Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Τζούλιαν Μπαρνς Ένα κάποιο τέλος



 Ο Τζούλιαν Μπαρνς κέρδισε φέτος το βραβείο Man Booker 2011 με το μυθιστόρημα του «Ένα κάποιο τέλος» που όπως αναφέρεται στο συνοδευτικό  κείμενο της βράβευσης, "έχει όλα τα φόντα για να γίνει έργο αναφοράς στην αγγλική λογοτεχνία”. Μεταφρασμένο από τον Θωμά Σκάσση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και σίγουρα θα ενθουσιάσει τους αναγνώστες του «Παπαγάλου του Φλωμπέρ» αφού είναι  το καλύτερό  βιβλίο του Μπαρνς!
 Έξοχο ύφος, λεπτοδουλεμένη πλοκή, παιχνιδιάρικο και μελαγχολικό, με σπουδαίες σελίδες για τη φιλία και τον έρωτα το χρόνο και το θάνατο.
Η πρόσφατη απώλεια της γυναίκας του έχει κάνει τον Μπαρνς να εμβαθύνει στο θέμα του θανάτου, -κάτι που το είδαμε και στα δύο  προηγούμενα βιβλία του- στο θέμα της μνήμης, των γηρατειών και των αναμνήσεων. Ρυθμοί γοργοί σαν το χρόνο που αμείλικτος διαβαίνει.  
 ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ:
 Τέσσερις φίλοι: ο Κόλιν, ο Άλεξ, ο Τόνι και ο 'Ειντριαν, στις αρχές της δεκαετίας του '60. Σεξουαλικά καταπιεσμένοι, παθιασμένοι μετά βιβλία και τις ιδέες, περνούν την ερωτικά άνυδρη, άχαρη εφηβεία τους ανταλλάσσοντας αστεία, κάνοντας πλάκες, παραβγαίνοντας σε εξυπνακισμούς. Ο 'Ειντριαν ωστόσο διαφέρει: είναι ίσως λίγο πιο σοβαρός, πιο ώριμος από τους άλλους. Όταν η ζωή του θα πάρει την τραγική, τελική της στροφή, οι φίλοι θα σκορπίσουν, θα συνεχίσουν και θα προσπαθήσουν να ξεχάσουν. Όμως το παρελθόν συχνά επιστρέφει, ζητώντας εξηγήσεις από το παρόν. Ο Τόνι, εξηντάρης πια, απολαμβάνει ήρεμα τις μικροχαρές της μοναχικής του καθημερινότητας, όταν ξαφνικά το αναπάντεχο κληροδότημα από ένα λησμονημένο πρόσωπο ανατρέπει τα πάντα. Προσπαθώντας να εξηγήσει το «γιατί» αυτής της διαθήκης, ο Τόνι έρχεται αντιμέτωπος με συνταρακτικές αλήθειες για τον ίδιο και για το παρελθόν του. Ένα ακριβές, διεισδυτικό, αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα για τις ατέλειες και τις σκοτεινές κόγχες της μνήμης, για τις αυταπάτες μας, για τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, από έναν σπουδαίο συγγραφέα στο αποκορύφωμα της ωριμότητας του.


Διάλεξα παρακάτω λίγες παραγράφους από το βιβλίο ειδικά αυτές που διαδραματίζονται μέσα στο σχολείο, αν και δεν φτάνουν για να απολαύσει κανείς το υπέροχο αυτό βιβλίο που ρουφιέται σε ένα απόγευμα (210 σελίδες).

   Ζούμε εντός του χρόνου -αυτός μας κρατάει και μας πλά­θει-, εγώ όμως δεν ένιωσα ποτέ να τον κατανοώ πλήρως. Και δεν αναφέρομαι στις θεωρίες για το πώς κάμπτεται και αναδιπλώνεται ή πώς μπορεί να υπάρχουν κι αλλού παράλ­ληλες εκδοχές του. Όχι, εννοώ τον συνηθισμένο καθημε­ρινό χρόνο, για τον οποίο τα ρολόγια του τοίχου και του χεριού μάς διαβεβαιώνουν ότι κυλά με σταθερό ρυθμό: τικ-τακ, κλικ-κλοκ. Υπάρχει άραγε τίποτε πιο αξιόπιστο από τον λεπτοδείκτη; Κι όμως, αρκεί η παραμικρή χαρά ή πόνος για να μας διδάξουν πόσο εύπλαστος είναι ο χρόνος. Κάποιες συγκινήσεις τον επιταχύνουν, άλλες τον επιβρα­δύνουν και καμιά φορά μοιάζει σαν να έχει χαθεί εντελώς - μέχρι να έρθει τελικά η ώρα που όντως χάνεται οριστικά και δεν επιστρέφει ποτέ. Δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για τα μαθητικά μου χρόνια και δεν αισθάνομαι καμία νοσταλ­γία γι' αυτά, καθώς όμως το σχολείο είναι το μέρος όπου άρχισαν όλα, είμαι υποχρεωμένος να ανατρέξω επιτροχά­δην σε μερικά περιστατικά που με τον καιρό απέκτησαν ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, σε μερικές θολές αναμνήσεις που ο χρόνος παραμόρφωσε, μετατρέποντας τες σε βεβαιό­τητα. Αφού δεν μπορώ πια να είμαι βέβαιος για τα πραγμα­τικά γεγονότα, ας μείνω πιστός στην εντύπωση που άφη­σαν τα συμβάντα αυτά. Είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω………

Ο Έιντριαν αφέθηκε να απορροφηθεί από την παρέα μας, χωρίς να ομολογεί ότι ήταν κάτι το οποίο επιδίωκε. Και μπορεί όντως να μην το επιδίωκε. Ούτε άλλαξε απόψεις προκειμένου να ταιριάζουν με τις δικές μας. Στη διάρκεια της πρωινής προσευχής, τον άκουγες να προφέρει τα λόγια, ενώ ο Άλεξ κι εγώ κουνούσαμε απλώς τα χείλη μας, μιμούμενοι τις λέξεις, και ο Κόλιν προτιμούσε ένα σατιρικό τερτίπι, να μουγκρίζει σαν ενθουσιώδης ζηλωτής. Εμείς οι τρεις θεωρούσαμε τις αθλητικές δραστηριότητες κρυπτο-φασιστικό σχέδιο του σχολείου για να καταστέλλει τις σεξουαλικές ορμές μας - ο Έιντριαν μπήκε στην ομάδα της ξιφασκίας και έκανε άλμα εις ύψος. Εμείς ήμασταν επιθε­τικά άμουσοι - εκείνος έφερνε μαζί του στο σχολείο το κλα­ρινέτο του. Εκεί που ο Κόλιν κατήγγειλε τον θεσμό της οικογένειας, εγώ κορόιδευα το πολιτικό σύστημα και ο Άλεξ προέβαλλε φιλοσοφικές αντιρρήσεις για την αισθητή φύση της πραγματικότητας, ο Έιντριαν κρατούσε τις από­ψεις του για τον εαυτό του - τουλάχιστον στην αρχή. Έδινε την εντύπωση ότι πίστευε σε διάφορα πράγματα. Κι εμείς το ίδιο· μόνο που θέλαμε να πιστεύουμε σε κάτι δικό μας, παρά σε ό,τι είχαν αποφασίσει άλλοι για λογαριασμό μας. Εξού και θεωρούσαμε ότι μας χαρακτήριζε καθαρτήριος σκεπτικισμός……….


Ένα απόγευμα, ο γερο-Τζο Χαντ, λες και απαντούσε στην προηγούμενη πρόκληση του 'Ειντριαν, μας ζήτησε να επιχει­ρηματολογήσουμε για τα αίτια του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου και ειδικά για την ευθύνη που είχε ο δολοφόνος του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου για την έναρξη της όλης υπόθεσης. Εκείνα τα χρόνια οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν οπαδοί του απόλυτου. Μας άρεσε να αντιπαραθέ­τουμε το Ναι στο Όχι, τον Έπαινο στη Μομφή, την Ενοχή στην Αθωότητα - ή, όπως στην περίπτωση του Μάρσαλ, τον Αναβρασμό στον Μεγάλο Αναβρασμό. Μας άρεσε το παιχνί­δι που κατέληγε σε νικητή και ηττημένο και όχι σε ισοπαλία. Έτσι, για κάποιους ο Σέρβος πιστολάς, το όνομα του οποίου έχει σβηστεί εδώ και πολύ καιρό από τη μνήμη μου, ήταν εκατό τοις εκατό προσωπικά υπεύθυνος - αν τον αφαιρούσες από την εξίσωση, ο πόλεμος δεν θα είχε γίνει. Κάποιοι άλλοι προτίμησαν να αποδώσουν εκατό τοις εκατό την ευθύνη στις ιστορικές δυνάμεις, που είχαν θέσει τα ανταγωνιζόμενα έθνη σε τροχιά αναπόφευκτης σύγκρουσης: «Η Ευρώπη ήταν πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί» και άλλα παρόμοια. Οι πλέον αναρχίζοντες, όπως ο Κόλιν, ισχυρίστηκαν ότι τα πάντα ανάγονταν στην τύχη, ότι ο κόσμος βρισκόταν σε διαρκές χάος και μόνο κάποιο πρωτόγονο ένστικτο εξιστόρη­σης παραμυθιών, κατάλοιπο ασφαλώς της θρησκείας, μπο­ρούσε να προσδώσει αναδρομικά νόημα σε ό,τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να συμβεί.
Ο Χαντ υποδέχτηκε την απόπειρα του Κόλιν να υπονο­μεύσει τα πάντα με ένα ελαφρό νεύμα του κεφαλιού, λες και η νοσηρή άρνηση ήταν φυσικό υποπροϊόν της εφηβείας, από το οποίο έπρεπε κανείς να απαλλαγεί μεγαλώνοντας. Καθη­γητές και γονείς δεν έπαυαν να μας επαναλαμβάνουν εκνευ­ριστικά ότι κι εκείνοι υπήρξαν κάποτε νέοι, οπότε μιλούσαν μετά λόγου γνώσεως. Μια φάση είναι, επέμεναν, θα σας περάσει μεγαλώνοντας· η ζωή θα σας διδάξει τι εστί πραγμα­τικότητα και ρεαλισμός. Εμείς όμως αρνούμασταν τότε να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξαν κι εκείνοι έστω και στο ελάχιστο σαν κι εμάς, ενώ ξέραμε ότι κατανοούσαμε τη ζωή -και την αλήθεια, την ηθική ή την τέχνη- πολύ καθαρότερα απ' ό,τι οι συμβιβασμένοι μεγαλύτεροί μας.
«Πολύ σιωπηλός είσαι Φιν. Εσύ το ξεκίνησες όλο αυτό. Εσύ είσαι, σαν να λέμε, ο Σέρβος πιστολάς μας». Ο Χαντ έκανε μια παύση για να γίνει αντιληπτός ο υπαινιγμός του. «Μήπως θα ήθελες, λοιπόν, να μας κάνεις κοινωνούς της σκέψης σου;»
«Δεν ξέρω, κύριε».
«Τι δεν ξέρεις;»
«Κατά μία έννοια δεν μπορώ να ξέρω τι είναι αυτό που δεν ξέρω. Αυτό είναι φιλοσοφικά αυταπόδεικτο». Έκανε μια από εκείνες τις σύντομες παύσεις, στη διάρκεια των οποίων αναρωτηθήκαμε ξανά αν επρόκειτο για λεπτή κορο­ϊδία ή άκρα σοβαρότητα που μας ξεπερνούσε. «Από την άλλη όμως, όλη αυτή η ιστορία της απόδοσης ευθυνών δεν είναι μια μορφή υπεκφυγής; Θέλουμε να κατηγορήσουμε ένα άτομο, ώστε να αθωωθούν όλα τα υπόλοιπα. Ή κατηγο­ρούμε μια ιστορική διαδικασία, για να απαλλάξουμε τα άτο­μα. Ή τα πάντα βρίσκονται στο χάος της αναρχίας, οπότε η συνέπεια είναι η ίδια. Εμένα μου φαίνεται ότι υπάρχει –ότι υπήρχε- μεν αλυσίδα ατομικών ευθυνών, που όλες τους συντέλεσαν στην έκρηξη του πολέμου, ωστόσο η αλυσίδα αυτή δεν είναι τόσο μακριά ώστε να επιτρέπει στον καθένα απλώς να κατηγορεί όλους τους άλλους. Θα μπορούσε, βεβαίως, η επιθυμία μου να αποδώσω ευθύνες να αποτελεί περισσότερο αντανάκλαση της δικής μου νοοτροπίας, παρά αμερόληπτη ανάλυση του τι συνέβη. Αυτό δεν είναι, άλλω­στε, κι ένα από τα κεντρικά ζητήματα της Ιστορίας, κύριε; Το ζήτημα της υποκειμενικής και της αντικειμενικής ερμη­νείας, το γεγονός ότι έχουμε ανάγκη την Ιστορία που γρά­φει ο ιστορικός προκειμένου να κατανοήσουμε την εκδοχή που κατατίθεται ενώπιον μας».
Έπεσε σιωπή. Όχι, ο Έιντριαν δεν έκανε πλάκα, ούτε κατά διάνοια……..


Απ' όσα είχαμε διαβάσει στη μεγάλη λογοτεχνία, ξέραμε ότι ο Έρωτας συνεπάγεται Πόνο, αλλά θα είχαμε ευχαρίστως δοκιμάσει λίγο Πόνο αν υπήρχε η σιωπη­ρή, ή έστω απλώς λογική, υπόσχεση ότι ο Έρωτας μπορεί και να βρισκόταν καθ' οδόν.
Να κι ένας άλλος φόβος μας: μήπως αποδεικνυόταν ότι η ζωή δεν ήταν όπως την περιγράφει η Λογοτεχνία. Παράδειγ­μα οι γονείς μας· είχαν άραγε τη στόφα λογοτεχνικών ηρώων; Στην καλύτερη περίπτωση οι φιλοδοξίες τους μπορεί να έφταναν μέχρι τη θέση του θεατή ή του παρατυχόντα, αδιά­φορο κομμάτι του κοινωνικού σκηνικού μπροστά από το οποίο συνέβαιναν τα πραγματικά, τα αληθινά, τα σημαντικά γεγονότα. Ποια ήταν αυτά; Όλα εκείνα για τα οποία μιλούσε η Λογοτεχνία: ο έρωτας, το σεξ, η ηθική, η φιλία, η ευτυχία, ο πόνος, η προδοσία, η μοιχεία, το καλό και το κακό, οι ήρωες και τα αχρεία υποκείμενα, η ενοχή και η αθωότητα, η φιλοδο­ξία, η εξουσία, η δικαιοσύνη, η επανάσταση, ο πόλεμος, οι πατέρες και οι γιοι, οι μανάδες και οι κόρες, το άτομο σε αντιπαράθεση με την κοινωνία, η επιτυχία και η αποτυχία, ο φόνος, η αυτοκτονία, ο θάνατος και ο Θεός. Και οι κουκου­βάγιες. Υπήρχαν ασφαλώς και άλλα είδη λογοτεχνίας-η θεω­ρητική, η αυτοαναφορική και η δακρύβρεχτα αυτοβιογραφι­κή-, αυτά όμως ήταν απλώς άσφαιρες μαλακίες. Η πραγμα­τική λογοτεχνία μιλούσε για την αλήθεια, είτε ψυχική, είτε συναισθηματική, είτε κοινωνική ήταν αυτή, όπως προέκυ­πτε από τις πράξεις και τις σκέψεις των πρωταγωνιστών της· το μυθιστόρημα αφορούσε τον ανθρώπινο χαρακτήρα, όπως αυτός εξελίσσεται μέσα στον χρόνο…….. 


Στο τελευταίο μάθημα Ιστορίας της χρονιάς, ο γερο-Τζο Χαντ, που είχε οδηγήσει τους μισοκοιμισμένους μαθητές του από τους Τιδόρ και τους Στιούαρτ, στους Βικτοριανούς και τους Εδουαρδιανούς και στην Άνοδο και τη μετέπειτα Πτώση της Αυτοκρατορίας, μας ζήτησε να κάνουμε μια αναδρομή σε όλους αυτούς τους αιώνες και να προσπαθήσουμε να βγά­λουμε συμπεράσματα.
«Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με τη φαινομενικά απλή ερώτηση: τι είναι η Ιστορία; Τι λες εσύ, Γουέμπστερ;»
«Ιστορία είναι τα ψέματα των νικητών» απάντησα μάλλον υπερβολικά βιαστικά.
«Ναι, το φοβόμουν ότι αυτό θα έλεγες. Εντάξει, αρκεί να έχεις κατά νου ότι είναι επίσης και οι αυταπάτες των ηττημέ­νων. Σίμπσον;»
Ο Κόλιν ήταν καλύτερα προετοιμασμένος απ' ό,τι εγώ. «Η Ιστορία είναι ένα άψητο σάντουιτς με κρεμμύδι, κύριε».
«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί επαναλαμβάνεται, κύριε. Σαν ρέψιμο. Το είδαμε ξανά και ξανά τούτη τη χρονιά. Πάντα η ίδια ιστορία, η ίδια ταλάντωση ανάμεσα στην τυραννία και την εξέγερση, στον πόλεμο και στην ειρήνη, στην ευημερία και την ένδεια».
«Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως πολλά όλα αυτά για να χωρέσουν σ' ένα σάντουιτς;»
Γελάσαμε πολύ περισσότερο απ' όσο απαιτούσε η περίστα­ση, μ' εκείνη την υστερία του τέλους της σχολικής χρονιάς.
«Φιν;»
«Ιστορία είναι η βεβαιότητα που δημιουργείται στο σημείο όπου οι ατέλειες της μνήμης συναντούν τις ανεπάρκειες της τεκμηρίωσης».
«Ώστε έτσι; Πού το βρήκες αυτό;»
«Το είπε ο Λαγκράνζ, κύριε. Ο Πατρίκ Λαγκράνζ· ένας Γάλλος».
«Ναι, το φαντάζομαι. Θα ήθελες να μας δώσεις ένα παρά­δειγμα;»
«Η αυτοκτονία του Ρόμπσον, κύριε».
Πολλοί πήραν βαθιά ανάσα, πράγμα που έγινε αισθητό, ενώ μερικά κεφάλια στράφηκαν ασυλλόγιστα προς το μέρος του. Ωστόσο ο Χαντ, όπως έκαναν και οι άλλοι καθηγητές, επιφύλασσε ειδική μεταχείριση στον'Ειντριαν. Όταν οι υπό­λοιποι από εμάς προσπαθούσαμε να προκαλέσουμε, αυτό αγνοούνταν σαν παιδιάστικος κυνισμός - κάτι ακόμη από το οποίο θα απαλλασσόμασταν μεγαλώνοντας. Οι προκλήσεις όμως εκ μέρους του Έιντριαν ήταν κατά κάποιο τρόπο ευπρόσδεκτες σαν αδέξιες αναζητήσεις της αλήθειας…….


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ - ΕΝΟΤΗΤΑ 30η

30.   Hic vero, iudices, et fuit in Asia et viro fortissimo, patri suo, magno adiumento in periculis, solacio in laboribus, gratulationi in victoria fuit. Et si habet Asia suspicionem quandam luxuriae, Murenam laudare debemus, quod Asiam vidit sed in Asia continenter vixit. Quam ob rem accusatores non Asiae nomen Murenae obiecerunt, ex qua laus familiae, memoria generi, honos et gloria nomini constituta est, sed aliquod flagitium ac dedecus aut in Asia susceptum aut ex Asia deportatum. Meruisse vero stipendia in eo bello virtutis fuit; patre imperatore libentissime meruisse pietatis fuit; finem stipendiorum patris victoriam ac triumphum fuisse felicitatis fuit.

 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1.                  Την ίδια πτώση άλλο αριθμό:
 viro fortissimo, 
patri suo, 
magno adiumento
suspicionem quandam, 
eo bello

2. Να γράψετε τον τύπο που ζητάμε:
iudices                           κλητική ενικού
periculis                          ονομαστική πληθυντικού
solacio                             ονομαστική ενικού
laboribus                        κλητική ενικού
gratulationi                    ονομαστική ενικού
laus                                 δοτική ενικού
generi                             αιτιατική πληθυντικού
nomini                            ονομαστική πληθυντικού
flagitium                          γενική ενικού
dedecus                            κλητική ενικού
stipendia                          αιτιατική ενικού
finem                                ονομαστική ενικού
pietatis                              αφαιρετική ενικού
triumphum                      ονομαστική πληθυντικού

3. Να γράψετε τους άλλους βαθμούς των τύπων :
fortissimo                                                                    
magno
continenter                                                                    
libentissime
4.  Να γράψετε τον τύπο που ζητάμε:
fuit                      γ ενικό, β πληθυντικό  προστακτικής μέλλοντα
habet                          β πληθυντικό υποτακτικής υπερσυντελίκου
laudare                       απαρέμφατο μέλλοντα
vidit                            γενική γερουνδίου
vixit                            γ πληθυντικό υποτακτικής παρατατικού
obiecerunt                  β ενικό υποτακτικής παρατατικού
debemus                        α πληθυντικό  υποτακτικής ενεστώτα
susceptum                     β ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής
Meruisse                        α πληθυντικό οριστικής μέλλοντα
constituta est                 απαρέμφατο παρακειμένου ενεργητικής φωνής
5. Ο υποθετικός λόγος στα άλλα είδη:
si habet Asia suspicionem quandam luxuriae, Murenam laudare debemus.
6. Να δηλωθεί ο προσδιορισμός με δυο άλλους τρόπους:    ob quam rem

7.  Να μεταφερθεί στην άλλη φωνή:       
Murenam laudare debemus,/ 
quod Asiam vidit,/
Quam ob rem accusatores non Asiae nomen Murenae obiecerunt.

8. Να αναλυθεί σε δευτερεύουσα πρόταση:   
 patre imperatore 

9. Να αναγνωριστούν συντακτικά:  
viro                                                                              patri
adiumento                                                             gratulationi
luxuriae                                                                  Murenam
Quam                                                                            Asiae
familiae                                                                      dedecus
Meruisse                                                                    virtutis
stipendiorum                                                                fuisse

 10. «si habet Asia suspicionem quandam luxuriae, Murenam laudare debemus, quod Asiam vidit sed in Asia continenter vixit.»   
Να αποδοθεί στον πλάγιο λόγο με εξάρτηση:    Romani dicunt/ dixerunt  
       
11. Et si habet Asia suspicionem quandam luxuriae, Murenam laudare debemus, quod Asiam vidit sed in Asia continenter vixit. Να αναγνωρίσετε όλες τις προτάσεις του παραπάνω αποσπάσματος (μονάδες 2), να αιτιολογήσετε την έγκλιση των δευτερευουσών προτάσεων (μονάδες 3) και να χαρακτηρίσετε τον υποθετικό λόγο (μονάδες 2). 

12.  Murenam laudare debemus: Να αντικαταστήσετε το debeo + απαρέμφατο με τον αντίστοιχο τύπο της παθητικής περιφραστικής συζυγίας. Να δηλώσετε το ποιητικό αίτιο

13. Να γίνουν μετοχικές: 
si habet Asia suspicionem quandam luxuriae/ 
 quod Asiam vidit   

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Τίτος Πατρίκιος Συγκατοίκηση με το παρόν

«Μας αρέσει - δεν µας αρέσει, είμαστε αναγκασμένοι να συγκατοικούμε µε το παρόν, γιατί μόνον έτσι μπορούμε να δούμε πού βρισκόμαστε και ενδεχομένως να χαράξουμε, έστω αμυδρά, έναν δρόμο για το πού θα πάμε. Έχω την αίσθηση ότι η ανάκληση του παρελθόντος γίνεται πια όχι για να το επισκοπήσουμε κριτικά αλλά για να το νοσταλγήσουμε και κατά έναν φαντασιακό τρόπο να επιστρέψουμε στο παρελθόν.»
                        


 Ο ποιητής στην τελευταία του ποιητική συλλογή (Συγκατοίκηση με το παρόν, εκδ. Κέδρος) επιστρέφει πράγματι στο παρελθόν και, αν ξεκινήσει κανείς την ανάγνωση από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο "Το σπίτι" θα ταξιδέψει μαζί με τον ποιητή στο χώρο και στο χρόνο. Εποπτεύοντας την Αθήνα χτίζει ένα σπίτι πιο μεγάλο, από... λόγια, όσο κι αν τα πολλά λόγια δεν χρειάζονται στην ποίηση. Ξαναζούμε συναγερμούς, καταφύγιο, βομβαρδισμό του Πειραιά από τα στούκας, φάλαγγες Γερμανών να μπαίνουν στην Αθήνα, φαντάρους να γυρίζουν από το μέτωπο, χειμώνα  του 41, λιμός, νεκροί, ξεκλήρισμα Εβραίων...
"Τα σπίτια αν δεν γκρεμιστούν από βομβαρδισμό
 αν δεν καούν, δεν πέσουν από σεισμό
κρατάνε περισσότερο από τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι αν δεν σκοτωθούνε στους πολέμους
αν δεν φύγουν πρόωρα από δυστύχημα ή αρρώστια
ζούνε περισσότερες ζωές από τα σπίτια.
Όμως τα σπίτια όσο κι αν κρατήσουν
μένουν βουβά αν δεν υπάρχουν επιζώντες
για να μαρτυρήσουν".
Το σπίτι που ο ποιητής μεγάλωσε αποκαλύπτει τους πρώτους του έρωτες, την απόλαυση της ανάγνωσης  και την αγωνία  της γραφής, τά συνθήματα στους τοίχους στην Κατοχή, την Απελευθέρωση , τον Εμφύλιο. Ανακαλεί την προσπάθεια να εγκαταλείψει την ποίηση, μιας και τα ποιήματα είναι εξαγγελίες θανάτου· ( ας θυμηθούμε το ποίημα Ελευσίς του Εγγονόπουλου με το οποίο συνομιλεί.)  Κρύβει παράνομο υλικό στο σπίτι, όπλα, ανεβαίνει στο βουνό, το σπίτι αλλάζει, ραγδαίες εξελίξεις αλλάζουν τα πάντα απροειδοποίητα. Το σπίτι λεηλατημένο, κατειλημμένο, βάσανα και καταδίωξη αριστερών, Μακρόνησος, εκλογές,κυνηγητό από συντρόφους και ο ποιητής σχεδιάζει βιβλία, αγωνίζεται για το μέλλον, την Επανάσταση και την Ποίηση, ταλαντεύεται για καιρό ανάμεσα στη λογοκρατούμενη πίστη και στην αδιακήρυχτη αμφιβολία, αντιμετωπίζει την αχαλίνωτη λογοκρατούμενη πολιτικά ελεγχόμενη τρέλα:
"Είναι δυνατόν να πίστευα
ή και τώρα ακόμα να πιστεύω
πως είχα πάντα δίκιο;" 
Αδειάζουν το σπίτι, καταφεύγει στο Παρίσι για να λευτερωθεί μονάχος, να αυτοελευθερωθεί, να πλησιάζει τους άλλους, να τους ακούει, να τους αγγίζει δίχως να θέτει εκ των προτέρων όρους. Και γράφει σαν να μην είχε ξαναγράψει για αυτά ποτέ.
"ΣΤΑ ΔΑΣΗ " αφουγκράζεται το βηματισμό της Ιστορίας, σχεδιάζει μαζί με συναγωνιστές και φίλους  πράγματα ουτοπικά για την ευτυχία, που κι αν ακόμη έλθει είναι διαφορετική από αυτήν που ονειρευόμαστε. Τα δάση καίγονται, χάνονται οι σύντροφοι κι οι φίλοι με τις απρόβλεπτες παγωνιές αλλάζουν δρόμους και προορισμούς.
"μένουμε ελπίζοντας στη φυσική αναδάσωση
δίχως παρεμβάσεις ειδικευμένων σωματείων
ελπίζοντας στην αναβλάστηση αυθόρμητης φιλίας
δίχως σωτήριες πεποιθήσεις, σκοπούς που εξαγιάζουν"
 Ο νοών νοείτω και προσοχή γιατί
συχνά παίζει παιχνίδια ο θάνατος
κυκλοφορεί ανάμεσά μας μεταμφιεσμένος  ( Η άγνοια και οι αγνοούμενοι).
Τα παιδικά μας χρόνια απομακρύνονται, γίνονται ανάμνηση θαμπή κι ο ποιητής ψάχνει αυτό που τον είχε ορίσει στα περασμένα χρόνια. Όνειρα πολιτικά νικήθηκαν κι ο ποιητής φυτεύει μιαν ελιά (Ελλάδα;), περιμένει καρπούς, παρακολουθεί τις εξελίξεις, νοιάζεται για την τύχη της, αγωνιά, αν θα προφτάσει να καρποφορήσει. 
Ο ποιητής ταξιδεύει μαζί με τους στίχους του και "στο λεωφορείο" της Μπολόνια συνομιλεί με εισπράχτορα για τις προοπτικές του κόσμου. Αυτό ακριβώς το ποίημα επέλεξαν να αναρτήσουν οι Ιταλοί στις στάσεις  των λεωφορείων της παραπάνω πόλης.
Περιμένει την άλλη μέρα, αισιόδοξος, δείχνει το τέλος πιο κοντά απ' ό, τι λέγουν οι προβλέψεις. Μισεί το τίποτα, και τον θάνατο που δεν ξορκίζεται με τίποτα. Κατεβαίνει τη σκάλα του καιρού και παίρνει κουράγιο βλέποντας πως η σκάλα είναι διπλή και άλλοι ανεβαίνουν. Τρομάζει στον καθρέφτη που τον δείχνει άλλοτε με ένα πρόσωπο διαρκώς το ίδιο χωρίς να το θέλει κι άλλοτε με ένα πρόσωπο διαφορετικό βαθιά κι ανεπιθύμητα αλλαγμένο. Στις παλιές φωτογραφίες ανακαλύπτει πως το μέλλον δεσμεύει περισσότερο κι από το παρελθόν. Με καθυστέρηση εξάλλου μαθαίνουμε τα όσα συμβαίνουν μέσα του παρά τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Ο φόβος για τους ανθρώπους της εξουσίας είναι υπαρκτός, μιας και μόλις αυτοί ευπρεπιστούν και  καλυφθούν, γίνονται επικίνδυνοι. Υπάρχει, διαπιστώνει, ο κίνδυνος να κατρακυλήσει στο γελοίο, αν κινείται με υπερβάλλουσα ζωηράδα παριστάνοντας το νεανία  αλλά και, αν παραμείνει ακίνητος, τότε κινδυνεύει να τον καταπιεί η απελπισία. Κουβεντιάζει με τον Αρχίλοχο για τηλεόραση, κυβερνητική και τεχνολογία και δέχεται συμβουλές από τον Πίνδαρο να μην επιδιώξει να γίνει ο καλύτερος στην ποίηση αλλά να φωτίσει με το δικό του τρόπο κάτι από όσα μας περιβάλλουν. Τα έργα εξάλλου χάνονται, αν ένας στίχος, μια φράση έστω, δεν μένει στη μνήμη ενός άγνωστου αναγνώστη. Προγεύσεις ευτυχίας είναι για μας οι στίχοι του. 
Όλα:  πόλεις, γλώσσα, μουσική, χρόνος έγιναν ένα χάρη σε μια γυναίκα κι αυτός ένας άνθρωπος μέσα στους ανθρώπους. Κι όταν ο Τίτος αποχαιρετά τη Ρένα αναρωτιέται πως γίνεται να μείνει ως την αιωνιότητα ο τελευταίος μας αποχαιρετισμός, όπως στα ανάγλυφα του Κεραμεικού.

Μια πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής με οδήγησαν να κρατήσω αυτές τις σημειώσεις τις οποίες εύκολα ένας πιο μελετηρός αναγνώστης θα απέρριπτε ως ανεπαρκείς και αποσπασματικές. Ας θεωρηθούν απλώς ως μια πρόταση για μελέτη ενός έξοχου ανθρώπου  κι αγαπημένου μας ποιητή. Παραθέτω ως πρόγευση ένα ποίημα από τη συλλογή. Σπεύσατε!
 Η ΤΥΧΗ ΜΙΑΣ ΕΛΙΑΣ


Ἀφοῦ τόσοι πολλοί τό κάνουν
εἶπα κι ἐγώ νά φυτέψω μιάν ἐλιά
σέ γλάστρα μεγάλη στό μπαλκόνι
ψήλωσε τώρα κι ἀνυπομονῶ
δέν ξέρω ἄν θά προλάβω νά τή δῶ
κάποιον καρπό νά δίνει.
Ὁ κόσμος βέβαια θά συνεχίσει νά ὑπάρχει
κι ὅταν θά πάψω νά τόν βλέπω
νά παρακολουθῶ τίς ἐξελίξεις του
νά νοιάζομαι γιά τήν τύχη
ἀκόμα καί μιᾶς μικρῆς ἐλιᾶς.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Γρηγόριος Ξενόπουλος Στέλλα Βιολάντη (απόσπασμα)

 Γρηγόριος Ξενόπουλος  Στέλλα Βιολάντη  (απόσπασμα από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου)

Ο  ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ΖΑΜΑΝΟΣ υπηρετούσε ως υπάλληλος στο αγγλικό τυπογρα­φείο της Ζακύνθου, όπου και γνώρισε τη Στέλλα, την κόρη του πλούσιου μεγαλέμπορου Παναγή Βιολάντη. Μην έχοντας πώς να της εκμυστηρευτεί τον ερωτά τον της έστειλε ένα γράμμα και με τον ίδιο τρόπο του απάντησε θετικά n εκείνη. Παίρνοντας το ανέλπιστο γράμμα ο καυχησιάρης νέος δεν κρατή­θηκε και έσπευσε να ανακοινώσει το περιεχόμενο του· η είδηση όμως έφτασε κι ως τ' αυτιά του πατέρα της, ο οποίος θεώρησε προσβολή τη σύνδεση του ο­νόματος της κόρης του με το όνομα ενός παρακατιανού του. Πλημμυρισμένος  από οργή, αφού της έκανε αυστηρότατες παρατηρήσεις, την έδειρε και την έριξε στη σοφίτα του αρχοντικού του, όπου και την εγκατέλειψε· στο μεταξύ ο Χρηστάκης Ζαμάνος είχε παντρευτεί άλλη, ενώ η ανυποψίαστη Στέλλα μαρά­ζωνε από τον καημό της.
                                              
Ήταν παραμονές της Παναγίας. Μεθαύριο το σπίτι είχε διπλογιόρτι -Μαρία έλεγαν τη Βιολάνταινα- και τι καλά αν μπορούσε να γίνει καμιά οικονομία, να έλθει η συμφιλίωση, να κατεβεί και η Στέλλα, να καθίσει στο τραπέζι, να φανεί στον κόσμο...
-Ήλθα να σου πω δυο λόγια, της είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη.
   Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι εκοίταξε τη μητέρα της έκπληκτη. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιο ύφος.
-Ακούς;
-Τι είναι; ψιθύρισε η Στέλλα.
Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρόταση της: Να πέσει στα πόδια του πατέρα της και να του γυρέψει συχώρεση· να του πει πως μετα­νόησε για το κίνημα της· να του υποσχεθεί πως στο εξής δε θα έκανε τίποτα χωρίς το θέλημα του· να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το Χρηστάκη, κι εκείνος ήταν πρόθυμος να τη συχωρέσει, και μέρα που ξημέρωνε μεθαύριο, να τη δεχθεί στην αγκαλιά του, και γρήγορα να φροντίσει να την παντρέψει, όπως της πρέπει, μ' ένα καλό και άξιο... αμή τι;
Η Στέλλα την άκουσε χωρίς να την διακόψει, με το ίδιος ύφος που έπαιρ­νε και όταν την εκτυπούσαν. Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα της κατάματα, και με όλη την ηρεμία, με όλη τη γαλήνη της σταθερότητας, επρόφερε:
-Όχι!
Η Βιολάνταινα εσκίρτησε τρομαγμένη· έπλεξε τα χέρια, και με φωνή υ­πόκωφη, σε τόνο μομφής υπέρτατης, το ξαναείπε:
-Όχι!
-Όχι! είπε η Στέλλα· και τη φορά αυτή ένα κύμα ετάραζε την πρώτη γα­λήνη, και η άρνηση εβγήκε από τα χείλη της με πείσμα μαζί και περιφρόνη­ση.
-Μα, παιδί μου, συλλογίζεσαι τι λες; συλλογίζεσαι τι κάνεις; ερώτησε η Βιολάνταινα- κι εγύρισε πίσω της, κι εκλείδωσε από φόβο τη θύρα.
-Όχι! είπε η Στέλλα και εκ τρίτου- και τώρα ήταν ολόκληρη τρικυμία αγα-νακτήσεως, και μαζί με τη φωνή, εσηκώθη και αυτή ορθή, υψηλή, αγέρωχη.
Κι εμίλησε:
-Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώ­ρα. Του έγραψα «είμαι δική σου», και θα είμαι για πάντα. Ναι, να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια, και να του γυρέψω συ­χώρεση γι' αυτό που έκαμα, έτσι χωρίς να θέλω, σε μια στιγμή τρέλας, αδυ­ναμίας... Μα να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη... Α, μη σου κακοφαίνεται και σώπα! Καλός, κακός, αυτός είναι τώρα για μέ­να. Ακούστηκα μαζί του, και αυτό μου φθάνει. Έπειτα, τι σας μέλει εσάς; Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμένα μ' αρέσει. Πως είναι φτωχός; Πφ! βλέπω τι ευτυχία που έχετε οι πλούσιοι στα σπίτια σας... Επιτέλους αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω!
-Μα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου; επρόλαβε να ρωτήσει η Βιολάνταινα.
-Τον ορίζω!
-Όχι· ο πατέρας σου σε ορίζει· ο πατέρας σου ορίζει και μένα και το Νταντή, και τη Νιόνια και όλους.
-Δεν ξέρω για σας, μα εμένα δε με ορίζει. Εγώ, εγώ ορίζω τον εαυτό μου· να, κοίταξε, τον ορίζω!... τον ορίζω!...
Κι έκαμψε το δάχτυλο της, και το εδάγκασε στον κόμπο με λύσσα, καθώς μιλούσε. Και ο πόνος έδωσε στη φωνή της κάτι το απείρως τραγικό· και η Βιολάνταινα, και αυτή ακόμη, αισθάνθη ότι ήταν μεγάλη η στιγμή εκείνη.
-Τι θέλεις να πεις μ' αυτό; ρώτησε με τρόμο.
-Να, ότι τον εαυτό μου τον κάνω ό,τι θέλω... Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου και να το πετάξω από το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πα­τέρας μου τίποτα δεν μπορεί να κάμει· πως θα με δείρει; πως θα με κλείσει; πως θα με σκοτώσει; Τι με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό,τι θέλω -τον εαυτό μου-και σα δε θέλω εγώ, άλλον άνθρωπο δεν παίρνω. Όχι· ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν. Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη!
Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδάκρυτα ετοξεύθη άγρια αστραπή. Ω, ήταν ωραία τη στιγμή εκείνη! Το πά­θος της εχρωμάτισε, της εζωογόνησε το κατάλευκο πρόσωπο· τα πέταλα του κρίνου επήραν ένα ρόδινο χρώμα αδύνατο- ίχνος κακοπάθειας δεν εφαίνετο πλέον, και για μια στιγμή, η κόρη έλαμψε με την πρώτη της ομορφιά την υπερήφανη, με την πρώτη υγεία και ζωή.
Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε να χαμηλώσει το κεφάλι. Έβλεπε έξαφνα εμπρός της μια δύναμη νέα, που δεν την ήξερε, που δεν την εφαντάζετο ως τώρα. Αλήθεια, αυτή ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, η κόρη του πατέρα της.
-Εκατάλαβα, εψιθύρισε με λύπη· μα δε συλλογίζεσαι, δυστυχισμένη, τι θα πάθεις, αν ακούσει τέτοιο πράμα ο πατέρας σου;
-Δεν τον φοβάμαι! εφώναξε η Στέλλα· και τι θα μου κάμει; Θα με σκο­τώσει... είναι άλλο; Ε, δε με μέλει, σου είπα. Εγώ δε γυρεύω να ζήσω, παρά να ζήσω ευτυχισμένη. Αν δεν μπορώ, καλύτερα να με σκοτώσει... Καλύτερα να πεθάνω... Στάσου να σου πω* αν δεν έγραφα εκείνο το γράμμα, δε θα μ' έγνοιαζε· μα τώρα που το έγραψα, θα κάμω ό,τι μπορώ για να σώσω την υ­πόληψη μου. Θα μου τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου εί­ναι αδιάφορο. Είδες αν άνοιξα το στόμα μου να παραπονεθώ ποτέ για τα βασανιστήρια που μου κάνετε τόσον καιρό;...
-Καλέ τίνος τα λες αυτά τα παραμύθια; είπε η Βιολάνταινα με μορφασμό ανυπομονησίας. Και τι πως έγραψες ένα γράμμα, που στο κάτω κάτω το πή­ραμε πίσω;... Εγώ να σου πω τι είναι: είναι... που αγαπάς το Χρηστάκη.
Η Στέλλα κλονίσθηκε από παλμό δυνατό. Στην αρχή τής ήλθε να το αρνη­θεί, να το κρύψει. Όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος... Αλλά έπειτα συλλογίσθηκε ότι μια που άρχισε, έπρεπε να τα πει όλα· και σα να το ήξερε πως ήταν η τε­λευταία φορά που θα μιλούσε, άντλησε διαμιάς όσο θάρρος υπήρχε στα βά­θη της παρθενικής της ψυχής, και είπε:
-Ναι, τον αγαπώ. Αν δεν τον αγαπούσα, δε θα του έδινα ακρόαση· αν δεν τον αγαπούσα, δε θα μ' έγνοιαζε για το γράμμα, -ούτε η πρώτη είμαι ούτε η ύστερη- δε θα επίμενα ολωσσδιόλου, και θα έπαιρνα όποιον ήθελε ο πατέρας μου. Μα τον αγαπώ, και θα κάμω ό,τι μπορέσω για να τον πάρω.
-Βγάλ' το αυτό από το νου σου, γιατί ο πατέρας σου δεν τ' ακούει! είπε η Βιολάνταινα,
-Ποιος το ξέρει!... Μπορεί στο τέλος να με λυπηθεί και να δει το σωστό. Έχουμε τόσα παραδείγματα!
Α! τέτοιες ελπίδες έχεις; ω, κακομοίρα, κακομοίρα! δεν τον ξέρεις τον πατέρα σου!
-Μπορεί- μα εμένα δε με χωράει άλλο ετούτο το σπίτι.
Διαμιάς η Στέλλα έγινε μελαγχολική. Εκάθισε πάλι στο διβανάκι, και με φωνή περίλυπη, σα να μιλούσε μονάχη της, εξακολούθησε:
-Όχι! δε με χωράει το σπίτι... Σε κάθε χτύπημα που μου δίνουν, ακούω  μέσα μου σα μια φωνή να μου λέει: «Φύγε!... Φύγε!...»
Η Βιολάνταινα όρμησε έξω φρενών, με τα χέρια σηκωμένα, με τα μάτια άγρια.
-Τι είπες; εφώναξε· να φύγεις; ω, συφορά μου και μαυρίλα μου!... να φύ­γεις;
-Δεν είπα τέτοιο πράμα! είπε η Στέλλα με περιφρόνηση. Σεις μου το λέ­τε με τον τρόπο σας.
-Όχι, το είπες! αντείπε η Βιολάνταινα· είπες πως θα φύγεις! και για κοί­ταξε καλά, γιατί εγώ δεν...
Ο θυμός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν' αρπάξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα.
Ο τρόπος αυτός ανέβασε στην επιφάνεια όλο το πείσμα της κόρης. Όχι, δεν το είπε! Της έβαζαν στο στόμα λόγο που δεν είπε. Το εσυλλογίσθη, πέ­ρασε κι αυτό από τον νου της, αλλά όχι, δεν το είχε αποφασίσει. Και ίσως δε θα το έκανε ποτέ, όσο σκληρά και αν την τυραννούσαν, γιατί ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, και είχε την περηφάνια της, και θα προτιμούσε να πε­θάνει, παρά ν' ακουσθεί πως ξεπόρτισε. Αλλ' αφού ήταν έτσι, αφού ήθελαν με το στανιό να την πείσουν πως το είπε, καλά λοιπόν, να ιδούν!
- Ναι, το είπα! εφώναξε δυνατότερα από τη μητέρα της. Το είπα και θα το κάμω!
Μιλούσε με όλο το απεγνωσμένο θάρρος ανθρώπου που αυτοκτονεί. Η Βιολάνταινα τα έχασε· ο θυμός της εκόπη, τα γόνατα της ελύθηκαν, κι έπεσε σε μια καρέκλα, όγκος αδρανής. Αλλά ήταν μια στιγμή μόνο αδυναμίας. Αμέσως εσηκώθη, και κεραυνοβολούσα τη Στέλλα με το βλέμμα, εξεστόμισε σε μια βάναυση φράση όλη την εντύπωση που της έκανε το ξαφνικό ξύ­πνημα της δυνατής εκείνης ψυχής, που την εδοκίμαζε η βία και το μαρτύριο:
-Εκατάλαβα·  εσύ, παιδί μου, έχεις το διάολο μέσα σου!

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
1.  α) Ποιες οι βαθύτερες αιτίες που προσδιόρισαν τη στάση του Βιολάντη προς την κόρη του; β) Με ποιο σκοπό η μάνα πλησίασε την έγκλειστη κόρη της;
2.  Να σχολιάσετε τη φράση: «Ο πατέρας σου σε ορίζει· ο πατέρας σου ορίζει και μέ­να, και το Νταντή, και τη Νιόνια και όλους».
3.  Είπαν πως ο Ξενόπουλος είναι ο εισηγητής της αστικής πεζογραφίας. Η μελέτη του αποσπάσματος οδηγεί στο συμπέρασμα αυτό;



Ο Γρ. Ξενόπουλος γράφει για το έργο του:
«Το διήγημα «Έρως Εσταυρωμένος», που το δραματοποίησα ύστερα με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη», είναι μια έμπνευση του 1901. Ο θρύλλος όμως που μου έδωσε αφορμή να γράψω και το διήγημα και το δράμα είναι κατά είκοσι τουλάχιστον χρόνια αρχαιό­τερος. Γιατί περί το 1880 ψιθυριζόταν στη Ζάκυνθο- ήμουν παιδί τότε- πως ένας άγριος πατέρας εφυλάκισε την κόρη του στη σοφίτα του σπιτιού του με ψωμί και με νερό, επειδή αγαπούσε κάποιον που δεν ήθελε να της τον δώσει κι αρνιόταν επίμονα να πάρει έναν άλλον που της έδινε αυτός. Η δυστυχισμένη κόρη πέθανε απ' αυτό το μαρτύριο· αποσιώπησαν όμως την αιτία του θανάτου της και την εκήδεψαν μεγαλόπρεπα, με τις πιο επιδειχτικές εκδηλώσεις απαρη­γόρητου πένθους. Λίγο αργότερα -ήμουν πια φοιτητής- άκουσα πως όμοιο δράμα έγινε και στην Πάτρα, και τα πρώτα χρόνια που εγκα­ταστάθηκα στη Αθήνα οριστικά, εγνώρισα μια πολύ καλή οικογένεια με τέσσερες κόρες, που όταν μια απ' αυτές, η ωραιότερη, πέθανε κάπως ξαφνικά, έμαθα πως οι γονείς της και τ' αδέρφια της- δυο Νταντήδες υπήρχαν σ' εκείνο το σπίτι- την εσκότωναν από το ξύλο, επειδή είχε ερωτευθεί κάποιον παρακατιανό. Αυτή μάλιστα η Αθη­ναϊκή ιστορία μου θύμισε τότε την παλιά ζακυνθινή και μ' έκανε να γράφω τον «Εσταυρωμένο Έρωτα της Στέλλας Βιολάντη», που έκανε τόση εντύπωση όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στα «Παναθήναια», ώστε ο Παλαμάς να αφιερώσει ποίημα στην ηρωίδα -αυτό που έβαλα για πρόλογο στο δράμα- κι ο Βλάσης Γαβριηλίδης να γράψει κύριο άρθρο στην «Ακρόπολί» του -άλλοι καιροί, άλλα ήθη- με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη».
Και τώρα ρωτιέμαι: Γίνουνται άραγε και σήμερα τέτοια δράματα σ' ελληνικά σπίτια, αθηναϊκά, πατρινά, ζακυνθινά; Μερικοί από τους κριτικούς, που ασχολήθηκαν με τη «Στέλλα Βιολάντη» αυτόν τον καιρό που την ξανάπαιξε με τόση επιτυχία η Μαρίκα Κοτοπούλη- η «πρώτη διδάξασα» το 1909- είπαν, όχι δεν γίνονται. Ούτε οι γονείς κάνουν τόση κατάχρηση πατρικής εξουσίας, ούτε τα σημερινά κορί­τσια έχουν τη δειλία ή τη βλακεία να την υποφέρουν Όταν ο πατέ­ρας, η μητέρα, ο αδερφός, δεν θέλουν να της δώσουν τον εκλεκτό της, η ερωτευμένη σηκώνει επανάσταση, κάνει του κεφαλιού της, τον παίρνει μοναχή της. Κι' έχουμε πλήθος παραδείγματα κοριτσιών που στην επίμονη άρνηση της οικογενείας τους αντέταξαν τη δική τους βία, και συνεννοήθηκαν με τον λεγόμενο και τόσκασαν από το πατρικό τους σπίτι για να τον στεφανωθούν. Κι' άλλων ο αυτόβουλος γάμος αναγνωρίσθηκε αργά ή γρήγορα και η περιπέτεια τελείωσε φαιδρά , άλλων όμως τον αγνόησε η πατρική εξουσία και η ζωή τους μ' ένα φτωχό νέο- γιατί οι γονείς αρνούνται συνήθως όταν ο λεγό­μενος είναι φτωχός- γίνεται δράμα και μαρτύριο, ως να πεθάνει, μετά χρόνια, ο πλούσιος πατέρας και να πάρει η κακοπαντρεμμένη κόρη τουλάχιστον την «νόμιμον μοίραν». Κάποτε, πάλι, συμβαίνει να βαρεθεί τη φτώχεια, να μετανοιώσει, να εγκαταλείψει τον άντρα της-όταν, για τον ίδιο λόγο, δεν την έχει εγκαταλείψει πρώτος αυτός-και να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι, όπου πάντα σχεδόν την περι­μένει η υποδοχή του Ασώτου.
Αλλά τί μαρτυρούν τα πολυάριθμα αυτά παραδείγματα; Η πατρική εξουσία κι αν δεν είναι τόσο σκληρή, τυρανική, καταχραστική, ώστε να φυλακίζει σε σοφίτες ή κατώγια, δεν υπάρχει, δεν εξασκείται, όπως και τον παλιό καλό καιρό; Και τα σημερινά κορίτσια, μ' όλες τους τις ελευθερίες, δεν είναι τόσες Στέλλες Βιολάντη, αφού αναγ­κάζονται, για να μη υποκύψουν στον τύραννο, που τους αρνείται τον αγαπημένο ή επιμένει να τους δώσει άλλον, να σηκώνουν επα­νάσταση; Γιατί και η μακρυνή Στέλλα Βιολάντη επανάσταση σήκωσε. Ούτε ν' ακούσει εκείνο που ήθελε ο πατέρας της, να πάρει τον «ασχημότερο» Μένουλα. Ή το Χρηστάκη ή κανένα . Κι αν στάθηκε να τη φυλακίσει- γιατί κι αυτό μπορούσε να το αποφύγει με μια προσποιητή μετάνοια- ήταν γιατί είχε γράψει του Χρηστάκη να πάει να τη σώσει έτοιμη κι αυτή να ξεπορτίσει μαζί του. Αλλο ζήτημα αν το δράμα της δεν είχε το ευτυχισμένο αυτό τέλος που έχουν τα περισσότερα σημερινά. Αιτία ο Χρηστάκης που δεν αγαπούσε παρά «τα τάλλαρα του πατέρα της», που τρομοκρατήθηκε απ' αυτόν, που απελπίσθηκε να πάρει τη Στέλλα με το καλό και μη τολμώντας να την πάρει με τη βία, επροτίμησε να κλέψει μια άλλη που τον αγαπούσε, την πλούσια κοντεσσίνα Μαρκότση.
Το συμπέρασμα είναι πως ο κόσμος, η Ελλάδα και η Ελληνική οικο­γένεια, κατά βάθος δεν άλλαξαν καθόλου από τότε . Απλούστατα γιατί δεν άλλαξαν ούτε οι οικονομικοί όροι της ζωής, ούτε οι ψυχές του ανθρώπου κι οι καρδιές των κοριτσιών. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν αισθηματικά κορίτσια που προτιμούν το φτωχό νέο που αγαπούν από οιονδήποτε πλούσιο. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν γονείς, που εννοούν να εμποδίσουν με κάθε τρόπο τον ανάρμοστο ή τον ασύμφερτο γάμο. Κι όπως τα σημερινά κορίτσια σε τέτοια περίπτωση, σηκώνουν επανάσταση, κι επέρχεται σπίτι μια δραματική σύγκρουση, έτσι έκαναν και τα παλιά, από τον καιρό της Στέλλας Βιολάντη, με τη διαφορά πως η σύγκρουση τότε ήταν βιαιότερη και δεν τελείωνε πάντα με τη νίκη του αισθήματος. Αν θέλετε μάλιστα, η Στέλλα Βιόλαντη είναι μια πρόδρομος των σημερινών κοριτσιών με τη συναίσθηση, την επίγνωση που είχε της ελευθερίας της, των ανθρώπινων δικαιωμάτων της , τη δύναμη της , το πείσμα της· πρά­γματα που δεν τα είχαν συνήθως τα κορίτσια κι υπέκυπταν αγόγγυστα στην πατρική εξουσία. Η Στέλλα Βιολάντη «προτρέχει της εποχής της» κι είναι σαν ένα κορίτσι σημερινό. Γι' αυτό και το δράμα της συγκινεί ακόμα τον κόσμο. Ο θεατής βλέπει μια ιστορία, που, στη μεγάλη της γραμμή, γίνεται και σήμερα, αδιάφορο αν είναι διαφορε­τικές μερικές λεπτομέρειες.
                                                      (Περ. «Νεοελλ. Λογοτεχνία», τεύχος 1ον, (1937), σελ. 1-3).




Η Γαλάτεια Καζαντζάκη κρίνοντας την παράσταση του δράματος «Στέλλα Βιολάντη» που δόθηκε για να γιορτασθούν τα πενήντα χρόνια της φιλολογικής προσφοράς του Ξενόπουλου με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ανάμεσα στ' άλλα γράφει: «Στην εποχή μας, όπου η γυναίκα αρχινά ν' αποκτά οντότητα και ανεξαρτησία ελεύθε­ρου ανθρώπου η Στέλλα Βιολάντη μπορεί να πάρει στα Ελληνικά γράμματα την τιμητική θέση έργου πρωτοποριακού. Ο τύπος ενός κοριτσιού που παρ' όλες τις φοβερές για τη γυ­ναίκα συνθήκες, μιας πριν από πενήντα χρόνια κοινωνίας, προτίμησε να πεθάνει παρά να υποκύψει στην τυραννική πίεση του πατέρα της και να πάρει ένα γέρο αλλά πλούσιο σύζυγο, τί άλλο είναι παρά το πρώτο βήμα για ν' αποσίσουμε προαιώνιους κι απάνθρωπους ζυγούς. Βέβαια η Στέλλα Βιολάντη δεν «ξεπόρτισε» όπως κάνει στο ίδιο έργο, η κόρη του Μαρκότση, όμως η δική της στάση είναι πολύ σπουδαιότερη. Πρώτο φανερώνει απόφαση συνειδητής εξέγερσης εναντίον της πατρικής αυθαιρεσίας και συνάμα τέλεια επίγνωση του δικαιώματος να διαθέσει την καρδιά της όπως αυτή θέλει, μέσα στα πλαίσια, όπως έκανε η Στέλλα, της αξιοπρέπειας . Απεναντίας το «ξεπόρτισμα» της θυγατέρας του Μαρκότση δείχνει επιπολαιότητα κι αλαφρομυαλιά καταδικασμένη σε κάθε εποχή.
Και είναι ακόμα πρωτοποριακό το δράμα του κ. Ξενόπουλου, γιατί φανερώνει πως ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές ο άνθρω­πος μπορεί να βρεί το θάρρος, όπως η Στέλλα, να υπερασπίσει το δίκιο του. Κι ήταν το δίκιο της κόρης του Βιολάντη να διαλέξει το σύντροφο της ζωής της.
Γι' αυτό όμως θάπρεπε, ο νέος να μην είναι τόσο ασήμαντος και τιποτένιος, τόσο λίγο άξιος τέτοιας υπέροχης αγάπης. Ο θεατής, μ' όλο που η συμπάθεια του πηγαίνει ολάκερη προς την ηρωίδα, μ' όλο που ούτε μια στιγμή δε συγκινεί με τη σκληρότητα του γέρου Βιόλαντη και που θυμίζει, όταν εκβιάζει σατανικά την κόρη του να ομολογήσει πως έλαβε ραβασάκι, μεσαιωνικό ιεροεξεταστή, όμως όταν βλέπει την κακή εκλογή που έχει κάνει η Στέλλα με τον Χρη­στάκη Ζαμάνο μένει λιγάκι σκεπτικός.
Ο Βιντσέντσος Κορνάρος στον Ερωτόκριτο στόλισε τον αγαπη­μένο της Αρετούσας μ' όλες τις χάρες. Είδη (η λέξη δεν αρέσει στον κ. Ξενόπουλο), καρδιά, μυαλό, συναγωνίζονται σε τελειότητα, κι έτσι όλοι εύχονται τα δυο αυτά τρυφερά πλάσματα να κερδίσουν την αγάπη τους για να μην αδικηθεί η φύση»                  
                                                                  (περ. «Νεοελ. Λογ. τευχ. 1,(1937), σελ. 39-40).
  

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ - ΕΝΟΤΗΤΑ 29η


ΕΝΟΤΗΤΑ 29η
 Cum Octavianus post victoriam Actiacam Romam rediret, homo quidam ei occurit corvum tenens; instituerat haec dicere: "Ave, Caesar, victor imperator". Caesaris multum interfuit corvum emere; itaque viginti milibus sestertium eum emit. Id exemplum sutorem quendam incitavit, ut corvum doceret parem salutationem. Diu operam frustra impendebat; quotiescumque avis non respondebat, sutor dicere solebat "Oleum et operam perdidi". Tandem corvus salutationem didicit et sutor, cupidus pecuniae, eum Caesari attulit. Audita salutatione Caesar dixit: " Domi satis salutationum talium audio". Tum venit corvo in mentem verborum domini sui: "Oleum et operam perdidi". Ad haec verba Augustus risit emitque avem tanti, quanti nullam adhuc emerat.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.α. Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις:
parem salutationem : αφαιρετική ενικού αριθμού
corvum :                          την ίδια πτώση του άλλου αριθμού
milibus :                ονομαστική και γενική του ίδιου αριθμού
 homo quidam:           ονομαστική πληθυντικού
Id exemplum                   αιτιατική πληθυντικού
 sutorem quendam         γενική πληθυντικού
haec verba                        γενική ενικού

2.  Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθέναν από τους ρηματικούς τύπους:
interfuit : απαρέμφατο του ίδιου χρόνου
emere : ονομαστική πληθυντικού  μετοχής ενεστώτα στο αρσενικό γένος
doceret : το ίδιο πρόσωπο  υποτακτικής μέλλοντα της ίδιας φωνής
impendebat : γενική γερουνδίου
solebat : α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής υπερσυντελίκου
didicit : α΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού της ίδιας φωνής
dicere : β΄ ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα της ίδιας φωνής
 rediret   : β΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής ενεστώτα
 risit      : β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής παρατατικού της ίδιας φωνής
attulit   : γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής συντελεσμένου μέλλοντα.
tenens : β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικήςενεστώτα της ίδιας φωνής
instituerat  :  δοτική γερουνδίου
doceret                 γ ενικό  υποτακτικής μέλλοντα
respondebat,       γ πληθυντικό  οριστικής μέλλοντα
solebat                  γ ενικό υποτακτικής παρακειμένου

3.α. multum, parem, diu, cupidus, satis : Nα γράψετε τους αντίστοιχους τύπους των άλλων βαθμών.
 β. «Oleum et operam perdidi»: Να μεταφέρετε την πρόταση στον πλάγιο λόγο με εξάρτηση από τη φράση: Sutor solebat dicere...
γ. sutor, cupidus pecuniae, eum Caesari attulit: Να μετατρέψετε την ενεργητική σύνταξη σε παθητική.

4. Να αναγνωριστούν οι παρακάτω προτάσεις (εισαγωγή, εκφορά, κλπ.):
ut corvum doceret parem salutationem,/
quotiescumque avis non respondebat, /
quanti nullam adhuc emerat

5. Συντακτική αναγνώριση λέξεων:
 imperator, Caesaris, sestertium, pecuniae, salutationum, verborum, domini, quanti.
6. Audita salutatione:Να αναλυθεί σε δευτερεύουσα πρόταση

7.: «Domi satis salutationum talium audio» Να μεταφέρετε την πρόταση στον πλάγιο λόγο με εξάρτηση από τη φράση:   Caesar dicit

8. eum instituerat (homo) haec dicere,/  
   Id exemplum sutorem quendam incitavit ut corvum doceret parem salutationem :                 Από πλάγιο σε ευθύ

9.  cum Octavianus rediret,   quotiescumque avis non respondebat : Να μετατραπούν οι προτάσεις σε μετοχές.