Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ - ΕΝΟΤΗΤΑ 42η


42. Nonnulli sunt in hoc ordine, qui aut ea, quae imminent, non videant, aut ea, quae vident, dissimulent: qui spem Catilinae mollibus sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt; quorum auctoritatem secuti multi, non solum improbi verum etiam imperiti, si in hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent. Nunc intellego, si iste in Manliana castra pervenerit, quo intendit, neminem tam stultum fore, qui non videat coniurationem esse factam, neminem tam improbum, qui non fateatur.

Β. Παρατηρήσεις
1. α) Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις :
hoc ordine                                                  ονομαστική ενικού
spem                                                           γενική ενικού
mollibus sententiis                                   ονομαστική ενικού
coniurationemque nascentem                  ονομαστική ενικού
auctoritatem                                               κλητική ενικού
improbi                                                       γενική πληθυντικού
imperiti                                                      γενική ενικού
coniurationem                                          κλητική ενικού
improbum                                            αιτιατική πληθυντικού 

β) Να κλιθούν οι αντωνυμίες, ενικό και πληθυντικό στο ίδιο γένος:  
Nonnulli, ea, quae, hunc,  iste , neminem.

2. α) Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθέναν από τους παρακάτω τύπους :
imminent                           γ ενικό οριστικής μέλλοντα
videant                               σουπίνο αφαιρετική
dissimulent                       δοτική γερουνδίου
nascentem                          β πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα
confirmaverunt                 β πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα και παρατατικού
secuti                                  β ενικό κ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα
animadvertissem               μετοχή μέλλοντα  
dicerent                               α πληθυντικό υποτακτικής παρακειμένου
intellego                              β πληθυντικό υποτακτικής υπερσυντελίκου
pervenerit                           μετοχή ενεστώτα
intendit                                απαρέμφατο ενεστώτα  
esse factam                          β ενικό υποτακτικής ενεστώτα
fateatur                                 α πληθυντικό υποτακτικής υπερσυντελίκου

2β)  Να γράψετε τους άλλους βαθμούς όπου είναι δυνατόν (τα επίθετα ίδια πτώση, γένος και αριθμό) : 
 mollibus, multi, improbi, imperiti, crudeliter, regie, stultum, improbum.

3. Να αναγνωριστούν συντακτικά οι προτάσεις,  τον τρόπο εισαγωγής τους  και να αιτιολογήσετε την έγκλιση και το χρόνο εκφοράς τους:
qui aut ea, quae imminent, non videant, aut ea, quae vident, dissimulent:/
 qui spem Catilinae mollibus sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt;/
 qui non videat coniurationem esse factam, qui non fateatur.

 4. α)  qui spem Catilinae mollibus sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt;: Να μετατραπεί η ενεργητική φωνή στην παθητική. 

4β. Οι υποθετικοί λόγοι να γραφούν σε όλα τα είδη(4): 
  si in hunc animadvertissem/
si iste in Manliana castra pervenerit.

4 γ. Να γίνει μετοχική η πρώτη: qui spem Catilinae mollibus sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt./
 Να γίνει μετοχική:  ea, quae imminent

5. Ανάλυση μετοχών:  coniurationem nascentem confirmaverunt / 

6. Να αιτιολογήσετε γιατί η παρακάτω αναφορική πρόταση εκφέρεται με οριστική, παρόλο που
βρίσκεται στα πλαίσια του πλαγίου λόγου. «quo intendit»

6. Από ευθύ σε πλάγιο με εξάρτηση:   Dicit   Quintus   Mucius   Scaevola      :
 «Nonnulli sunt in hoc ordine, qui aut ea, quae imminent, non videant, aut ea, quae vident, dissimulent:
 qui spem Catilinae mollibus sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt»

7. . από πλάγιο σε ευθύ: 
 Nunc intellego... neminem... fore /
 (multi) crudeliter et regie id factum esse dicerent/
 ... qui non videat coniurationem esse factam


Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ - ΕΝΟΤΗΤΑ 41η


41. Curius et Fabricius, antiquissimi viri, et his antiquiōres Horatii plane ac dilucide cum suis locūti sunt; non Sicanōrum aut Pelasgōrum, qui primi coluisse Italiam dicuntur, sed aetātis suae verbis utebantur. Tu autem, proinde quasi cum matre Evandri nunc loquāris, sermōne abhinc multis annis iam obsolēto uteris, quod neminem scire atque intellegere vis, quae dicas. Quin, homo inepte, taces, ut consequāris, quod vis? Sed antiquitātem tibi placēre dicis, quod honesta et bona et modesta sit. Sic ergo vive, ut viri antīqui, sed sic loquere, ut viri aetātis nostrae; atque id quod a C. Caesare scriptum est, habe semper in memoriā et in pectore: "tamquam scopulum, sic fugias verbum insolens atque inaudītum".

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Sic ergo vive, 
sed sic loquere, 
habe semper in memoriā et in pectore: 
 Να δηλώσετε την απαγόρευση με δυο τρόπους.

2. ut consequāris:
Να δηλωθεί ο σκοπός με όλους τους δυνατούς  τρόπους

3. tamquam scopulum:
Να αναλυθεί σε δευτερεύουσα πρόταση

4. antiquissimi, plane, dilucide, primi, multis, obsolēto, inepte, honesta, bona, inaudītum, insolens, modesta: 
Να γράψετε τους άλλους δύο βαθμούς επιθέτων και επιρρημάτων όπου είναι δυνατόν · των επιθέτων στην ίδια πτώση, ίδιο αριθμό.

5. antiquissimi viri                                   γενική ενικού
aetātis suae                                              αφαιρετική ενικού
verbis                                                       αιτιατική πληθυντικού
matre                                                       γενική πληθυντικού
sermōne                                                  ονομαστική ενικού
annis                                                        δοτική ενικού
homo inepte                                           αφαιρετική ενικού
viri antīqui                                                   γενική πληθυντικού
aetātis nostrae                                             ονομαστική ενικού
pectore                                                         ονομαστική πληθυντικού
verbum insolens atque inaudītum             ονομαστική ενικού

6. neminem, his : Να κλιθούν 

7.Να γράψετε τους τύπους που ζητούνται:
 locūti sunt                    β ενικό οριστικής ενεστώτα και υποτακτ. παρατατικού
dicuntur                        β  ενικό προστακτικής ενεργ - μέση
coluisse                        σουπίνο
utebantur                     απαρέμφατο ενεστώτα
taces                             β πληθυντικό οριστ. μέλλοντα
vis                                β  πληθ. υποτακτ. παρατατικού και ενεστώτα
scire                             κλίνουμε  προστακτική ενεστώτα
consequāris                   γ πληθ. υποτακτ. μέλλοντα
placēre                         α πληθυντικό υποτακτ. παρακειμένου
vive                               γ ενικό υποτακτ. υπερσυντελίκου
habe                            γενική γερουνδίου
fugias                           γενική ενικού γερουνδιακό αρσενικό
  
8.   proinde quasi cum matre Evandri nunc loquāris,
quod neminem scire atque intellegere vis,
quae dicas,
quod vis,
ut viri antīqui,
ut viri aetātis nostrae:
Να αναγνωριστούν (εισαγωγή,εκφορά, αιτιολόγηση)

9. quod a C. Caesare scriptum est
sic fugias verbum insolens atque inaudītum:  Να μεταφερθούν στην άλλη φωνή

10. Να γίνουν μετοχικές οι προτάσεις:
Tu autem, proinde quasi cum matre Evandri nunc loquāris
quod neminem scire atque intellegere vis
quod a C. Caesare scriptum est                        

11. Από ευθύ σε πλάγιο με εξάρτηση Caesar dixit:  
 Curius et Fabricius, antiquissimi viri, et his antiquiōres Horatii plane ac dilucide cum suis locūti sunt;
non Sicanōrum aut Pelasgōrum, qui primi coluisse Italiam dicuntur, sed aetātis suae verbis utebantur.
Tu autem  sermōne abhinc multis annis iam obsolēto uteris,
Sed antiquitātem tibi placēre dicis, quod honesta et bona et modesta sit. 

Με εξάρτηση  Philosophus admonet / admonuit illum
Sic ergo vive, ut viri antīqui, sed sic loquere, ut viri aetātis nostrae; 
 atque id quod a C. Caesare scriptum est, habe semper in memoriā et in pectore: "tamquam scopulum, sic fugias verbum insolens atque inaudītum".

Με εξάρτηση το Interrogat/ interrogavit :  Quin, homo inepte, taces, ut consequāris, quod vis?

12  Από πλάγιο σε ευθύ:   Sed antiquitātem tibi placēre dicis, quod honesta et bona et modesta sit., 
    qui primi coluisse Italiam dicuntur.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Ποίηση και σύμβολα



 Την περασμένη Παρασκευή το σχολείο μας επισκέφτηκε τους Δελφούς. Έξω από το μουσείο των Δελφών μέσα σε ένα πνεύμα διεθνισμού-εξευρωπαϊσμού ή όπως αλλιώς μας αρέσει, όλες οι σημαίες αγέρωχες ανέμιζαν στο ύψος τους. Μόνο η ελληνική κρατιότανε όπως-όπως από ένα δέσιμο στον ιστό της· κουρελιασμένη, μεσίστια, miserabile visu. Με έπιασε κατάθλιψη αντικρύζοντάς την. Θα βρεθεί, άραγε, κανείς να διορθώσει την κατάσταση;

«Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα.
Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’αργαστήρι
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες.

Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς, πάει κ’ η γυναίκα, πάνε
τα παλικάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.

Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά σπασμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια
κι’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει
δεν βρίσκει την πυρά ζεστή ψωμί για να το κάνει.

Κι’ από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι’ ακόμα
κι απ’τη γωνία του σπιτιού, πιο κρύα η καρδιά είναι.
Kακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα… κρίμα!
Σκοτεινό ερείπιο κι’ η εκκλησιά και δίχως πολεμίστρες
το κάστρο, και χορτάριασε κι’ έγινε βοσκοτόπι.

Κι’ ο μέγας Έρωτας μακριά, και είν’ άβουλος ο άντρας
κι’ άπραχτος, και στο πλάι του χαμοσυρτή η γυναίκα,
κυρά τους έχουν την σκλαβιά και δούλο τους το ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα.»

             Κωστής Παλαμάς “Η Φλογέρα του βασιλιά”1910)

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Νέα ποιητική συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου

Είναι κάτι εκδοτικοί οίκοι που μ΄ αρέσουν, γιατί σε αντίξοες συνθήκες, όταν «όλην την οικουμένην σκεπάζουν σκοτεινά, ήσυχα, παγωμένα, τα μεγάλα πτερὰ της βαθείας νύκτας» τότε  «ιδού, η πλάκα σείεται, ιδοὺ απὸ τα χαράγματα του μνήματος εκβαίνει λεπτὴ αναθυμίασις κ᾿ εμπρός μου μένει», παρηγορητικά ψιχία,  νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω. Αναφέρομαι εν προκειμένω στις εξαιρετικές εκδόσεις Γαβριηλίδη που μας έχουν δώσει έργα αγαπημένων λογοτεχνών –ποιον να πρωτοθυμηθώ;- και συνεχίζουν ένα έργο δύσκολο.
Πριν λίγες μέρες διάβαζα τα ποιήματα του Μάρκου Μέσκου εκδομένα σε δύο τόμους με τίτλο Μαύρο Δάσος 1 και 2 και τώρα συνεχίζω με Τασούλα Καραγεωργίου. Η φρεσκότατη ποιητική της συλλογή έχει τίτλο «Η χελώνα του Κεραμεικού» από ένα ομώνυμο ποίημα για το οποίο είχα γράψει κάποιες σκέψεις στο παρόν ιστολόγιο, όταν το διάβασα στο περιοδικό Νέα Εστία. Τώρα διαβάζω τα είκοσι ποιήματα της παρούσας συλλογής και ανατρέχω σε αγαπημένους ποιητές με τους οποίους  η εκλεκτή ποιήτρια συνομιλεί. Αφετηρία μας ο Ανδρέας Κάλβος με την τρίτην ωδήν του  «εις Θάνατον», η οποία είναι μια νέκυια αφού…..
 Ἰδού, ἡ πλάκα σείεται./ ἰδοὺ ἀπὸ τὰ χαράγματα/ τοῦ μνήματος ἐκβαίνει/ λεπτὴ ἀναθυμίασις /κ᾿ ἐμπρός μου μένει./ Ἐπυκνώθη· λαμβάνει/ μορφὴν ἀνθρωπικήν./Τί εἶσαι; εἰπέ μου; πλάσμα,/ φάντασμα τοῦ νοός μου/ τεταραγμένου; /Ἢ ζωντανὸς εἶσ᾿ ἄνθρωπος,/ καὶ κατοικεῖς τοὺς τάφους;/ χαμογελάεις;.... ἂν ἄφηκας/ τὸν ἅδην.... ἢ ὁ παράδεισος/ εἰπέ μου ἂν σ᾿ ἔχῃ. / -Mη μ᾿ ἐρωτᾶς· τὸ ἀνέκφραστον/ μυστήριον τοῦ θανάτου/ μὴν ἐρευνᾷς· τὰ στήθη,/ τὰ στήθη ῾ποὺ σ᾿ ἐβύζασαν/ ἐμπρός σου βλέπεις. / Ὦ τέκνον μου, ὦ τέκνον μου,/ ἀγαπητόν μου σπλάγχνον,/ ἀνόμοιος εἶναι ἡ μοῖρα μας,/ καὶ προσπαθεῖς ματαίως/ ῾νὰ μὲ ἀγκαλιάσῃς.

Στο χάσμα του σεισμού εμφανίζεται η μητέρα του ποιητή που τον παρηγορεί κάνοντάς τον να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου, να μην τον φοβάται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα  ο ποιητής ατρόμητος πλέον να αναλάβει δράση κατά των τυράννων υπερασπιζόμενος τους αδυνάτους.    

Μειδίασον, χαίρου φίλε μου,/ μᾶλλον· ἀλλ᾿ ἂν ἡ πίκρα,/ ὅτι τὸν ἥλιον ἄφηκα,/ τώρα σὲ κυριεύῃ,/ παρηγορήσου./Τί κλαίεις; τὴν κατάστασιν/ ἀγνοεῖς τῆς ψυχῆς μου·/ καὶ εἰς τοῦτο τὸ μνῆμα/ τὸ σῶμα μου ἀναπαύεται/ ἀπὸ τοὺς κόπους./  Ναί, κόπος ἀνυπόφερτος/ εἶναι ἡ ζωή· ἡ ἐλπίδες,/ οἱ φόβοι, καὶ τοῦ κόσμου/ ἡ χαραὶ καὶ τὸ μέλι/ σᾶς βασανίζουν. /Ἐδῶ ἡμεῖς οἱ νεκροὶ/ παντοτινὴν εἰρήνην/ ἀπολαύσαμεν, ἄφοβοι,/ ἄλυποι, δίχως ὄνειρα/ ἔχομεν ὕπνον. /Σεῖς οἱ δειλοὶ ἀχνύζετε/ ὅτάν τις ψιθυρίσῃ/ τ᾿ ὄνομα τοῦ θανάτου/ ἀλλ᾿ ἄφευκτος ὁ θάνατος,/ἄφευκτος εἶναι. /Μία καὶ μόνη εἶναι/ἡ ὁδός, καὶ εἰς τὸν τάφον/ φέρνει· εἰς αὐτὴν ἡ ἀνάγκη/ ἀμάχητον μὲ᾿ χεῖρα/ ὠθεῖ τοὺς ζώντας. /Υἱέ μου πνέουσαν μ᾿ εἶδες/ ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,/ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε/ καὶ μὲ᾿ φῶς καὶ μὲ᾿ θάνατον/ ἀκαταπαύστως. …..Ἀλλὰ τὸ φέγγος χάνεται/ τῆς σελήνης· σὲ ἀφίνω·/ πάλιν θέλω σὲ εἰδεῖν/ ὅτε ἡ ζωή σου λείψει,/καὶ τότε μόνον. /Μὲ᾿ τὴν εὐχήν μου ὕπαγε·/ἄλλο δὲν λέγω· θέλω/ εἰς τὴν συνείδησίν σου/ τὰ λοιπὰ φανερώσειν/ ὕστερον... χαῖρε... 
 Τώρα, τώρα τὰ χείλη μου/ δύνανται ῾νὰ φιλήσουν/ τοῦ θανάτου τὰ γόνατα·/ ῾νὰ στέψω τὸ κρανίον του/δύναμαι τώρα/ Ποῦ εἶναι τὰ ρόδα; φέρετε/στεφάνους ἀμαράντους·/τὴν λύραν δότε·/ ὑμνήσατε·/ ὁ φοβερὸς ἐχθρὸς/ ἔγινε φίλος. /  Κεῖνος ὁποὺ τὸ μέτωπον/ τρυφερῶν γυναικῶν/ ἀγκάλιασε, πῶς δύναται/ εἰς ἀνδρικὴν καρδίαν/ ῾νὰ ρίψῃ φόβον;/ Ποῖος ἄνθρωπος εἰς κίνδυνον/ εἶναι; τώρα ὁποὺ βλέπω/ τὸν θάνατον μὲ᾿ θάρρος,/ ἐγὼ κρατῶ τὴν ἄγκυραν/ τῆς σωτηρίας. / Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω/ ἰσχυρᾶν δεξιὰν/ καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω/ πλεξίδα τῶν τυράννων/ δολιοφρόνων…../ Ὡς ἀπ᾿ ἕνα βουνὸν ὁ ἀετὸς εἰς ἄλλο/ πετάει, καἰγὼ τὰ δύσκολα/ κρημνὰ τῆς ἀρετῆς/ οὕτω ἐπιβαίνω.  ( Α. Κάλβος).

Η ποιήτρια Καραγεωργίου Τασούλα  που ανήκει στο αστικό τοπίο  επισκέπτεται τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού που βρίσκεται κάτω, σε άλλο επίπεδο (θυμηθείτε την προηγούμενη συλλογή της «Το μετρό») έχοντας κρυμμένη μια νέκυια στην τσάντα της. Αυτή η κάθοδος στο βάθος της σπηλιάς λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από τον πλατωνικό μύθο. Εδώ στο βάθος της σπηλιάς στην επαφή με τους νεκρούς του Κεραμεικού και τα επιτύμβια είναι η αλήθεια· εδώ με την παλιά πατρίδα το δάγκωμα του ερπετού που μεταδίνει τη γνώση, μιας και  ζώντας υπογείως έρχεται σε επαφή με τον κάτω κόσμο και έχει πρόσβαση στις δυνάμεις στην παντογνωσία και τη μαγεία που κατέχουν οι νεκροί.   Το Φίδι μπορεί να απεικονίζει τις ηλιακές ακτίνες, είναι γνώση, δύναμη, δόλος, εξυπνάδα, πονηρία, μοχθηρία, διαφθορά και ο πειρασμός. Είναι η ίδια η μοίρα.  
Απάνω το αστικό τοπίο με τα παιδιά στην ανεργία, παιδιά νικημένα απ’ τον καιρό, παιδιά ορφανά του χρόνου, με τους  ταπεινωμένους που αναζητούν παρηγοριά, όλοι οι τόποι μας έχουν μετακομίσει, η ξενιτειά παραμονεύει, η ξενιτειά είναι ο θάνατος κι η προσφυγιά είναι Άδης, γκρίζα σκόνη, η ζωή έχει αγριέψει περισσότερο από το θάνατο, τουρίστες, φύλακες, παιδιά. Η πόλη κρύβει το μυστικό ποτάμι, άσφαλτος, υπόγειοι συρμοί και ένα άστεγο κορίτσι…. Πάνω που είχε συνηθίσει εδώ…. 

Όμηρος και νέκυια, Κάλβος κυκλοδίωκτος, Ελύτης ο τον Άδη νικήσαντας, Κική Δημουλά +γοήμων μνήμη ετυμολογεί το χάρο με το έαρ, Σικελιανός στην Ιερά Οδό, ο Σολωμός και το δημοτικό τραγούδι, δεκαπεντασύλλαβος, Αριστοφάνης με τον Έποπα τον τανυσίπτερο, πλατωνικός μύθος του σπηλαίου, Σεφέρης και μυθιστόρημα, Παπαδιαμάντης με μινυρίσματα και πάθια. 

Στις υπώρειες του καιρού, στις εκβολές της λήθης, γοήμων μνήμη πολυδάκρυτη, φθορά του χρόνου, υπαινιγμοί ουτοπίας, ανεπίδοτοι έρωτες λανθάνουν. Ένας νόστος για να ριγήσει η μνήμη του νερού  και να γίνει η αναγνώριση (από την άγνοια στη γνώση), όλα αυτά στη βαθειά πατρίδα, ενώ έξω παραμονεύει η ξενιτειά. Σε μια   διαδήλωση κιονίσκων ενάντια στη λήθη η ποιήτρια ηγείται ενός άυλου αγώνα για ένα δίκαιο μοίρασμα της αιώνιας αγάπης, το δέσιμο της οποίας τρυπάει το θάνατο, αφού ο έρωτας είναι πιο κραταιός απ’ την τέχνη. Άφατη μελαγχολία στο γλυπτό της Αμφαρέτης, σαν οφειλή ανεξόφλητη, σαν να γλυστράει το άρρητο, σαν να απουσιάζει η αίσθηση του ηττημένου χρόνου.
 
Η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο θριαμβεύει, η σφίγγα χαρίεσσα ατενίζει μετωπικά το επέκεινα κι η ποιήτρια κλέβει εξαίσιες λέξεις και δημιουργεί, μια χοϊκή κοσμογονία.
                      ( Γλώσσα πλασμένη με τροχό κεραμεικό
                     σαν τον πτηνόμορφο πηλό είν’ έτοιμη για πτήση.)
Στην κατάβαση της στη βαθειά παλιά πατρίδα η ποιήτρια κατάφερε να αντλήσει το υλικό που θα της χρησιμεύει να πετάξει, να δημιουργήσει την ποιητική της γλώσσα. Εκεί στην αληθινή πατρίδα ο κότσυφας( η ποιήτρια;) - παράβαλε το σκοτεινό τρυγόνι του Παπαδιαμάντη- είναι πιο τυχερός από το άστεγο κορίτσι· γιατί εκεί έχει νερό, ποτάμι που τρέχει, αφράτο χώμα, απαραίτητα για την ποιητική δημιουργία, ενώ απάνω τα πάθη του κόσμου είναι ατέλειωτα. Και όπως η νέκυια στην ωδή του Κάλβου λειτουργεί λυτρωτικά για τον ποιητή και τον βοηθάει στον αγώνα του, έτσι και η νέκυια που αποκαλύπτεται από τα αναθηματικά επιγράμματα του Κεραμεικού μεταπλάθεται σε ποιητικό υλικό, ψήγματα αδαμάντινου ποιητικού λόγου  που αποτελεί τη δικιά μας αριστοτελική κάθαρση και παρηγορία.
 Ολίγες σκέψεις ατάκτως ερριμένες που τις καταγράφω για να επισημάνω που οδηγήθηκα εγώ διαβάζοντας τα ποιήματα αυτά τα οποία θεωρώ τα καλύτερα και πιο ώριμα από την μέχρι τώρα ποιητική παραγωγή της Τασούλας Καραγεωργίου. Θα χαρώ να μάθω από άλλους ειδήμονες της κριτικής μια πιο εμπεριστατωμένη ερμηνεία. 
 
             Η ΠΗΛΙΝΗ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ
Δέν τά κοιτάζω πιά ἐκεῖνα τά μικρά κεραμικά ἀντικείμενα,
           -τά περισσότερα κτερίσματα σέ τάφους·
τίς πινακίδες μόνο πού τά συνοδεύουν αντιγράφω.

Κρυφά ἀπό τούς τουρίστες καί τούς φύλακες
                      κλέβω εξαίσιες λέξεις.
Φεύγω κρατώντας μιά περιουσία,
σ' ἕνα μπλοκάκι, μιά χοϊκή κοσμογονία:
               ὁμοίωμα ἔνθρονης θεᾶς, εἰδώλιο κουροτρόφου
               ἀρύβαλλος και λήκυθος, ὑδρία, ὄλπη, σκύφος
                  κέρνος και κύλικα μελαμβαφής·
                ἕνα μυροδοχεῖο.

(Γλώσσα, πλασμένη με τροχό κεραμικό,
σάν τόν πτηνόμορφο πηλό εἶν' ἕτοιμη γιά πτήση.)