Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ο Σακελλαράκης με τσι αθανάτους.

Με μεγάλη θλίψη πληροφορηθήκαμε το θάνατο του Γιάννη Σακελλαράκη του αρχαιολόγου, του πανεπιστημιακού μας δασκάλου, του επιστήμονα που δέθηκε τόσο με την Κρήτη, το Ιδαίο Άντρο, τη Ζώμινθο, τις Αρχάνες, τα Κύθηρα.Δεν ξεχνώ τις παραδόσεις του στη Φιλοσοφική της Αθήνας, την καταδεκτικότητά του, τις προτάσεις του. Παραθέτω ένα δικό του κείμενο από το παρακάτω εικονιζόμενο βιβλίο και το συνοδεύω με τη μαντινιάδα που του ΄γραψε σε μια γλάστρα ο Αριστείδης ο Χαιρέτης ο μαντινιαδολόγος:
"Το χρώμα που 'χουν τα βουνά πήρανε τα μαλλιά σου,
μα ό,τι γυρεύεις μες στη γης βρίχνεται στην καρδιά σου."
 

Αυτοπροσωπογραφία
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στην οδό Ηπείρου, στην Αθήνα. Αν και δεν θυμάμαι κάποιο νανούρισμα, φαντάζομαι πώς κάτι θα είχε να κάνει με τα κύματα της Ανατολής, αφού ή μητέρα μου ήταν από τη Χίο, το πιο θαλασσινό και το μόνο ελεύθερο κομμάτι της Ιωνίας. Στις παιδικές μου μνήμες πάντα υπάρχουν τα κύματα μιας ακρογιαλιάς, του Σκαραμαγκά, του Πειραιά, του Σαρωνικού ή του Αιγαίου. Φαντάζομαι πώς κά­ποιο τέτοιο απροσδιόριστο κύμα έβαλε στον νου μου τον στό­χο τής ζωής μου, την έρευνα του προϊστορικού Αιγαίου, και στην καρδιά μου τη στάση ζωής του ταξιδιώτη.
Υποπτευόμουν από χρόνια τη μυστική επίδραση τής πολύμορφης, πολύβουης θάλασσας, και ίσως για πρώτη φο­ρά τη συνειδητοποιώ διαυγέστερα. Αυτό είναι και το προσωπικό μου κέρδος στην πρόκληση αυτής τής δημόσιας ενδοσκόπησης. Αγαθόν το εξομολογείσθαι, μάς θύμισε σχετικά πρόσφατα ο Τσαρούχης, και καθετί αγαθόν είναι και ψυχωφελές, θα πρόσθετα. Άλλωστε με τη διερεύνηση χα­μένων μυστικών ζωής καταγίνομαι δεκάδες χρόνια τώρα, ανασκάπτοντας το παρελθόν στο χώμα. …..Στην περίπτωση μου παιδικός άλλα και εφηβικός τόπος είναι ο Πειραιάς και χρόνος το τέλος της δεκαετίας του 1940 και οι αρχές τής δεκαετίας του 1950. Παιδικός φίλος, μέχρι να φύγει για την 'Ιταλία, ήταν ο Κουνέλης. Ποτέ δεν ήμουν αυτό πού λένε καλός μαθητής, ευτυχώς όμως είχα καλούς δασκάλους. Ή μητέρα μου, συνδρομήτρια στον καιρό της στην περίφημη Διάπλαση των Παίδων, είχε φυσικά παίξει τον ρόλο της. Από μικρός διάβαζα πολύ - ό,τι έπε­φτε στα χέρια μου και όχι μόνο παιδική λογοτεχνία. Τώρα που το σκέπτομαι, προτιμούσα από τον 'Ιούλιο Βερν την Πηνελόπη Δέλτα. "Εμαθα νωρίς να σταματώ στις προθή­κες των βιβλιοπωλείων και περίμενα με αγωνία την Πρω­τοχρονιά για τα βιβλία-δώρα που θα έπαιρνα. Σιγά σιγά άρχισα να αγοράζω και ο ίδιος. Ευνοούμενος των πρωιμότερων χρόνων ό Καρκαβίτσας, όχι τόσο ο Ζητιάνος όσο βέ­βαια τα θαλασσινά Λόγια της πλώρης. Είναι ίσως αξιοση­μείωτο ότι ο Αρχαιολόγος του δεν μου έκανε εντύπωση.
'Εκείνα τα χρόνια η μόνη σχεδόν αλλά καθημερινή πηγή πνευματικής τροφής ήταν το ραδιόφωνο, πού ανάμεσα σε πολλά και ποικίλα είχε εκπομπές ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας. Άκουγα κι εγώ μανιωδώς διάφορα, από τη Ζωή και το θάνατο του Καραβέλα του Θεοτόκη μέχρι το 'Αγριο­λούλουδο του Νιρβάνα, και ακόμη θυμάμαι τη δροσερή, τρεμάμενη φωνή της 'Αντιγόνης Βαλάκου, που το διάβαζε. Από ραδιοφωνικές εκπομπές πρωτογνώρισα το θέατρο, και θυμάμαι πάντα τη φωνή της Κυβέλης, στομφώδη βέβαια αλλά μοναδική, ίδιο κρύσταλλο. Άκουγα όσο μπορούσα ρα­διόφωνο, και από κει προέρχονται τα πρώτα μου, ποικιλό­τατα, ακούσματα. Από νωρίς έστηνα αυτί για κάθε ψίθυρο τέχνης. Στον Πειραϊκό Σύνδεσμο τής εποχής πήγαινα όχι μόνο για τις φιλολογικές αλλά και για τις λίγες μουσικές βραδιές. Με τη ροπή μου ήδη στη φιλολογία, σιγά σιγά πή­γαινα μακρύτερα, στην Αθήνα, στο τότε Βασιλικό Θέατρο, πού οργάνωνε φιλολογικά απογεύματα με τους σπουδαίους ηθοποιούς που το υπηρετούσαν.
Το ραδιόφωνο είχε τότε μια εκπομπή με τον τίτλο «Δί­σκοι στην τύχη». Αυτός θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος της πνευματικής αυτοπροσωπογραφίας μου, καθώς τυχαία γύριζα το κουμπί του ραδιοφώνου, τυχαία έβλεπα κάποιον τίτλο βιβλίου. Τυχαία; Τί είναι τύχη, ποια ήταν ή δική μου αρχαιολογική τύχη; αναρωτιέμαι σε ένα κεφάλαιο του βιβλί­ου μου Ανασκάπτοντας το παρελθόν, ανήμπορος βέβαια να απαντήσω για μένα. Παράλληλα όμως βεβαιώνω κατηγο­ρηματικά για έναν σπουδαίο συνάδελφο μου, τον Ανδρόνικο, ότι δική του τύχη ήταν όχι μόνο ή έγκαιρη αναγνώριση του στόχου του αλλά κυρίως το αδιάλειπτο μυστικό κυνήγι τής πραγμάτωσης αυτού του στόχου, πού τον έκανε βέβαια και στοχαστή. Γι' αυτό και κατάφερε να γράψει: «Δεν περά­σαμε από τη ζωή ανυποψίαστοι κι ούτε κύλησαν άδειες οι μέρες μας κι ούτε γέμισαν μοναχά με τον εαυτό μας».
Χρόνια και χρόνια σαν εσωτερικό λογότυπο της αρχαιο­λογικής μου έρευνας είχα το της Γραφής «ο ζητών ευρήσει και τω κρούοντι ανοιγήσεται). Μέχρι πού έτυχε πάλι να μελετήσω ένα θέμα του Πικάσσο, να ενδιαφερθώ ακόμη για τον ίδιο και να ανακαλύψω την αντιστροφή του ρητού, αφού ό Πικάσσο δήλωνε «Δεν ψάχνω, βρίσκω». Το μήνυμα είναι το ίδιο μ' αυτό που στέλνει σε όποιον αναγνώστη του ο Ελύτης με το δοκίμιο του για τις τρεις  «περίφημες» λέξεις: «Τέχνη, Τύχη, Τόλμη». Από μόνη της φαίνεται λοιπόν πως η τύχη δεν είναι αρκετή.
Η πρώτη μεγάλη μου τύχη είναι πώς μου 'πεσαν κατακέφαλα τρεις ογκόλιθοι, ο Κάλβος, ο Καβάφης και ο Καζα­ντζάκης, οι δύο πρώτοι από το γυμνάσιο και ο τρίτος από το σπίτι. Η πληγή του πρώτου αιμορραγεί μόνιμα, όχι μόνο γιατί μου άνοιξε διάπλατα τον μαγικό κόσμο της ποίησης αλλά και για τις υψηλόφρονες, όσο και η γλώσσα του, ιδέες. Μπορεί ό Κάλβος να είναι ο αίτιος της ανασκαφικής μου στάσης, πού κυμαίνεται από τον σεβασμό μέχρι το δέος, απέναντι σε όλους τους νεκρούς που έχω ξεθάψει, για τον φόβο πως ανάμεσα τους κρύβονταν και κάποιες άγιες ή και ηρωικές ψυχές. Φυσικά είμαι ενήμερος πώς στον αμνήμονα τόπο μας η Αύρα τού Κάλβου ηχεί συχνά παράφωνα, σαν αρχαϊστικό κατάλοιπο, όσο και αν η φιλοπατρία σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη θεωρείται ή ύψιστη πολιτική αρετή.
Με τον Καβάφη τα πράγματα ήταν βέβαια διαφορετικά, αφού απλώς ανήκω στα αναρίθμητα άτομα που πλειοψήφη­σαν πρόσφατα στην επιλογή του, όπως και τού Βενιζέλου, ως ενός εκ των δύο σημαντικότερων προσώπων της Ελλά­δας του 20ού αιώνα, ξαφνιάζοντας ίσως τους επίκαιρους της εβδομάδας ή και του μήνα. Βρίσκομαι, φυσικά σε αμηχανία να σχολιάσω τον ποιητή, γνωρίζοντας μερικά από όσα έγραψαν άλλοι, κατά πολύ αρμοδιότεροι μου. Αρκούμαι να τον αποσυνδέσω από ό,τι έχω καταμάθει ως ελλαδικότητα και να τον χαρακτηρίσω Έλληνα της διασποράς, της Μεγάλης Ελλάδας του καιρού του. Φαντάζομαι πώς στον Κα­βάφη με έθελξε η αποστασιοποιημένη, αποφθεγματική διδακτικότητα, και ίσως ό Καβάφης είναι ο αίτιος του αγώνα μου να είμαι και δάσκαλος.  
 Αν ό Καβάφης μου έμαθε τον τρόπο, ό Καζαντζάκης μου έδειξε τον τόπο. Τον συγγραφέα της Κρήτης ανακάλυψα από την Ελευθερία, που τη διάβαζε ο πατέρας μου και δη­μοσίευε τότε σε συνέχειες τον Φτωχούλη του Θεού. Με το που άνοιξα τον Καπετάν Μιχάλη συγκλονίσθηκα, και ας μην είχα, παρά την κατάληξη του επιθέτου μου σε -άκης, καμία σχέση με την Κρήτη, που μέχρι τότε καν δεν γνώριζα. Τί γλώσσα, τί άνθρωποι, τί τόπος! Τί πάθος, τρέλα, αγώνες! Η μεγαλόστομη γραφή και, ακόμη περισσότερο, οι παράφρονες άνθρωποι πού έτρωγαν τα αυγά με τα τσόφλια ήταν βέβαια ό,τι χρειαζόταν ένας έφηβος σαν κι εμένα. Για κάποιον που πάσχιζε, ίσως και μάταια, στη ζωή του μόνο και μόνο να μεταταχθεί από την τάξη των δούλων στους απελεύθερους, κατά το αρχαίο σπαρτιατικό πολίτευμα, η απελπισμένη κραυγή του Καζαντζάκη «Είμαι λέφτερος» ήταν μια μακρινή ακτίνα φωτός.
Προτού τελειώσω το γυμνάσιο η μοίρα μου είχε κιόλας προδιαγραφεί. 0ι σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή της  Α­θήνας ήταν μονόδρομος, όχι μόνο γιατί ήμουν ατάλαντος για οτιδήποτε άλλο μα και γιατί ποθούσα να γίνω δάσκαλος. Δεν γνωρίζω αν έχω διαίσθηση στην ανεύρεση αρχαίων, όπως λέγεται, 'ίσως όμως από τότε είχα διαισθανθεί πώς το μέγιστο, μόνιμο ελληνικό πρόβλημα ήταν ή παιδεία και ήθελα να την υπηρετήσω.  Έτσι λοιπόν πλούτισα απροσδόκητα στον κόσμο όχι μόνο της γνώσης αλλά και της τέχνης.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ή πολιτιστική από­σταση που χώριζε την Αθήνα από τον Πειραιά ήταν τερά­στια και η φοιτητική ζωή στη Σόλωνος ήταν παραδείσια, αφού άπλωνες το χέρι σου και έδρεπες καρπούς. Τότε ήταν η πρώτη μου επαφή με τις εικαστικές τέχνες. Τότε γιγα­ντώθηκε η αγάπη μου για το θέατρο. Δεν ήταν μόνο ο Κουν και το Θέατρο Τέχνης που με έθρεψαν, ακόμη και με τα πιο πρόσφατα έργα του διεθνούς δραματολογίου. Ήταν και το Εθνικό Θέατρο. Ήταν και τα σπουδαία θεατρικά πρόσωπα εκείνων των χρόνων, η Λαμπέτη και η Παξινού, που και μόνο η ανάμνηση της ως Μπερνάρντα  Άλμπα γεμίζει την καρδιά μου από την τραγωδία της  Ισπανίας του Λόρκα. Ήταν ακόμη και ο Ροντήρης, που μαθήτευσα, θα έλεγα, κοντά του σχεδόν δύο χρόνια, συμμετέχοντας και με άλλους φοιτητές και φοιτήτριες στην προετοιμασία μιας παράστασης των Περσών του Αισχύλου από τη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η προσπάθεια ήταν ατελέσφορη, κι έτσι δεν πάτησα το θεατρικό σανίδι ως απλό μέλος του χορού ή και ως Έξάγγελος. Πολλά χρόνια αργότερα συνειδητοποίησα όμως πως η ιδέα της σωστής εκφοράς του λόγου ως κύριου στοιχείου επικοινωνίας για οποιονδήποτε, και ίσως το άλφα και το ωμέγα για τον δάσκαλο, οφείλεται σ' αυτόν τον άλλο δάσκαλο, τον Ροντήρη.
 Όμως και οι δάσκαλοι της δουλειάς μου, ο Ζακυθηνός, ο Μαρινάτος, ο 'Ορλάνδος, ήταν άφθαστοι, οι τελευταίοι πανεπιστήμονες της ελληνικής αρχαιολογίας.  
…….Ο  Παρθενώνας ήταν ή κορυφαία στιγμή της αρχαίας ελληνικής τέχνης, όμως εμένα δεν με ενδιέφερε αποκλειστικά η ιστορία της τέχνης αλλά η ζωή, δεν με ένοιαζε η διερεύνηση του είναι αλλά του γίγνεσθαι, δεν με απασχολούσε η αποθέωση αλλά η αναγνώριση του δύσβατου δρόμου. Γι' αυτό επέλεξα την έρευνα της προϊστορικής αρχαιολογίας και, για να χρησιμοποιήσω την τρέ­χουσα ορολογία, θέλησα να διερευνήσω και, αν καταφέρω, να αναγνωρίσω το προϊστορικό γονίδιο του  Ικτίνου και του Φειδία. Πεισματικά ίσως ξεκίνησα αιρετικός και συνέχισα ψάχνοντας την αθέατη πλευρά των υλικών κατάλοιπων, όποιων κατά τα άλλα απλών αρχαιολογικών ευρημάτων έρχονταν στο φως.
Η επιστημονική σκευή μου παρέμεινε κατά τα άλλα ψυχρή, ούτε μία λέξη φαντασίωσης δεν εμφιλοχώρησε σε επιστημονικό μου κείμενο. Μπορεί λοιπόν να μην έγραψα πως φαντάζομαι τα παραμύθια, τα τραγούδια, ακόμη και τα ερωτικά ποιήματα της μινωικής Κρήτης, αλλά δεν θα ανε­χθώ την κατηγορία ότι δεν υποπτεύθηκα καν την ύπαρξη τους. Ο σπόρος αυτών των ιδεών έπεσε στα φοιτητικά μου χρόνια. Κάθε φορά που ατενίζω από τότε μια κόρη της Α­κρόπολης να χαμογελά, αναρωτιέμαι αν γνώριζε τους επερ­χόμενους Περσικούς Πολέμους. Κάθε φορά πού διαβάζω ένα αρχαϊκό επίγραμμα, ψάχνω για τα χαμένα αισθήματα στον χρόνο.
Δεν είναι λοιπόν η κλασική περίοδος αλλά η αρχαϊκή εποχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης η περίοδος πού με μα­γεύει, και προσπάθησα πάλι να τη βιώσω μέσα από, τί άλ­λο, τη λυρική ποίηση: Αλκαίος, 'Ανακρέων, Αρίων, 'Αρχίλο­χος, Βακχυλίδης, Ιβυκος, Σαπφώ, Σιμωνίδης - σε αλφαβη­τική σειρά, για να μη θίξω τη μνήμη κανενός…
Ανάμεσα στους αρχαίους λυρικούς πού απομνημόνευα ήταν φυσικά και η δέκατη Μούσα, η Σαπφώ, ερωτομανέστατη, όπως σχολίασαν ήδη στην αρχαιότητα. ….'Άλλωστε ανήκαμε σε μια τυχερή γενιά, γιατί, αν επαναστατήσαμε με τον Θεοδωράκη, ερωτευθή­καμε πάντως με τον Χατζιδάκι.
Με την πνοή των Μουσών το συντροφικό τρεχαντήρι άνοιξε πανιά για το ταξίδι της ζωής σε πελάγη και ωκεα­νούς. 'Άλλοτε παρέπλεε αγαπημένες ακτές και άλλοτε πε­λαγοδρομούσε σε άξενα νερά. Τα κύματα άλλοτε συντρό­φευαν το σκαρί χαϊδεύοντας τα πλευρά του και άλλοτε θρασομανούσαν για να το συντρίψουν. Ντρέτο το κράτησε ο αρχιλόχειος ρυθμός. Τριάντα πέντε χρόνια ανασκαφής στο κρητικό λιοπύρι κάθε Ιούλιο στις Αρχάνες μοιράστηκαν με ισάριθμους χειμώνες μοναξιάς για τη συγγραφή κάποιων χιλιάδων επιστημονικών σελίδων. Η αποξήρανση από την επιστημονικοφάνεια ίσως αποφεύχθηκε το καλοκαίρι με το «Καλημέρα» και το «Ίντα κάνεις;» της γειτόνισσας και τον χειμώνα με καλούς φίλους. Ασφαλώς και ο μόχθος της δουλειάς ήταν μεγάλος, αποφύγαμε όμως το χειρότερο: την πλήξη. Η αδιάλειπτη έρευνα μας πλούτιζε συνέχεια με εκπλήξεις, οι ανασκαφικοί θησαυροί γίνονταν πνευματικοί, αφού με την αλχημεία των Μουσών ο πηλός γινόταν χρυσάφι.
Η ανακάλυψη του πρώτου ασύλητου βασιλικού τάφου στις Αρχάνες το 1965 σημαδεύτηκε από το τηλεγράφημα ενός φίλου, πού μας έγραψε «Ξαναζεί ό Ιδομενέας». Στην πρώτη μου διάλεξη στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το 1970, ό ίδιος φίλος μας χάρισε τον δίσκο του Idomeneo, re di Creta του Μότσαρτ. Αν δίνω όνομα στο πρόσωπο, το κάνω μόνο γιατί σχετίζεται, έμμεσα έστω, με την ποίηση. Ήταν ο Λη Πόμερανς, πατέρας του Μπέρναρντ Πόμερανς, του συγγραφέα του Ανθρώπου-ελέφαντα, του ποιητικότερου, κατά τη γνώμη μου, έργου του αμερικανικού δραματολογίου. Ίσως γι' αυτό στην επιλογή του στόχευσε σωστά. Η ανασκαφή στις Αρχάνες δέθηκε παράξενα με μουσικές πολύ πριν ανακαλύψουμε το αρχαιότερο μουσικό όργανο της Ευρώπης, ένα πήλινο σείστρο του 21ου αιώνα π.Χ. Δεν ήταν μόνο τα τραγούδια των εργατών ή των φοι­τητών, ήταν και η θεϊκή φωνή της Μαρίας Κάλλας, πού αντηχούσε θεσπέσια στην κατάφυτη αυλή του σπιτιού της ανασκαφής.
Το υπέροχο ταξίδι στον χρόνο, πού ξεκίνησε από την α­νασκαφή των Αρχανών, μας προετοίμασε για πλήθος κοινά ταξίδια. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη μας φροντίδα ή επίσκε­ψη ενός αρχαιολογικού μουσείου, οπού πηγαίναμε, αλλά ό,τι μας έλειπε στην Ελλάδα, πρώτα και κύρια η μεγάλη ζω­γραφική. Ο Ιερώνυμος Μπός της Μαδρίτης και της Βιέν­νης με δαιμόνισε για τη σχέση του με έναν ανώνυμο Μινωίτη σφραγιδογλύφο. Πιο πολύ γοητεύθηκα από τον Ρέμπραντ στο Κάσελ παρά στο 'Άμστερνταμ. Οι πολλές δεκάδες των παραλλαγών ενός μόνο θέματος τού Σεζάν σε μια έκθεση στην Μπάζελ μού κατέδειξαν τις άπειρες αγωνιώδεις στιγ­μές στη δημιουργία τής μεγάλης τέχνης. Άπό τήν αναδρο­μική έκθεση τού Ματίς στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης κράτησα στη μνήμη μου τις ανταύγειες των χρωμάτων πού έσταζαν από ένα πανέρι πορτοκάλια, σε έναν πίνακα όπου ο Ματίς συνδιαλεγόταν με τον Πικάσσο. Μιά έκθεση τού Γκωγκέν στο Τόκιο με έθελξε πιο πολύ απ' όλους τους ιμπρεσιονιστές στο Παρίσι. Η τελευταία έκθεση των κεραμικών του Πικάσσο στο Λονδίνο, λόγω της φύσης του υλικού, ήταν η χαρακτηριστικότερη της μεγαλο­φυίας του καλλιτέχνη.  Ήταν μεγάλη στιγμή όταν μπήκα στο ατελιέ του  Όσκαρ Κοκόσκα, αφού του πρόσφερα ό,τι είχα, μια ιδιωτική διάλεξη για την ανασκαφή των Άρχανών.
Τα ταξίδια των αισθήσεων δεν ήταν φυσικά γεμάτα μό­νο χρώματα, αλλα πλημμύριζαν και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με αφές, γεύσεις, μυρωδιές και ήχους. Από τον Βορρά ήταν ο Γκρήγκ, πού στο «Τραγούδι της Σολβέιγ» με­ταδίδει στους αιθέρες, χωρίς τους συνήθεις βαρύθυμους δρα­ματικούς τόνους του Ίψεν, τη νοσταλγική πρόσκληση της επιστροφής του Πέερ Γκύντ, ενός άλλου υπερπόντιου Οδυσ­σέα, στον μυχό ενός νορβηγικού φιόρδ. Από τη Λουιζιάνα του Νότου, τον Μισισιπή και τη Νέα 'Ορλεάνη κράτησα τον βαθύτατα μελωδικό ρυθμό των Αφρικανών, ίσως γιατί κατάφεραν να αποφύγουν την αφομοίωση και της ψυχής τους στον άλλο κόσμο. Το πρώτιστο σημείο του δικού μου ορίζοντα ήταν όμως η Ανατολή, που με μαγνήτιζε. Πέρασε καιρός για να αντι­ληφθώ πως οι πνευματικοί κραδασμοί στο Αιγαίο σχετίζο­νται μυστικά με τους τεκτονικούς, πως η κινητήρια δύναμη των σεισμών, αυτή η τρομερή, παμμεγίστη ευρασιατική πλάκα, έχει την καρδιά της στην Κεντρική Ασία, μήτρα ταυτόχρονα της 'Ιωνίας. Κάθε ταξίδι στην Ανατολή λοιπόν γινόταν από την ανάγκη της εξισορρόπησης της Δύσης, για να δροσισθεί ο λογισμός με τις αρχέγονες ιδέες του ονεί­ρου. Σαν να ονειρευόμουν μια ζεστή, υγρή νύχτα δίπλα στον Τίγρη, καθισμένος πάνω σ' ένα χρωματιστό χαλί, στρωμένο ανάμεσα σε χουρμαδιές, κουβεντιάζοντας για τη μοίρα του κόσμου. Στην αγορά της Βαγδάτης την άλλη μέρα ο­νειρευόμουν ίσως ένα παραμύθι, καθώς βύθιζα την παλάμη μου σ' ένα σακί παραγεμισμένο με αποξηραμένα τριαντά­φυλλα. Σαν να μου φάνηκε να μεταμορφώνεται το χέρι σε πανάρχαιο πήλινο σκεύος, καθώς τα τριαντάφυλλα θρόιζαν σπάζοντας τα πέταλα, ευωδιάζοντας σε χίλια χρώματα.
Στα σκαμμένα πρόσωπα των Κούρδων αναγνωρίζαμε τους Σουμέριους, πανάρχαιους όσο και οι Αρμένιοι, τον λαό πού ζήλεψα για ό,τι ακριβότερο: την ιστορική του μνήμη. Στο κατώφλι μιας απόμακρης εκκλησιάς του Γερεβάν, και μόνο βλέποντας το ζεστό ακόμη αίμα, κατάλαβα πιο πολύ τις ζωοθυσίες απ' όσα έναν χρόνο στη Χαϊδελβέργη, δου­λεύοντας ακριβώς σ' αυτό το θέμα το διδακτορικό μου. Ακόμη και ο θρήνος στην Αρμενία είναι περήφανος, ο θρή­νος του μετανάστη, του Αρμένιου της διασποράς.
Στα ταξίδια μας στην Ανατολή, αν δεν έφθασα στην Σαμαρκάνδη, όμως ατένισα τον Καύκασο και το Αραράτ. Ήταν καιρός λοιπόν τη δεκαετία του 1980 να πάρω στην Κρήτη τα βουνά. Η επιστημονική αφορμή της ανασκαφής του Ίδαίου Αντρου ήταν η ελπίδα να είχε κάτι απομείνει στη σπηλιά από την πρώτη μεγάλη ανασκαφή εκατό χρό­νια πριν, το 1885. Για άλλη μια φορά ό πνευματικός πατέ­ρας μου, ό Ελύτης, έδειχνε τον δρόμο στον υπαρκτό κόσμο των ιδεών:
Τα θεμέλια μου στα βουνά
 και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.
Για άλλη μια φορά μια ανασκαφή μετατράπηκε σε θησαυροθηρία. Τώρα όμως έσκαβα ένα σεβάσμιο λατρευτικό κέντρο, τον τόπο γέννησης του μέγιστου Έλληνα θεού, του Δία, την ίδια τη Βηθλεέμ της αρχαιότητας. Στην ταξινό­μηση χιλιάδων πολύτιμων αφιερωμάτων έψαχνα την καρδιά της Κρήτης και τη διαχρονική της ιστορία. Δεν ήταν μόνο σπουδαία έργα τέχνης τα ευρήματα, ούτε και μόνο ένδοξα ιστορικά κατάλοιπα, αλλά συμπυκνωμένα τα τραύματα, οι πόνοι, οι ελπίδες και οι χαρές χιλιάδων πιστών αφιερωτών. Για άλλη μια φορά οι αισθήσεις αντιμάχονταν τη λογική.
Η τεράστια, σαν φυσικό αντηχείο, σπηλιά πλημμύριζε φωνές και ήχους του παρελθόντος, μυθικές σαν την κρούση των ασπίδων των Κουρητών. Ηχεία του παρόντος χρόνου, οι ζωντανοί συνέχιζαν να καταγράφονται στην αιωνιότητα του χώρου, όπως οι μαντινάδες και η λύρα των βοσκών. Μια μέρα, μέσα στη σπηλιά ακούσθηκε η Γκουίνεθ Τζόουνς. Μια άλλη μέρα, ο Ξαρχάκος μου ταίριαξε τη δυναμική γαλήνη του τοπίου και των κατά καιρούς ανθρώπων του με τη Συμφωνία αρ. 4 του Μάλερ. Ήταν νύχτα όταν  ο Ψαραντώνης μου δίδαξε τους μαγικούς ήχους της σιωπής. Στα 1.500 μέτρα στο βουνό ο πάντοτε υψηλός αιματοκρίτης μου έφθανε σε επικίνδυνα ύψη. Σάλευε ο νους μου. Νόμιζα πια πως με είχε ευλογήσει ό Καζαντζάκης μ' εκείνη την κάρτ ποστάλ του Απόστολου Παύλου του Γκρέκο, όταν μου ευχήθηκε «Ο θεός της Κρήτης μαζί σας πάντα». Λειτουρ­γούσε τότε στο Ηράκλειο η έκθεση του Θεοτοκόπουλου, που είχε συνταράξει τον κόσμο, πιο πολύ και από την τελευταία στην Αθήνα. Είχα δει έναν ορεσίβιο να ξεζώνεται και να αφήνει το σιδερικό του για να μην ηχήσουν τά μηχανήματα της ασφάλειας στην είσοδο. Είχα δει κάποιον άλλο να εξομολογείται.
 Εγώ στα ύψη είχα ξεχάσει τον αρχιλόχειο ρυθμό, πού τον θυμήθηκα ένα λυκαυγές. Σκοτάδι ακόμη, κοιτούσα το βου­νό, όταν η νυσταγμένη φωνή του βοσκού που μου έψηνε τον καφέ με συνέφερε. «Εσύ θα χαθείς στα βουνά!» είπε. Αλη­θινά, τρόμαξα. Το βράδυ της μέρας που ξημέρωσε, κρατώ­ντας αναμμένα κεριά, κατεβήκαμε στη σειρά ολόκληρη η παμπληθής ανασκαφική ομάδα στο Ιδαίο Άντρο, για μια άλλη μουσική καταβασία. Θα τραγουδούσε ο Λουδοβίκος των Ανω­γείων με το μαντολίνο του. Για πρώτη φορά η σπηλιά γέμι­σε φωνές και του τρίτου χρόνου, του μέλλοντος. «Τί θες να παί­ξω;» ρώτησε ξαφνικά ό Λουδοβίκος. «Ό,τι θες», απάντησα.
Ακούστηκαν τότε από τα Παράλογα του Μάνου Χατζιδάκι οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου για τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης»:
Κοιμήσου, Περσεφόνη, στην αγκαλιά της γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.
Σαν να εκφράσθηκε μυστικά απ' τα έγκατα ο φόβος της γης για τους άρχαιόπληκτους αρχαιολόγους, για μένα. Την ίδια στιγμή αποφάσισα να κλείσω την ανασκαφή του Ιδαίου Άντρου, να πάψω να ανακαλύπτω θησαυρούς, όχι μόνο για να μην παραδοθεί άλλος ένας άγιος τόπος στην εκμετάλ­λευση, ακόμη και στη δική μου, άλλα ίσως για να σώσω και την ψυχή μου από την Ύβρη. Ποιος ήμουν άραγε για να διαταράσσω τή σκόνη του χρόνου...
Παραδίδοντας πριν από χρόνια τα Παράλογα, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει:
Τα Παράλογα είναι ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών για σιωπηλή και κατ' ιδίαν ακρόαση. Το θέμα των τραγου­διών είναι η αθάνατη Ελλάδα σ' όλη την ένδοξη διαδρομή της και γι' αυτό απαιτείται απ' τους ακροατές προσήλω­ση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία [...].
Τα Παράλογα αποτείνονται σε μια σιωπηλή κατηγορία ανθρώπων πού δύσκολα συναντά κανείς στον ελλαδικό χώρο.
Υπνώττουσα για χρόνια, η θρησκευτικότητα φορτίσθηκε εκείνα τα χρόνια στο Ιδαίο 'Άντρο, ίσως και από τη συμπύκνωση της ατμόσφαιρας του από τις προαιώνιες προσευχές ιερέων και πιστών. Καλά τά έλεγε δ Εκκλησιαστής γιά τή σοφία, αυτή τη μανία της γνώσης:
[...] υιέ μου, φύλαξαι του ποιήσαι βιβλία πολλά' ουκ έστι περασμός [...].
[[...] πρόσεχε, γιέ μου, το να γράφει κάνεις πολλά βιβλία δεν έχει τέλος [...].]
Και αλλούυ:
Τοις πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν. [...] καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν [...].
[Για κάθε πράγμα υπάρχει καθορισμένος χρόνος και υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα κάτω από τον ουρανό. [...] 'Υπάρχει καιρός για να σιωπήσει κανείς, υπάρχει καιρός για να μιλήσει.]
Τότε ακριβώς διάβασα τον «Λόγο της σιγής». Σε ένα ταξίδι μου στην πόλη πού ενσαρκώνει το όνειρο, την Κωνσταντινούπολη, φίλησα το χέρι του Μελίτωνα. Ο πιο σεβάσμιος ιερωμένος που συνάντησα άκουγε μόνο, δεν μιλούσε. Φεύγοντας, μου χάρισε ένα βιβλιαράκι με δύο κηρύγματα του στον 'Άγιο Μηνά στο Ηράκλειο. Ο δεύτερος λόγος, ο «Λόγος της σιγής», ήταν μια ανάλυση του στίχου «χαίρε σιγής δεομένων πίστις» του Ακάθιστου Υμνου, με αφορμή την απόλυτη σιωπή της Παναγίας:
Η σιωπή ακολουθεί τον Θεόν και συνοδεύει την δημιουργίαν. [...] Σιγή συνοδεύει την εσωτερικήν ησυχίαν και περιβάλλει το «άκτιστον φως» και ανεβάζει εις τά ύψη της νοεράς προσευχής τον πνευματικόν άνθρωπον.
[...] Πίσω και κάτω από την σιωπήν ετοιμάζονται και τελεσιουργούνται αι μεγάλαι ώραι της ανθρωπότητος. Εις την περιοχήν της μεγάλης σιωπής ευρίσκεται άλλωστε το μέγιστον μέρος της ιστορικής ανθρωπότητος. Αυτοί που έφυγαν από τον χώρον του λόγου. Είναι η σιωπή της αιωνιότητος.
Προσέχοντες βλέπομεν, οτι η σιωπή είναι συμπάρεδρος κάθε μεγάλης αξίας τής ζωής. Η σιωπή της αγιότητος, η σιωπή της σοφίας, η σιωπή της γενναιότητος, η σιωπή τής καρτερίας, η σιωπή της αγάπης και η σιωπή της θυσίας.
Είναι φανερό πως δεν κατάφερα ακόμη να σιωπήσω. Αν και με πιο ήρεμους ρυθμούς, συνέχισα το ταξίδι της γνώσης και των αισθήσεων. Πριν από λίγα χρόνια έκανα ακόμη και το ονειρικό ταξίδι στα Κύθηρα. Στο τρεχαντήρι ταξιδεύου­με συντροφιά πάντα με την Έφη. Πέρυσι σκάψαμε πάλι
στις Αρχάνες. Φέτος ξαναγυρίζω στα κρητικά βουνά, μόλις όμως στα 1.100 μέτρα, στη Ζώμινθο, έναν σπουδαίο μελλο­ντικό χώρο έρευνας. Δεν πρόκειται να ανασκάψω- θα συνε­χίσω να κλαδεύω τους θάμνους για να γίνουν δέντρα- θέλω να πάρω καθαρό αέρα, να μείνω μόνος με τη μινωική φύση της γαλήνης, να σκεφθώ τον χρόνο. Μελετώντας τον Μινώ­ταυρο, θα συνεχίσω να διερευνώ τον Λαβύρινθο, αλλά τον αυθεντικά μινωικό, όχι την αθηναϊκή εκδοχή του μύθου.
Ακόμη και το προσχέδιο της αυτοπροσωπογραφίας πού υποσχέθηκα δεν τελειώνει. Οι οποίες γραμμές προσπάθησα νά τραβήξω είναι ατελείς, και όχι μόνο γιατί είμαι άτεχνος. Στην πάλη μου πάλι με τον χρόνο, για να κλείσω τμήμα μιας ζωής σε λίγα λεπτά, παρέλειψα τόσα πρόσωπα της τέχνης πού με σημάδεψαν, κυρίως ξένους, από τον Ντοστογιέφσκυ μέχρι τον Σαίξπηρ, από τον Έλιοτ μέχρι τον Μπόρχες και τον Παπαδιαμάντη, τόσους ανθρώπους που συνάντησα και είπα μαζί τους μια κουβέντα ή και διάβασα μια γραμμή. Δεν παραλείπω βέβαια την έβδομη τέχνη, τις ταινίες του Τσάπλιν, του Αιζενστάιν, του Καζάν, του Μπέργκμαν, του Φελίνι, του Μιχάλκωφ. Από τα χρώματα των τελευταίων ταινιών του Κισλόφσκι προτιμώ φυσικά το Μπλε. Το γαλάζιο είναι το δικό μου χρώμα. Και από τις μουσικές του Πράισνερ διαλέγω τον ύμνο με τα ελληνικά λόγια του Απόστολου Παύλου για την αγάπη.
Ας είμαι ειλικρινής για τα χρώματα της παλέτας μου, που ήταν, λόγω της φυσικής μου αισιοδοξίας, φωτεινά. Το προσχέδιο αυτοπροσωπογραφίας είναι στην πραγματικότη­τα ατελέστατο, αφού δεν τολμώ να το φωτοσκιάσω. Η εξομολόγηση παραμένει ένα από τα επτά μυστήρια. Πως να καταδειχθεί η ποικιλότητα της ψυχής... Από τους τρείς Γιάννηδες του Πιραντέλλο, τον Γιάννη που νομίζουν οι άλλοι πως είναι, τον Γιάννη πού πραγματικά είναι και τον Γιάννη που νομίζει ο ίδιος πώς είναι, φάνηκε ένα κομμάτι μόνο του τελευταίου. Και να 'ταν μόνο τρείς… « Uno, nessuηο e cento mille», επιμένει δραματικά ο Πιραντέλλο, σαν προσωκρατικός συμπατριώτης του Εμπεδοκλή. Ένας, κα­νένας κι εκατό χιλιάδες. «Εις, εμοί μύριοι», προείπε ο μέ­γας εκείνος Ίων, ο Ηράκλειτος. Πρέπει να το ομολογήσω: Αρκετές φορές, ανασκάπτοντας το παρελθόν στο χώμα, ένιωσα ως κανένας.

Η αυτοπροσωπογραφία παρουσιάστηκε στις 17 Απριλίου 2000 στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη στην Πλάκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου