τα  τραγούδια της Λιλιπούπολης αλλά και η 25μελής παιδική χορωδία Ευμέλεια της Τζίνας Φωτεινοπούλου. Ακολουθούν το κουιντέτο χάλκινων πνευστών Suono, που θα ερμηνεύσει χριστουγεννιάτικες μελωδίες απ’ όλο τον κόσμο και ο συνθέτης και πιανίστας Αντώνης Καρατζίκης, ο οποίος με τις φωνές των Μαρίνας Σάττη και Νίκου Ρουσσάκη, θα μας μεταφέρει σ’ ένα μαγικό ταξίδι με τα ωραιότερα τραγούδια του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το τριήμερο θα κλείσει με τη συμμετοχή της Big Band του Δήμου Αθηναίων.

Τα παιδιά   παίξουν με τεχνητό χιόνι, στη «Χιονισμένη Σφαίρα» που  βρισκότανε στην είσοδο του χώρου. Κάποια στιγμή, βέβαια, ξεφούσκωσε και δεν ξέρω, αν είναι διαθέσιμη την Κυριακή. 
Αξίζει η κυριακάτικη επίσκεψη. Παίρνετε εξαιρετικά βιβλία με 1 ευρώ και ξέρετε ότι τα χρήματα πάνε για καλό σκοπό.


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Πέτρου Μάρκαρη, Ψωμί Παιδεία Ελευθερία



Ψωμί  Παιδεία  Ελευθερία: τίτλος του τρίτου μέρους της «Τριλογίας της Κρίσεως» του Πέτρου Μάρκαρη στις εκδόσεις Γαβριηλίδη με προηγούμενα τα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» και την «Περαίωση». Μυθιστόρημα φρέσκο που, όπως τα προηγούμενα, παρακολουθεί την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα και την κρίση της εποχής. 

    Αυτή τη φορά η οικογένεια του αστυνόμου Χαρίτου γιορτάζει την Πρωτοχρονιά του 2014, ανταλλάσσει τα τελευταία δώρα που αγόρασαν με ευρώ, ενώ η Ελλάδα ξαναγυρίζει στη δραχμή. Με την κυβέρνηση απούσα οι Έλληνες στο Σύνταγμα γλεντάμε την απελπισία μας, όπου πετάνε δέσμες από χαρτάκια-μαϊμού χαρτονομίσματα- ελληνικές δραχμές, ισπανικές πεσέτες, ιταλικές λιρέτες, συμπάσχοντας με τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, που έχουν επιστρέψει στα εθνικά τους νομίσματα, ενώ τους τραβάει η γερμανική τηλεόραση.
Την επόμενη μέρα  παύση πληρωμών, τράπεζες κλειστές, φτώχεια, ανεργία, πεινασμένοι εβδομηντάρηδες με βέργες ψάχνουν τα σκουπίδια και η  οικογένειά του Χαρίτου αναγκάζεται να κάνει αιματηρές οικονομίες, όπως οι περισσότεροι  Έλληνες. Ο ίδιος κάποια στιγμή θα πάψει να χρησιμοποιεί το Σεατάκι του και θα πηγαίνει στη δουλειά με το λεωφορείο, ενώ η γυναίκα του η Αδριανή θα οργανώνει καθημερινά οικογενειακά δείπνα  με σοφές οικονομικές μεθόδους. Η Αθήνα με τους μποτιλιαρισμένους δρόμους και τις συνεχείς διαδηλώσεις, το χάος και οι δυσκολίες προσπέλασης είναι καθημερινές, οι υποδομές ανύπαρκτες. Δυνάμεις της αστυνομίας τίθενται σε επιφυλακή για να προλάβουν κοινωνικές ταραχές, ενώ η  Χρυσή Αυγή δρα περίπου όπως δρούσαν τα τάγματα εφόδου των Ναζί στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, παραπέμποντας μας στην  Τριλογία του Βερολίνου  του Φίλιπ Κερρ. Η κόρη του Χαρίτου η Κατερίνα στήνει  διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό «Ελπίδα» προτρέποντας τους νέους να μείνουν και να αγωνιστούν, οργανώνει μαζί με τους φίλους της γραφεία ευρέσεως εργασίας για νέους, άσυλα για  άστεγους και φροντιστηριακά μαθήματα. Ένας  Γερμανός νέος κερδίζει τις εντυπώσεις της οικογένειας Χαρίτου εκτιμώντας τη μαγειρική τέχνη της οικοδέσποινας, κάνοντας μαθήματα στον υπολογιστή στον αστυνόμο και φροντίζοντας μέσω του διαδικτυακού ραδιοφώνου να εξηγήσει στους συμπατριώτες του την κατάσταση της Ελλάδας.   
Και πού είναι το έγκλημα; Παρακολουθούμε τρεις δολοφονίες πρώην αγωνιστών του Πολυτεχνείου, ενός επιχειρηματία στα ολυμπιακά έργα,  ενός πανεπιστημιακού και ενός συνδικαλιστή με μήνυμα στο κινητό τους το: «Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Ψωμί, παιδεία, ελευθερία.»  Το μήνυμα συμπληρώνεται κατά ένα τρίτο σε κάθε δολοφονία: «Ψωμί δεν έχουμε.- Παιδεία δεν έχουμε.- Ελευθερία είναι για μας η μετανάστευση». Η προσπάθεια να εξιχνιαστούν οι δολοφονίες  αναπτύσσεται μαζί με τον προβληματισμό που εκφράζει και τους περισσότερους Έλληνες  και αναφέρεται στην περίφημη Γενιά του Πολυτεχνείου και τη συμμετοχή της στην άσκηση της εξουσίας: Πώς από τον αντιδικτατορικό αγώνα φτάσαμε στην απογοητευτική σημερινή κατάσταση που η γενιά αυτή είναι στα πράγματα; Πώς όλοι αυτοί από αντιστασιακοί έγιναν επιχειρηματίες αναλαμβάνοντας τα δημόσια έργα, πανεπιστημιακοί διαπλεκόμενοι και συνδικαλιστές που δε δούλεψαν ποτέ τους; Οικονομία, πολιτική και διαπλοκή αλλά και ανθρώπινα πάθη. Η γενιά μεγάλωσε μέσα σε ένα όνειρο που τα έδινε όλα και ξυπνάει τώρα σε έναν εφιάλτη που τα παίρνει όλα.
Ο Χαρίτος μας γοητεύει με το ψάξιμό του στο λεξικό του Δημητράκου, τις ερμηνείες που δίνει σε όρους της αναζήτησής του και την στάση του απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα. Τον φαντάζομαι να βλέπει στη σελίδα 206 του βιβλίου τη λέξη συγράματα με ένα μι(!) και να ανατρέχει στο σχετικό λήμμα του λεξικού.
Ο Πέτρος Μάρκαρης κατάφερε πάλι να μας γοητεύσει με τη γραφή του -έχω γράψει για την Περαίωση εδώ- ξεπερνώντας τα στενά πλαίσια της αστυνομικής λογοτεχνίας. Εύχομαι  καλό διάβασμα στους αναγνώστες.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Κυπριακό τραπέζι μνήμη Μίμη Σουλιώτη


Στην Ελλάδα της ποίησης τα μνημόσυνα γίνονται με ποιητικούς καρπούς ευφρόσυνους που ανασύρονται από συλλογές κήπων διαλεκτών με μυρωδικά άφατης ευωδίας αντιχάρισμα στην ζωή που μας χαρίστηκε. Διάλεξα την τελευταία ποιητική συλλογή του Μίμη Σουλιώτη που μας άφησε πρόωρα, γιατί το καλύτερο μνημόσυνο για έναν ποιητή είναι να διαβάζουμε το έργο του. Δεν τον ήξερα ως πανεπιστημιακό δάσκαλο ούτε ως πρωτοπόρο της δημιουργικής γραφής. Τον διάβαζα περιπαθώς ως αρθρογράφο στο Βήμα, μάζευα τα άρθρα του επιλέγοντας κάποια από αυτά για τη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας και απολάμβανα τις καβαφικές απαγγελίες του στο Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Γλώσσας· μάλιστα κάποιες καβαφικές παρωδίες του είχα ανεβάσει στο ιστολόγιό μου παλιότερα. Σήμερα θα κάνω περιηγητικές αρπαχτές στους στίχους της τελευταίας του συλλογής "Κύπρον, ιν ντηντ", επιλέγοντας  αρχικώς ολόκληρο το ποίημα "ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ". Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Έπηξα από «θάμπη», «χρυσομέλισσες», «πανέμνοστους», 
γάνιασα από «ανθόκρημνα»,
από ανούσιες επιδαψιλεύσεις που ενοχλούν το συναίσθημα
 και το στουπώνουν, ενώ το μόνο σύγχρονο που έχει
                  η Ανθολογία 
είναι οι χρονολογίες γέννησης των ανθολογουμένων:
ανιαροί λεξιθήρες, τζάμπα το ξάκριζα,
ελάχιστα δεν είναι για τον Καιάδα.
 - Θεούλη μου, όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι, 
ας μη ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου, 
όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά,
κάμε ν΄ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα-
φώτισέ με, Θεούλη, κι αν μου μέλλεται να το πάθω 
κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα.
Επιλέγω στίχους από την παραπάνω συλλογή που να σχετίζονται με κυπριακά φαγητά κυρίως ως καρπούς μνήμης. Ελπίζω να μη χαρακτηριστεί ως ανεπίτρεπτη χειρουργική αυθαιρεσία:
.....Περνοδιαβαίνουν οι ποδηλάτες παραφορτωμένοι  με ζαρζαβατικά και χαλούμια εκατέρωθεν, κολοκάσια και πατάτες στην σκάρα κι άλλα καλούδια  που φέρνουν τη χαρά στο σπίτι. Θα φτάσω φορτωμένος χαλούμια, φρούτα και φθαρτά που ξεχειλίζουν απ' τα πλάγια, με τις δεκαπέντε σακούλες ψώνια να φαφλατίζουν σαν απ' τα φυσερά πορτοπαράθυρα χαρμόσυνου ινδικού λεωφορείου.   
Το είπε ιστορικός έκδοτος στες ηδονές διά των αιώνων: αμπελοπούλια σιρ Τζουάν τε Μουντολίφ από τον Κόννο, τ' Ατζιεφάλου, την Λαξιά και το Πυρκίν, και Παραλίμνιο σαβόρο, φλαούνες χειρόμακτρης στοργής, φλογερός παστ'ρμάς με το συνημμένο συρτό του και χλιδανό κρασάτο χοιρομέρι, τσίχλες πρώην πετούμενες τέως ψητές και νυν σπαραγμένες «και εύφρονες ούτοι ευφραντικώς κατέσθιον: εφάαν δηλαδή πολλών λογιών πουλλιά, πετούμενα μιτσιά, και ηυφράνθησαν-αρέσαν τους πολλά», και, μόλις ήρθε η ώρα για πέψη στην παρέα τραβάει κι απασφαλίζει την περόνη μιας άβλαβης «Ντάιετ».
Η κόρη στο έμπα του 21ου αιώνα, φραππεδιάζεται ή φραπουτσινιάζεται μα μόλις αρχίσει να λαλεί ξεχύνονται τα παρατεταμένα κάππα, τα διπλο-λάμβδα και τα παρεστιγμένα ταυ της Νήσου, τα διάπλατα και τα κεκλεισμένα άλφα, κάτι δύσκολα χωστά έψιλον στο φτερό, η γοητευτική προσωδία της κλειστής αγροτικής οικονομίας-χείλη που όπως λαλούν εσένα να σου 'ρχεται να μπεις. 
Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην εμφάνιση και στην ομιλία, ανάμεσα στον καταναλωτικό καπιταλισμό από τη μία και στον στοματικό προκαπιταλισμό από την άλλη εξηγείται, ότι ο καπιταλισμός εμπεριέχει τον προκαπιταλισμό του αφού και οι Αγγλογάλλοι διατηρούν πλούσια προσωδία και οι Γενοβέζοι και οι Κοζανίτες και οι Βενετσιάνοι, καθώς και τις παλιές μυστικές συνταγές μαγειρικής, η Αρχή της Αδρανείας διατηρείται ισχυρή.
«Αφκά οφτά από κότες αλανιάρες και πετεινόν αράθυμον- Έλα, και πετεινόν γκέι!»
κι ελίτσες, τοματούλες και πράσινες στενόμακρες τουρσί, ζεστή ταχινόπιτα για χάπι-εντ
στο τροχήλατο μαγαζάκι του, τσιμπολογούσαμε στα όρθια κι έβγαινε μια νοστιμιά
σαν έρωτας σηκωτός στις μύτες με μέλλουσα Κύπρια για την ώρα Ουκρανή·
 Όσο και να 'τρωγες ουάν πάουντ και μας ξαναγέμιζε με ζιβανία μόλις αδειάζαμε
για να το φχαριστηθεί που ευχαριστιόμασταν ο μάγος του μεταμεσονυχτίου σέρβις.
 ….και ζυμώνεις τα σπιτικά μελομακάρονα λιγνή, με τους οικείους σου, στα Νοτιο-Ανατολικά μέρη. Και, καλά εσύ, ας νιώσεις μαζί μου το γλυκό κραχ της θλίψης που μας πρέπει, μα για τον αναγνώστη των δικών μας μέιλ, δεν θ' αρκεί'
Ισαμαρέλλα, έτσι παστώνονται οι λέξεις μες στην ποίηση: το συναίσθημα ψήνεται στον ήλιο, το σαλιώνουν καμήλες, μύγες, ουρανοί της Λάρνακας (η πόλη έχει τρεις ουρανούς: έναν στα ύψη, έναν χαμηλά, και τρίτον τον ανίδωτο) και ενσωματώνει την ανθεκτική ουσία που το κάμνει δοτικό και σε τρίτους- να μασουλήσουν κι εκείνοι από τα κομματάκια της, να την σχίζουν με τα δόντια και να την πιπίλιζουν στο δικό τους σάλιο παλίμψηστη, όπως οι παλιοί βοσκοί της Νήσου.
  …. μα δεν το έχουν πληροφορηθεί μια παρέα φοιτητές της φιλολογίας-αχάπαροι, παραγγέλλουν με γέλια και φωνές Έναν φραππέ με τρία ζάχαρη.
- Ή φρεντουτσίνο, που το αποστραγγίζουν ήδη, αραχτοί μες στην γλυκιά λευκωσιάτικη λιακάδα, χωρίς να έχουν διαβάσει μήτε την «Ανεράδα» μήτε το «Μίζαρον» του Χαραλαμπίδη.

Καταθέτω ολόκληρο και το τελευταίο ποίημα της περιηγητικής αρπαχτής που πολύ μ΄ αρέσει:

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ
Οπως λέμε ότι στον έρωτα το φιλί είναι το παν,
ή το χάδι, το αίσθημα, το γλωσσίδι, η διαπίδυση,
έτσι και στην γλυκιά χώρα της Θεάς
όχι το βαθύ φιλί μήτε το νυχάτο χάδι με ό,τι καλύτερο
παρά η μιλιά και το άκουσμα είναι το παν,
το τί κάμνει με τα φωνήεντα και με τα σύμφωνα
η μουσική φόρμα της Νήσου, και πώς τα ομορφαίνει,
πώς τα φλοισβίζει, τα κυματίζει, τα γλύφει,
τα ταχταρίζει μέσα της και τα ξεπροβοδίζει.

 Να διαβάζουμε τα ποιήματά του, είναι εξαιρετικά! Καλή του ανάπαυση.