Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Διαβάζοντας ποίηση το 2013

Διαβάζοντας ποίηση το 2013
   Δεκέμβριος: ο μήνας που κάνουμε την αξιολόγηση των όσων διαβάσαμε, η εποχή που αλλάζουμε θέση σε βιβλία, θάβοντάς τα ή προβάλλοντάς τα σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης μας. Η δικιά μου παρουσίαση είναι εντελώς προσωπική, βασισμένη στην επαφή που είχα με την ποίηση επισκεπτόμενος βιβλιοπωλεία της πρωτεύουσας, αγοράζοντας ποιητικές συλλογές που ο ίδιος επέλεξα.  Γι΄ αυτό το λόγο πολύ εύκολα  κάποιος θα χαρακτήριζε ελλιπέστατη την   παρουσίαση και περιορισμένες τις ποιητικές μου επιλογές.
   Ξεχώρισα από τα τελευταία διαβάσματά μου τη  συλλογή Υπερώον του Γιάννη Ρίτσου, εκδόσεις Κέδρος,  στην οποία ο ποιητής εξομολογείται  σκέψεις και συναισθήματα καθώς είναι η σειρά του, τώρα,  «χωρίς φώτα, χωρίς σκηνικά και θεατές/ να παίξεις εαυτόν». Γραμμένα τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τα ποιήματα αυτά στα οποία προσπαθεί να διατηρήσει στη μνήμη ανθρώπους που εκτελέστηκαν για τις ιδέες τους. Αν αυτοί ξεχαστούν, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και για τον ίδιο τον ποιητή. 
Αντιγράφω την  «Αναδρομή»:  «Σαπουνόπερα, λάσπη, αγριόχορτα,/ σημαδεμένοι τοίχοι-/ πόσοι εκτελεσμένοι./ Τα κουμπιά απ' τα σακάκια τους,/ απ' τα πουκάμισά τους/ μαζεμένα/ σ' ένα κουτί σιδερένιο,/ κουδουνίζουν τις νύχτες./ Ράβω, ξεράβω στίχους/ να τους κουμπώσω ως το λαιμό/ μη μου κρυώσουν,/ μη μου ξεχαστούνε,/ μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ».
Μας βγάζει τα σώψυχά του και τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Διαβάζω ένα ποίημα ακόμη, το «Επιτέλους»:  Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄ το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».
  Μετά το Μαύρο Δάσος, Τα Λύτρα και τα Πεζογραφήματα διαβάσαμε φέτος συγκλονιστικά ποιήματα του Μάρκου Μέσκου στα «Ποιήματα της σκάλας», εκδόσεις Γαβριηλίδης. Όπως αφηγείται ο ίδιος στα "Ποιήματα της Σκάλας", η σκάλα είναι  προς κατάβαση.  Ευρισκόμενος σε ένα οριακό μεταίχμιο της ζωής του συγκρουσιακό, που διευρύνει ενδεχομένως και φωτίζει περισσότερα πράγματα. Είναι ένας απολογισμός ή, ένας ύστερος χαιρετισμός προς τον κόσμο αυτόν, προς τα όνειρά του, την ουτοπία του, την πίστη του, προς όλα αυτά τα αγαπημένα.   
 Διάβασα και τα  «Χνάρια Λαφριά» του Γιώργου Μπρουνιά,  εκδ. Το Ροδακιό. Η μνήμη εδώ ενεργοποιεί το χρόνο που δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ανέβει ψηλότερα,  όσο κι αν αυτό γίνεται μέσα στο αίμα των παιδιών μας. «Όπως σπάνε τα σταφύλια/όταν άλλο δεν αντέχουνε/του χυμού τη δύναμη/και γεμίζει ο κόσμος φως.» Ο ποιητής αναζητά αυτό το φως, αυτό το θαύμα που συμβαίνει δίπλα μας, που στο τέλος αστράφτει χωρίς να το περιμένεις. Αυτός εξάλλου είναι ο ρόλος του: «Αλλά ποτέ δεν ξεχνάμε τον ήλιο / όταν μια στιγμή άστραψε / και στο μέτωπό μας πέφτοντας / χρύσωσε τον κόσμο / για την αθανασία». Συνήθως αυτό το θαύμα ξεγλιστρά μέσα από τα δάχτυλα. Αντιγράφω το ποίημα ΑΚΛΗΡΟΙ: « Ποιος να κρατήσει μπορεί / τη γύρη των ανθών / όταν άνοιξη φυσά / τα μαλλιά ποιος μπορεί ν' αρπάξει / όταν φυτρώνουν πράσινα / και την καρδιά / ποιος μπορεί να σταματήσει / όταν φουσκώνει πρωτοτάξιδα καράβια / Έτσι γλιστράνε / μες στα δάχτυλα και χάνονται / τα θαύματά μας / κι όσοι δεν έχουν / τόπο για ν' αφήσουνε το σώμα τους / το γυρίζουν εκεί / όθε το πήρανε / Καταμεσής του απείρου». Υπέροχη ποίηση. Αντιγράφω κι αυτό που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή  ΧΝΑΡΙΑ ΛΑΦΡΙΑ:  Καθώς ένα κουμπί/ άμα φαγώνεται η κλωστή του/ κρέμεται και πέφτει/ η αντοχή κρατά/ όσο το ρούχο είναι καινούριο/ μέχρι να παλιώσει/ Ο κόσμος είναι άλλο/ το μέσα κι έξω μαζί/ σάρκα και μυστήριο/ κανένας δε μπορεί να ξεχωρίσει/ γιατί τα δυό δίνουν ζωή/ κι όταν πεθαίνουμε ακόμη/ Μετά από μας/ μένει το αποτύπωμα/
που αφήσαμε στη γη/ καθώς το σχεδίασε ένα αίσθημα/  ακατανόητο σαν έφτιαχνε/ και γυμνούς και ντυμένους/  και για όλους τους καιρούς.
  Προσπάθησα να προσεγγίσω τον  Αλέξανδρο  Ίσαρη που στο βιβλίο ΕΓΩ ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ( Ποιήματα 1967-2011), εκδόσεις Κίχλη συγκεντρώνεται σπουδαία ποίηση. Ειρωνεία, υπαρξιακή αγωνία, μοναξιά,  αμφισβήτηση και η επαναστατικότητα που ξεχειλίζει στους  ζωγραφικούς του πίνακες είναι αποτυπωμένα εδώ. Παραθέτω ένα αγαπημένο ποίημα  από τη συλλογή «ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΦΩΤΕΙΝΟΣ». ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ:  Πρέπει να βρω μια γλώσσα/ Που να ενώνει τα σύννεφα/ Να χωρίζει τη θάλασσα/Να οξύνει τον πόνο/Για να μπορώ να σε κοιτάζω/ Σκύβοντας και ρωτώντας/ Ρουφώντας και παίζοντας/ Περπατώντας στα τέσσερα./ /     Πρέπει να βρω μια γλώσσα/ Που να ταιριάζει στις φωνές/ Όταν θα δύουν οι αισθήσεις/ Και θα ξυπνά το αίσθημα/ Όταν θα βάζω το νύχι/ Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι/  Στα μαλλιά μου.//  Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού/ Που να γεμίζει πύον/ Θα γίνεται μπλε το πρωινό/ Και τρυφερό το βράδυ./ Πρέπει να βρω μια γλώσσα/ Που θα 'χει την πίκρα / Του πιο γλυκού φιλιού/ Την αλαφράδα του πουλιού/  Και το στυφό της γνώσης.//  Πρέπει να βρω μια γλώσσα/ Για να σου μιλήσω. 
  Ο Χάρης Βλαβιανός συγκεντρώνει στον τόμο «Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων  Ποιήματα, σχεδιάσματα, μεταγραφές: 1991-2003 Νεφέλη  2013» τέσσερις ποιητικές συλλογές. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: " Aπό τη "Νοσταλγία των ουρανών" (1991) έως το "Adieu" (1996) και από τον "Άγγελο της ιστορίας" (1999) έως το "Μετά το τέλος της ομορφιάς" (2003), η αναδρομική επανέκδοση τεσσάρων εξαντλημένων ποιητικών συλλογών του Χάρη Βλαβιανού αναδεικνύει τη διαδρομή και το ποιητικό στίγμα ενός δημιουργού πού ανασκάπτει συστηματικά το ποιητικό υπέδαφος σε αναζήτηση της φλέβας πού θα αρδεύσει με νέα ένταση το έργο του, και τολμά να διανοίξει τη φόρμα του ποιήματος μέχρις εξαντλήσεως της ώστε να υποδεχτεί τον γόνιμο στοχασμό γύρω από τον έρωτα, την ιστορία των ιδεών και των τεχνών, την πολιτική και τη φιλοσοφία. Συνδιαλεγόμενος με ετερόκλητα λογοτεχνικά είδη, ρεύματα και δημιουργούς, μεταγράφοντας, διασκευάζοντας ή ακόμη και παρωδώντας το ποιητικό τους ιδίωμα, αναζητώντας τους τρόπους με τους οποίους ή εμπειρία της ζωής μπορεί να μετουσιωθεί σε εμπειρία της γραφής, υποτάσσοντας τον ενδιάθετο λυρισμό του στον στοχασμό, ο Χάρης Βλαβιανός αποκαλύπτει τους αρμούς της ποιητικής του και ταυτόχρονα απαλλάσσει την ενδοσκόπηση από τον σολιψισμό της για να την ανασυνδέσει με την κοινή ανθρώπινη περιπέτεια.
Ας αντιγράψουμε εδώ ένα ποίημα από τον «Άγγελο της ιστορίας’ με τίτλο ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ: Θέλεις να φαντάζεσαι τον εαυτό σου/ ακλόνητο βράχο./ Έστω./ ( Αν και, μεταξύ μας, θα μπορούσες να βρεις/ κάτι λίγο πιο πρωτότυπο για την περίπτωσή σου.) / Όμως στο τέλος θα διαβρωθείς·/ όλα τα σταθερά πράγματα διαβρώνονται, / (το ξέρεις άλλωστε)/ και η θάλασσα,/ αυτή η απατηλή, απελπισμένη αγκαλιά/  ( συνεχίζω στη δική σου γραμμή πλεύσης)/ που τόσο βαθιά φθονείς, θα θριαμβεύσει.// Νιώθεις τον φακό της μηχανής/ να εστιάζει στην πλάτη σου./ Δεν υπάρχει λόγος να γυρίσεις./ Κανείς δεν θα σε ρωτήσει για ποιον υποφέρεις/για ποιον στέκεις ακίνητος.

  Ένα από τα αγαπημένα βιβλία της χρονιάς στάθηκε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Μιχάλη Γκανά με τίτλο Ποιήματα 1978-2012, εκδόσεις Μελάνι,  επτά συλλογές δημοσιευμένες σε διάστημα 34 ετών.  Τι να  ξεχωρίσει κανείς από ένα έργο που μοσχομυρίζει σαν δημοτικό τραγούδι, συγκινεί σαν ηπειρώτικο μυρολόγι και αποκαλύπτει όλη την τραγική μοίρα του σύγχρονου ελεύθερου πολιορκημένου Έλληνα;  Διαλέγω από τη συλλογή Άψινθος ένα απόσπασμα:
"Αυτοί παιδί μου δεν/ δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους/ όλο δεν και δεν και δεν-/ τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους/ δεν χάιδεψαν σκυλί, γατί, πουλάκι/ πληγωμένο/ γυναίκα άσχημη και στερημένη/ αυτοί παιδί μου δεν/ δεν δίνουν τ΄ Αγγέλου τους νερό/  δεν άκουσαν ποτέ/  ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο/ δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους/ το άοσμο άνθος του θανάτου/ δεν είδαν - κατάργησαν τα μάτια τους - / μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα/ αυτοί παιδί μου δεν/ δεν ξέρουν δεν αγαπούν/  ξέρουνε μόνο ν΄ απαιτούν/ περισσότεραπερισσότεραπερισσότεραπερί-/ που έτσι γράφεται το μέλλον μας.
  Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» διάβασα τη νέα ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Στη γλώσσα της υφαντικής». Πρόκειται για πενήντα τέσσερα ποιήματα στα οποία ο  ποιητής χρησιμοποιεί ως καμβά μύθους, θρύλους, παραδόσεις, αντλεί υλικό από το ιστορικό μας παρελθόν, ακόμα κι από τα συνθήματα  στους τοίχους.  Παίρνει το «εργόχειρο» ενώ δεν είναι υφαντουργός,  και φτιάχνει το δικό του έργο τέχνης, κεντώντας το με πλουμίδια της δικής του επιλογής. Παραθέτω το ποίημα Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ: «Συγκεκριμένα θα φορολογούνται/  τα υψηλά επιδόματα του στήθους,/  τ’ αριστερό μου χέρι, το δεξί ποδάρι,/ τ’ αλκοολούχα των ματιών μου και όλα/  τα καπνικά προϊόντα των μαλλιών./ Όσο για τις θυγατρικές μου εταιρείες/ και το συντελεστή των ακινήτων,/ θα συμπεριληφθούν στο νέο πακέτο/ που η μοίρα ήδη στον Όλυμπο κατέθεσε:/ Επιβολή σε τρόφιμα, σε φάρμακα,/ σ’ έσοδα κι από τόκους των ερώτων,/ τέλος εισαγωγή και της βαλάνου/ στα επιπλέον μέτρα, προς λιτότητα/ και προς εξοικονόμηση ενεργείας./ Καθώς αντιλαμβάνεστε, άνθρωποί μου,/ θα περιπέσω σε ανεργία, θα είμαι/ η Αφροδίτη των Βαρών, των Βράχων,/ του Εξορθολογισμού και της Συντήρησης./ Τι θ’ απομείνει εν τέλει από τη μνήμη/ μιανής θεάς που σώμα δεν ορίζει; 
    Στα κατάλοιπα του Γιάννη Βαρβέρη βρέθηκαν τα «Ζώα στα σύννεφα» (εκδ. Κέδρος). Ένας ποιητής τραγικός, ειρωνικός, τρυφερός και σαρκαστικός μας ξεδιπλώνει τη ζωή των ζώων στα σύννεφα που ως αλληγορική παρουσία μεταφράζεται ως γήινη ανθρώπινη συμπεριφορά, αισώπειος μύθος και καφκική  παθολογία συνάμα.   Μια προβολή είναι ολόκληρη η ποιητική συλλογή· τα λάθη των ανθρώπων, τα ελαττώματά μας, οι αντιδράσεις και οι εμμονές μας. Είχα ασχοληθεί το Πάσχα με τη συλλογή αυτή· κρατώ ως αναθηματικό επίγραμμα το ποίημα στη σελίδα 92:  «Εδώ στο απέραντο /νεκροταφείο των ζώων /κάπου με δυσκολία διαβάζω: /«Γαλ(ή) ην ποι(ητή)ς Καβ(άφη)ς /εις Bil (liar)d Pal (ac)e /Αλεξαν(δρεί)ας Αίγύ(πτου) /εθώπευε συχν(άκις) /εξ(έπν)ευσεν εν τω μηνί Μαϊ(ω)/  έτους χιλ(ιοστ)ού και (έν)ακοσιοστού/ και τρ(ιακοστ)ού  τρ(ί)του».//  Με φαίνεται που ο ποιητής /μεγάλως άγαπήθη».      
 Ο Δημήτρης Χουλιαράκης, «Αναπολόγητος στις κούνιες ντάλα μεσημέρι», εκδόσεις Το Ροδακιό,
χρησιμοποιεί την Αρχαιολογία και την Ιστορία αντλώντας από κει υλικό. Παιχνίδια ερωτικά με τη θεά Νουτ από το Αρχαιολογικό Μουσείο όλο υποσχέσεις, αγάλματα ξεπηδούν από ανασκαφές και ξαλαφρώνουν ανακούρκουδα γελώντας, ο κόντε Καποδίστριας συγχωρεί τους δολοφόνους του, αφού θα ζει για πάντα στο βλέμμα, στο νου, στην ψυχή και την καρδιά τους. Ένας κόσμος σκληρός με πυροβολισμούς, θανάτους και  φαρμάκια και μια προσπάθεια για καταφυγή σε έναν άλλο, πιο ανθρώπινο, ερωτικό και παιχνιδιάρικο. 
 Διαβάζουμε:  ΔΥΟ ΧΕΛΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΟΧΝΗ  «Μόλις που ξεχωρίζουν στην απέναντι ακτή/ η Τροία και η Καλλίπολη/ τοποθεσίες μιας παλιότερης/ και μιας πιο πρόσφατης σφαγής.// Το παρελθόν φευγάτο/ και το παρόν άπιαστο όνειρο θαρρείς/ ό,τι κι αν βρέθηκε εδώ/ δεν ήταν οίκτος σπλαχνιά ή ψυχικό.//  Στις τάφρους εκείνες που χάσκουν ανοιχτές/ το έμπειρο μάτι και το σκαλιδάκι/ ξεψάχνισαν λόγια επίβουλα φερσίματα αισχρά/ φονικό προδοσία ξιπασιά.//  Αέρας γίνανε τα πήρε στις πλάτες του ο καιρός/ και τούτες δω οι πανάρχαιες χελώνες/ που παραδέρνουνε τυφλά/ στον κουρνιαχτό και το χαλίκι».
Ένα ακόμη,  ΣΤΗ ΧΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ «Σ' ένα οικόπεδο Ισαύρων και Μαιζώνος τα συνεργεία/ έφεραν στο φως ταφή γυναίκας του 4ου αιώνα.//  Μια σύγχρονη νοικοκυρά τινάζει τα σεντόνια/ και ρίχνει κάπου κάπου αδιάφορες ματιές/ έχει πολλές σκοτούρες μέχρι να νυχτώσει.// Θα λύσει τότε τα μαλλιάθα βγάλει ανόρεχτα τη ρόμπα/ και θα ξαπλώσει στενάζοντας βουβά/ δίπλα στον άντρα που κοιμάται.// Το φεγγάρι λειψό τις βλέπει και τις δυο.// Μες απ' την μπαλκονόπορτα θα παίξει/ με το ιδρωμένο πανωχείλι της μιανής/  κι ύστερα στο γλειμμένο μέτωπο της άλλης/ μι' αχτίδα του χλωμή θ' αφήσει να γλιστρήσει. 
     Μετά τα Φαγιούμ του εκτίθεται στο ποιητικό αμφιθέατρο ο Θοδωρής Ρακόπουλος με το Ορυκτό δάσος του: . Αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Νεφέλη 39 ποιήματα σε δυο ενότητες με τίτλους: Κοράλλια και Πυρομαχικά. Τα περισσότερα μοιάζουν με πεζό εξωτερικά και η ποιητική τους οντότητα εντοπίζεται στο περιεχόμενο και τον εσωτερικό  ρυθμό  που τα διατρέχει. Αυτό που συνέχει και συγκροτεί τον ποιητικό του κόσμο είναι ο μύθος που ως εκφρασμένος λόγος γίνεται μήνυμα, κουβέντες που αυτός που πλησιάζει με τα κλειδιά έχει τη δυνατότητα να ξεκλειδώσει και να αποκαλύψει. Εξορύσσει ποιήματα -ορυκτός πλούτος- που ως αρτεσιανός πίδακας εμφανίζονται στην επιφάνεια του χαρτιού,  δροσιά που ξεπηδάει από μέσα του. Περιγράφει γάμους, ενώ στο βυθό σκάνε δυναμίτες, ως κι ένα ηλεκτρικό κορίτσι  εμφανίζεται και ζητάει συμπαράσταση από το φεγγάρι.  
Επιλέγουμε το ποίημα Ο Υδροφόρος Ορίζοντας: «Σκαμμένος, το όνομά σου ορυκτός μου πλούτος και σάστισμα της πένας η σκαπάνη/ σπίθες αναβλύζοντας. Φρέαρ παράξενο η γραφή κεντά ανάμεσα στα ιζήματα:/ βρίσκει τα ποιήματα, άγραφα ακόμη ή στις πρώτες μεταστάσεις της οργανικής/ τους ύλης σε πέτρας ρουνικά ξυσίματα. Σηκώνομαι από την τοτινή Π. Δέλτα μου/  ηλικία, με την ορμή τους αρτεσιανή, και προς την επιφάνεια του χαρτιού: δροσιά/ από τα κοιτάσματά σου μέσα μου. Μα όσες φορές να γράφω το όνομά σου στο/  χαρτί, το ποίημα μένει απ’ έξω.
Ο Γιάννης Δούκας στο βιβλίο του «Το σύνδρομο Σταντάλ», εκδόσεις Πόλις συνομιλεί  με συγκεκριμένα αγάλματα της πόλης και με το αστικό τοπίο που τα εμπεριέχει. Ο τίτλος από  έναν όρο της ψυχοπαθολογίας, «Το σύνδρομο Σταντάλ» που προέκυψε από ημερολογιακές σημειώσεις του γάλλου συγγραφέα στις οποίες περιγράφει τη έκστασή του μπροστά στα έργα τέχνης  στη Φλωρεντία.  Κάποιο παρόμοιο σύνδρομο    διακατέχει και τον Δούκα που του προσφέρει τη δυνατότητα να  συνομιλήσει με την ιστορία.  Τα ποιήματα έχουν τη μορφή σονέτου. Ας διαβάσουμε το ποίημα ΟΧΙ, ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ:     «Ομίχλη πρωινή του δακρυγόνου/ αχνίζει· κι είναι μέσα της γερμένος,/ ύπνος βαθύς, ύπνος μαρμαρωμένος·/ μακριά, το ποδοβόλημα του χρόνου.//   Την άργιλο, τα τύμπανα φοβάμαι./ Τριγύρω μου διαβάτες δολοφόνοι, ο κόνδορας τον τίγρη ανταμώνει, κλειστή στροφή και στη γωνία θα 'μαι,   γύφτος; Ή βασιλιάς και στρατιώτης;/ Αρχειοθέτης μόνο· τα βραβεία,/ σαν λείψανα, φορούν τα προσωπεία/ της εποχής, πώς όμως τον θυμό της,//   τα σωθικά της μάτια ν' αποδώσουν;/  Μουσώνες την Αθήνα θα σαρώσουν».         Ένα ακόμη το ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ...γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ   «Μετά δε ταύτα σβήσαμε τα φώτα,/ έγειρες πάνω μου απαλά και είπες:/ «Θα ζήσουμε μπαλώνοντας τις τρύπες/ της ιστορίας· τίποτα όπως πρώτα//   δεν θα μπορέσει πια να ξαναγίνει»./ Τουλάχιστον, εκείνο τ' «όπως πρώτα»,/ καθώς το καταργούν τα γεγονότα,/ κι εμείς να τ' αρνηθούμε. Τι θα μείνει//  σ' αυτήν τη γη, σε χρόνο ενεστώτα/ απ' όλο το αναμάσημα που λίγη/ ανάσα έχει ακόμη και μας πνίγει,/ την ώρα που του στρέφουμε τα νώτα;//   Στεφάνους καταθέτουμε και κλαίμε,/ μα είμαστε ό,τι θάβουμε, ό,τι καίμε».  
 Η ποίηση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου   στο «Παιδικό κουρείο», εκδόσεις Κέδρος   με λόγο μεταφορικό  λυτρώνει, μεταμορφώνει, καθορίζει έναν κόσμο σε κρίση, έναν κόσμο που καταρρέει. Από τις καλύτερες ποιητικές συλλογές της χρονιάς για μένα. Ύπνος, ουρανός, όνειρο, θάνατος, αναζήτηση και αποκάλυψη. Διαβάζουμε το ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟ ΤΕΛΟΣ:  «Σχήμα και πάθη πελμάτων/ διακρίνω συχνά στις παλάμες μου – ώστε/ ανάπηρος είμαι λοιπόν του ονείρου/ ή αλλιώς για τετράποδο πάλι προορίζομαι,/ αλλού για να σκάψω εξαρχής ουρανό». Ένα ποίημα ακόμη το  ΠΑΙΔΙΚΟ ΚΟΥΡΕΙΟ: «Τιτίβισμα ψαλιδιών στο παιδικό κουρείο·/ μαλλιά στο πάτωμα έρπουν πλέκοντας/ αθώα συμπλέγματα ηλικιών αδιάκριτα. Αλλού/ χιονίζει ακόμα ενώ στην κάτασπρη ποδιά του εκδορέα/  αίμα και ήχος δερμάτινου ακονίσματος/  μπροστά στο γλαρωμένο βλέμμα του παιδιού/  που αρνήθηκε πεισματικά τη μάσκα του άντρα». 
 Ο Αντώνης Φωστιέρης στα «Τοπία του τίποτα», εκδόσεις  Καστανιώτης,  στοχαστικός, λυρικός, ευρηματικός,  συγκινητικός. Σπουδαία ελληνικά ποιήματα. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ: Κι ας φαίνονται όλα τιποτένια./ Τίποτα/  Δεν είναι τίποτα.// Σας νιώθω ήδη ετοιμασμένους να διαγνώσετε/ Αγάπη, ευγένεια για κάθετί μικρό/ Σ' αυτό που είπα/ (Ε βέβαια,/  Το μυρμηγκάκι το μυγάκι έχουν τη θέση τους/ Στο τέλειο σύμπαν που εν σοφία - και τίποτα/ Δεν θα μπορούσε να 'ναι αμελητέο).// Μη βιάζεστε./ Γιατί άλλη σκέψη μού ταράζει το μυαλό./ Σαν απειλή:// Αν πράγματι/ Και το ελάχιστο μυγάκι έχει τη θέση του/ Στο τέλειο σύμπαν που του αρμόζει/ Αλλάζοντας μορφές στο διηνεκές,/ Αν πράγματι/ Αυτό που λέμε μυρμηγκάκι ανακυκλώνεται/ Από ενέργεια σε ύλη και πολυώνυμο/ Κρατάει αλάνθαστο ισοζύγιο εν σοφία/ (Τώρα μυρμήγκι άλλοτε φίδι/ Κι άλλοτε άνθρωπος )/ Μέχρι το τέλος των καιρών,//  Αν το κενό / Ποτέ δεν ήτανε κενό / και τίποτα / δεν χάνεται/  στο Τίποτα,/ Τότε λοιπόν/ Αδήριτα/ (Μην απατάσθε - αδήριτα ) / Θ' απαγγελθεί απ' το Ανώτατο/ Η εσχάτη των εσχάτων/ Για όλους μας:// Ισόβια μετά θάνατον.// Πολύ σωστά το ακούσατε:/ Ι σ ό β ι α  μ ε τ ά  θ ά ν α τ ο ν .// Εκτοπισμένοι/  Απ' την Εδέμ/ Του Μηδενός.//  Αιώνιοι κάτοικοι/  Στο ανελέητο Κάτι».
  ΈΤΣΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ:  «Σαν τον Κυναίγειρο, τον αδελφό του Αισχύλου./ Ξέρετε.//  Που όταν οι Πέρσες απ' τον Μαραθώνα τρέξανε/ Στα πλοία τους να φύγουν να σωθούν/ Αυτός εμπόδισε μια τριήρη χώνοντας/ Τα νύχια του στην πρύμη./ Τού 'κοψαν/ Το χέρι απ' τη ρίζα. Αιμόφυρτος / Συνέχισε με τ' άλλο./Κι όταν το 'κοψαν κι εκείνο, σε ύστατη,/Μπήγει τα δόντια στο σκαρί ελπίζοντας/ Να ματαιώσει, λέει, την αναχώρηση.// Να ματαιώσει, πώς; Ενας προς όλους;/ Φούμαρα του μύθου, αμετροέπειες./Την αναχώρηση την είχε δεδομένη. Πάλευε/ Την καθυστέρηση μονάχα να κερδίσει./ Αφού (ομογάλακτος του Αισχύλου) το 'νιωθε:/ Κάθε λεπτό είν' από μόνο του μια νίκη. Πάλευε/ Την καθυστέρηση μονάχα να κερδίσει./ Σαφώς την καθυστέρηση.// Με νύχια/ Και με δόντια.
     Η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Υφαντή Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων ( Μάσκες του Τίποτε) αποτελείται από εκατόν ένα ποιήματα, που λαμβάνουν χώρα  κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων, που είναι το πιο θαυμαστό εικόνισμα  στο ναό του κόσμου. Μάσκες του Τίποτε (ο υπότιτλος), επειδή, «όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι, μάγια...», όπως έγραψε ο ποιητής, στο πρώτο κιόλας βιβλίο του, Μανθρασπέντα. ΤΟ ΩΤΟΣΤΟΠ «…Όλοι σαν μπουν στο αμάξι μου βάζουν και το φορτίο./ Μόνο αυτοί που κουβαλούν τον ουρανό/ μόνο αυτοί δεν βάζουνε μέσα και το φορτίο./ Αφήνουνε τον ουρανό πάντα κει απ’ έξω./ Κι όταν θα φτάσουν στον προορισμό τους/ όταν κατέβουν απ’ το αμάξι μου/ φορτώνονται τον ουρανό, ξανά, και συνεχίζουν.» 
Αντιγράφω το απόσπασμα από τη συλλογή Ναός του Κόσμου, που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:   «... Γράφω θα πει διαβάζω το βιβλίο του Κόσμου./Όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο υπογραμμίσεις/  στο βιβλίο του Κόσμου·/ όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο σημειώσεις,/ζωγραφιές, στα περιθώρια των σελίδων του.//  Γράφω θα πει πως δείχνω στους ανθρώπους/ πως προσπαθώ να μοιραστώ μαζί τους/  την ομορφιά ή τη φρίκη που διαβάζω στο βιβλίο του/ Κόσμου.//  Γιατί κανένας δεν αντέχει να διαβάζει μόνος/  το βιβλίο του Κόσμου». 
  Ποιήματα σε ιαμβικό 15σύλλαβο με επιρροές από το δημοτικό τραγούδι, πολλά ποιήματα αποτελούμενα από μαντινάδες, άλλα μεγάλα, άλλα μικρά σαν επιτύμβια, αθώα, ερωτικά, τραγικά, εξοργιστικά ωμά. ΑΜΕΡΙΚΗ: «Το οργισμένο ποίημα που ‘γραψα για σένα πριν τριάντα τόσα/ χρόνια το ‘σκισα, αλλ’ όμως/ ένας του στίχος επιμένει πάντα εκεί:/ «Σβήνεις τσιγάρα μες στα μάτια των πουλιών Αμερική». ΕΡΩΤΗΣΗ ΚΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ: «Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»/ «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά;/ Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;/ Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής».  ΣΗΜΑΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑΣ: Οι οπαδοί ομάδων με σημαίες/ τρέχουν στα γήπεδα, στους δρόμους, τις κουνάνε,/ λατρευτικά τους φέρονται, σκοτώνονται γι’ αυτές./ Εγώ αγάπη μου τη μόνη μου σημαία/ που πάντοτε μαζί μου κουβαλώ/ είναι το κιλοτάκι σου. Αυτό και μόνο αυτό./ Και μέσα στ’ αυτοκίνητο στη θέση που οι άλλοι/ βάζουν για φύλακες Χριστούς και Παναγίες/ εγώ καλή μου έχω κρεμασμένο/ το κιλοτάκι σου αυτό το λατρεμένο. 
 Ο Δημήτρης Ελευθεράκης «Εγκώμια» (εκδ. Πατάκης), χρησιμοποιεί υλικό από τη Μυθολογία, την Ιστορία, (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Σύγχρονη)  και διαμορφώνει το ποιητικό του σύμπαν μέσα σε τοπίο ελληνικό.  Ένα καράβι ταξιδεύει, οι  Αργοναύτες σε λευκά σανατόρια αγκαλιάζουν τις τηλεοράσεις, απείκασμα παλιάς ζωής. Ας διαβάσουμε την ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΑΡΣΥΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ: «Τουλάχιστον θα έχω παίξει τον αυλό/ (αυτήν την τέχνη της αναπνοής)/ κ’ ύστερα θα ’μαι ολόκληρος μια πληγή:/ το αίμα μου θα γίνει πίδακας,/  οι μύες μου θα κρέμονται γυμνοί, κ’ οι φλέβες μου/ θα πάλλονται στον ανοιχτό αέρα σαν χορδές./  Κάθε κομμάτι δέρματος που θ’ αφαιρείς επιμελώς από τη σάρκα μου/ θα σου χαρίζει ένα επιφώνημα: μιά φυσική νότα./ Θα ’χεις στη διάθεσή σου τότε, ό,τι είναι απαραίτητο/  για να συνθέσεις μια συμφωνία∙ κοντσέρτο/ που θα χειροκροτήσει ο κόσμος των θνητών/ και των ημίθεων: numina sylvarum, κένταυροι,/ οι φαύνοι και οι νύμφες θα δακρύζουν– ένα δωρικό μυαλό/  πίσω από ένα φρυγικό μαρτύριο./ Και το τομάρι που θα κρέμεται απ’ τα κλαδιά μιας λεύκας/ θα λέει: είναι του θεού η τέχνη, όχι δική μου».
Μιλάει κι αυτός με τα αγάλματα. Παραθέτω το τελευταίο έμμετρο τετράστιχο από το ποίημα ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Δεν είναι αυτή πατρίδα για κανέναν!/ Στο φως του Άδη πισωγύρισε και χάσου./ Με ξύλινο άλογο σε ψεύτικη αρένα/ και πλαστικό περίστροφο, θα ‘ρθώ κοντά σου».
Ένα από τα αγαπημένα μου: ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ:  «Τ’ άλογα περπατούν με ματωμένες οπλές στ’ άσπιλο χιόνι. / Οι οδοκαθαριστές σαρώνουν προκηρύξεις και ξηλωμένα σιρίτια,/ άδεια φυσίγγια, συλλεκτικά νομίσματα, μινιατούρες τυράννων./ Στο μεταξύ τα’ αγάλματα στέκονται στις ίδιες πλατείες/ ίσως με λιγότερο βάρος από τον πόνο του μαρμάρου στα μέλη,/ ενώ η μέρα που άρχισε με ριπές και ιάμβους διαλύεται/ σ’ένα απόγευμα γεμάτο ψίθυρους, ενστάσεις και φήμες,
 Γιώργος Βέης: Βλέπω, εκδόσεις Ύψιλον. Ο ποιητής βλέπει, αντιλαμβάνεται, λαχταρά να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων, διαμορφώνει και προνοεί. ΠΡΟΝΟΙΑ:   «Η αμφιλύκη / πάντα θα τα προσέχει ιδιαιτέρως τα λουλούδια της ίριδας / τα λόγια της μιμόζας / και τα κλαδάκια των κυανών λωτών / μαζί με όλα τα δάκρυά τους / δεν τ’ αφήνει να γίνουν θρύψαλα μέσα στο σκοτάδι / γι’ αυτό και η αμφιλύκη κρύβει κάθε φορά / λίγο φως στους μίσχους τους / να έχουν να περάσουν τη νύχτα / να λαμπυρίζουν έστω αμυδρά, αλλά παρήγορα / όπως τα φώτα των λιμανιών / όταν υποδέχονται τα ξέπνοα βλέμματα των παρ’ ολίγον ναυαγών».
 ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΠΟΔΗΜΩΝ:  «Έστω γι’ αυτό λοιπόν, / για ένα απόγευμα από χαλκό / και λίγη χρυσόσκονη / κολυμπήσαμε ως εδώ / στις επαρχίες του «θέλω», / στις ακτές του Νότου, / στις βιομηχανίες και τα μεταλλεία του Βορρά, / χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού πάνε τα τέσσερα / ωρομίσθιοι, μονόγλωσσοι / ήρωες της παρανόησης, / αλλά προικισμένοι ναυπηγοί του τυχαίου».  
 
Σημείωσα και την τελευταία ποιητική συλλογή της Μαρίας Λαϊνά με τον τίτλο «Μικτή Τεχνική» στις εκδόσεις Πατάκη που εκδόθηκε το Δεκέμβρη του 2012 αλλά εγώ την διάβασα το Γενάρη του 2013. Ένιωσα σα να με ξεναγεί κάποιος σε έκθεση ενός καλλιτέχνη του καιρού μας  που χρησιμοποιώντας ως σκηνικό χώρο το ελληνικό τοπίο απλώνει το εικαστικό του υλικό. Παρελαύνουν  μπροστά μου πίνακες ζωγραφικής, ακουαρέλες, χαρακτικά, γλυπτά προπλάσματα, εικαστικές συνθέσεις που συνυπάρχουν με την ποιητική έκφραση στοχαστικά, μινιμαλιστικά, εκφράζοντας με άρτιο τρόπο προσωπικά αισθήματα. Η σχέση της ποιήτριας με το θέατρο την οδηγεί να οριοθετεί τις περισσότερες φορές ως σκηνικό πλαίσιο το τελάρο ενός ζωγραφικού πίνακα ή το πλαίσιο ενός παραθύρου και μέσα κει να ζωγραφίζει νεκρές φύσεις, βάρκες που πλέουν στα κύματα, το νερό που ταξιδεύει άσκοπα και πηγαίνει κι έρχεται ήσυχα, το βύθισμα εν τέλει της βάρκας που μπορεί να είναι η ίδια μας η ζωή, αφού εκεί παραδίπλα στα βράχια έχει ζωγραφίσει το σπίτι μας. Η δραματική ένταση είναι ένα εσωτερικό στοιχείο που δεν κραυγάζει σε μια ποίηση τόσο λιτή και αφαιρετική. Ο απρόσεκτος αναγνώστης θα μείνει στην επιφάνεια των στίχων και την περιγραφή και δεν θα δει πίσω από τον ράθυμο ήλιο  το σχόλιο της ποιήτριας για τις μαραμένες γυναίκες και τη νιότη που πλαισιώνεται από τρία επίθετα: περασμένη, παράξενη, ασυλλόγιστη.    « Ράθυμος ήλιος/ μαραμένες γυναίκες/ παρήγορο φως/ απ’ το μικρό τετράγωνο τζάμι/τα σκεβρωμένα δέντρα/  παράξενη η περασμένη νιότη/ ασυλλόγιστη».    Και παρακάτω ένα τετράστιχο-το αγαπημένο μου ερωτικό- όπου το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την ομορφιά της μέρας και επικεντρώνεται , αφιερώνεται στο κοίταγμα της κοπέλας/αγαπημένης, μιας και αυτή θεωρήθηκε η πιο σημαντική ενασχόληση για τον παρατηρούμενο:  «σπατάλησε / μια ολόκληρη όμορφη μέρα/ κοιτάζοντάς την/ τι άλλο να 'κανε»; 
  Τα ποιήματα του  Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου Γράμματα σ’ έναν πολύ νέο ποιητή, εκδόσεις Πόλις, που κυκλοφόρησαν κι αυτά τον τελευταίο μήνα του 2012 αλλά εγώ τα ανακάλυψα δυο μήνες μετά, είναι μοιρασμένα σε τρεις ενότητες (  Ποτέ να μην τελειώσει αυτή η στιγμή, Γράμματα σ’ έναν πολύ νέο ποιητή, Αφού η αγάπη κι αυτά είναι που τρέφουν την ψυχή). Λιτά, περιεκτικά, δημιουργήματα ανθρώπου που έχει κατανοήσει τους Αρχαίους Έλληνες Λυρικούς και την Παλατινή Ανθολογία, ανεπιτήδευτα, στοχαστικά συγκινούν με την απλότητά τους και το φιλοσοφικό και ερωτικό τους φορτίο. Είναι ποιήματα στα οποία επανέρχομαι συχνά.     
Είναι επικίνδυνο ν' ανοίγεις την πόρτα σου/ σε άγνωστους μικρούς// Έχω τη συνήθεια κι ανοίγω,/όταν μου χτυπούν το κουδούνι,/ χωρίς να κοιτάξω απ' το ματάκι/ ή να ρωτήσω ποιος είναι//  και κάποια μέρα - το ξέρω -/ θα το μετανιώσω: θ' ανοίξω//  και θα στέκομαι εγώ στο κατώφλι,/ δώδεκα χρονών, ξυπόλητος,/ με τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ/ κάτω από τη μασχάλη/ κι ένα σουγιαδάκι στην τσέπη/ και θα με κοιτάζω χωρίς να μιλάω.
 Θα σταματήσω εδώ αυτή την ελλιπή ποιητική περιδιάβαση κάνοντας μια μικρή αναφορά στην Ήριννα και την Ηλακάτη της που εξαιρετικά μετέφρασε και σχολίασε η ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου. Ένα επίγραμμα από την Παλατινή Ανθολογία του Χριστοδώρου μεταφράστηκε ως εξής:  «Εκεί η παρθενική καθόταν Ήριννα με τη λεπτή φωνή·/ δεν έπλεκε πολύπλοκο υφάδι στο στημόνι,/ μόνο μες στη σιωπή/ άκουγες τις σταγόνες που αποστάλαζε το πιερικό μελίσσι».
Ας ακούσουμε τους ποιητές και ας γευτούμε το μέλι τους, όσο μας κυριεύει ο έρωτας ο λυσιμελής.
                        Καλά Χριστούγεννα!


   
    


4 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρουσα η παράθεση που κάνεις! Τελευταίο διάβασα το "Σύνδρομο Σταντάλ" του Γιάννη Δούκα. Μ' αρέσουν οι συνομιλίες και αυτό έχει ένα δικό του τρόπο να συνομιλεί ...
    Καλή Χρονιά και κυρίως καλή μας δύναμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χρόνια πολλά, Γιάννη.
    Πάντα με περισσή σεμνότητα δίνεις τόσα.
    Όσο και να θεωρείς ελλιπή την παρουσίαση, εγώ τη βρήκα πλουσιότατη, πολύ και ωραία προσωπική, με κρυμμένα και φανερά διαμάντια εντός.

    Ευχαριστούμε πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διονύση μου, χρόνια πολλά με υγεία και αγάπη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή