Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Κοντός Γιάννης Θανάσιμα επαγγέλματα

 Το Γιάννη Κοντό τον ξέρω ως ποιητή αμφισβητία, σαρκαστικό που με όχημα την ποίηση με ταξιδεύει σε τοπία αστικά και ψυχικά. Πήρα στα χέρια μου το τελευταίο του βιβλίο με μικρά πεζά και με τον τίτλο «ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ» από τις Εκδόσεις των Φίλων αφιερωμένο στα τριάντα χρόνια αποχωρισμού από τον Γιώργο Ιωάννου.
 Περιέχει πενήντα πέντε μικρά κείμενα για επαγγέλματα που το καθένα μου φέρνει στο νου στοιχεία που αφορούν τον ίδιο τον ποιητή και τα θέματα που τον απασχολούν και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με τον ίδιο: Ο Αλιεύς που «πώς μπλέχτηκε στα δίχτυα σου η ψυχή μου…», «Με αγκίστρι, με δολώματα, με ψεύτικες υποσχέσεις παρασύρουν τα ψάρια και τα αιχμαλωτίζουν. Μετά ακολουθεί το γνωστό μακελειό της σφαγής. Τα ψάρια δεν διαμαρτύρονται, ξέρουν τον προορισμό τους…». Για τον Αγιογράφο που «μουσκεύει τα πινέλα στο δάκρυ και προετοιμάζεται με λυγμούς και προσευχές, ξέρει πού πατά αλλά το σώμα του τραβά γι’ αλλού».   Για τον Αρχαιολόγο που «Τα κομμάτια του χρόνου θυμίζουν επιθυμίες και είναι σκορπισμένες στην ανασκαμμένη περιοχή και ο αρχαιολόγος τα κοιτάζει με περίσκεψη». Για το Λογιστή που «Εκεί στο δάσος θα κόψει ξύλα-λέξεις και θα ανάψει φωτιά να ζεσταθεί. Για να γίνει λογιστής ψυχών ούτε που το σκέφτηκε ποτέ». Για το Σκηνογράφο που «κατάκοπος, όταν αδειάζει η αίθουσα κάνει σχέδια για το επόμενο έργο με μακέτα από σύννεφο και σπάγκο». Για τον Ηθοποιό που «Το σανίδι πήρε φωτιά από τη φωνή του» και «Δεμένος στον μεγάλο τροχό του Προμηθέα, χαρίζει: φως, φωτιά, και την ψυχή του στους θεατές».
Νιώθω πως σε όλα τα κείμενα πίσω από όλους αυτούς τους ανθρώπους που προβάλλονται κρύβεται ή ταυτίζεται μαζί τους ο ΠΟΙΗΤΗΣ. Όταν μιλά για το Ζωγράφο που «Τα δάχτυλά του γεμάτα αίματα και μύρισε ο παράδεισος των ματιών της», παραστατικότατα κεντά την αγωνία του καλλιτέχνη- δημιουργού, όταν μιλά για το Γιατρό που  «Με τι διασκελισμό περνά τα σύνορα του πόνου και τραβά την ψυχή μας στα ύψη σε ουράνιες φωλιές, κοιτώντας μία ακοίμαντη λίμνη που του φέρνει ηρεμία»,  όταν συμφωνεί με τον Εφημεριδοπώλη «Τι εφήμερα που είναι όλα», «Τα φιλιά σου τα θέλω αιώνια, αλλά υπακούω στο νόμο της λησμονιάς» ουσιαστικά μας κάνει συμμέτοχους της ποιητικής του, της αγωνίας και του κοινωνικού του προβληματισμού εικονογραφώντας σκέψεις και αισθήματα.
Κείμενα που αξίζουν να διαβαστούν και που η γλύκα τους μας κάνει να ξεχνάμε τα πολλά λάθη της έκδοσης και την έλλειψη επιμέλειας.

Διάλεξα να αντιγράψω δυο κείμενα που αναφέρονται στο  Βιβλιοπώλη και το Μεταφραστή και τα παραθέτω εδώ:
                                                                       Βιβλιοπώλης
στον Γιώργο Μαρκόπουλο
 Κάποτε περίμενε να τον πνίξουν οι σκέψεις, οι ιστορίες, τα ποιήματα κ.ά. των συγγραφέων που πουλά με το ζόρι. Αιχμάλωτος σε ένα στενό χώρο - μιλάμε για τα μικρά βιβλιοπωλεία - νομίζει ότι πνίγεται. Καμιά φορά βαριέται και διαβάζει. Περνάει και κανένας ξέμπαρκος συγ­γραφέας και ρωτάει «πώς πάμε;» εκείνος του απαντά ξινισμένος «καλά, καλά, υπάρχει και η κρίση!». Κάτι κορίτσια γυρεύουν εναγωνίως τα Ρω του έρωτα του Οδυσσέα Ελύτη. Ζέστη, βροχή, χιόνι εκείνος στο πόστο του. Βλέπει μόνο ένα κομμάτι του δρόμου και επιλεκτικά τους διερχόμενους. Χωρίς εκπλήξεις κυλάει η μέρα, το φως λιγοστεύει και σκάει η νύχτα σαν βεγγαλικό. Κλειδώνει και φεύγει. Τα βιβλία στην αρχή βουβά και μετά αρχίζουν ένα κου­βεντολόι άλλο πράγμα. Ο Όσκαρ Ουάιλντ κάτι λέει και γελάνε όλα. Ο Χεμινγουέι γεμίζει την καραμπίνα του και ρίχνει σε ένα ρινόκερο που βόσκει πιο κει. Ό Διονύσιος Σολωμός σφυ­ρίζει τον Εθνικό 'Ύμνο και άνοιγε μπουκάλια. Ό Γιάννης Ρίτσος σιγομιλούσε με τον Γιώργο Σεφέρη. Απ' ό,τι ξέρουμε δεν συναντήθηκαν ποτέ! Τα ξημερώματα μπουκάρανε κλέφτες, δεν βρήκανε χρήματα. 'Ένας, ό μικρότερος πή­ρε μαζί του έναν Καβάφη και έναν Μπαρτ. Φαίνεται το πρεζόνι, ήτανε διανοούμενος. 'Έ­νας άλλος άρπαξε τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλ­λιά του Μουρσελά. Άλλος φεύγοντας πήρε ένα άλμπουμ του Μποστ. 'Επιτέλους κλέψανε βι­βλία! 'Ήτανε και πολλοί σαν παρέα.  Ένα φρι­κιό άρπαξε τα Μηχανάκια του Κουμανταρέα. Φεύγοντας άφησαν ανοιχτή την πόρτα για να μπαίνει η θάλασσα που δεν υπήρχε. Την άλλη μέρα, η σήμανση και ο βιβλιοπώλης μάζευαν: αποτυπώματα, γέλια και αποτσίγαρα. Μετά ο βιβλιοπώλης κάθισε στο σκαμνάκι του και διά­βασε ένα παιδικό βιβλίο της Άλκης Ζέη. Με αυτά και εκείνα, πέρασε και η άλλη μέρα και ήρθε η άλλη ίδια και απαράλλαχτη με την προ­ηγούμενη. Οι συγγραφείς συνομιλούσαν ξερο­βήχοντας. Και να ο Πολ Όστερ ο Αμερικανός γόης μιλάει για την Νέα Υόρκη με ένα χαμό­γελο του Χόλιγουντ και κάτι από Τσέχωφ! Και ο Τούρκος συγγραφέας Παμούκ χαμογελά  από το βάθος της βιβλιοθήκης. Τώρα μπήκε μία κοπελίτσα αεράτη και ζήτησε τη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, του Φύλακα στην Σί­καλη του Σάλιντζερ. Το αγόρασε και έφυγε χο­ροπηδώντας! Μια γειτόνισσα φώναξε από απέναντι: «φύλαξε μου τα νέα βιβλία της Διδώς Σωτηρίου και της Μάρως Δούκα». Λεφτά δεν έβγαζε, αλλά πίστευε ότι πουλάει πνεύμα! Αυτό βέβαια σηκώνει μεγάλη συζήτηση όπως το αν «η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα». Το ηλιοβασίλεμα κοκκίνιζε τα Μαρξι­στικά βιβλία και έπιανε φωτιά το μαγαζί! 'Ερχότανε χειμώνας και έκλεινε την πόρτα, αφήνοντας τις αμαρτίες του απ' έξω. Η βιτρίνα έλαμπε, τα βιβλία δείχνανε την αλήθεια τους. Κοιτάζανε τους περαστικούς και χαμογε­λούσαν σε ποια χέρια θα πέφτανε (έχουνε και αυτά ψυχή και ας είναι χάρτινη). Σήμερα ο βι­βλιοπώλης είχε πολλή δουλειά ή τη φανταζό­τανε; Αρχίζει να τρέχει το μελάνι της νύχτας και γράφεται το μεγάλο βιβλίο της ζωής. Βάζει το κλειδί στην κλειδαριά και πάει στο απέναντι μπαρ για το ποτό του δρόμου της επιστροφής στο σπίτι του, που τον περιμένει ο σκύλος του μυρίζοντας τον αέρα. 
                                                    Μεταφραστής
στην Τζένη Μαστοράκη
  Το άρωμα της άλλης γλώσσας μας τυλίγει.
 Ξέρετε ο μεταφραστής ανακαλύπτει κείμενα που κατ' αρχήν του πάνε στην ιδιοσυγκρασία του και στην αισθητική του. Έκτος αν είναι πα­ραγγελία για μεροκάματο. Εμείς όμως μιλάμε γι' αυτούς που μεταφράζουν ό,τι επιθυμούν και επιλέγουν. Οι περισσότεροι είναι πολύγλωσσοι και ξέρουν δρόμους για να πλησιάσουν το κεί­μενο: θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο. Βέ­βαια πολλοί υποστηρίζουν ότι στη μετάφραση χάνονται πολλά. Άλλα φανταστείτε να μη γι­νόντουσαν. Θα επικρατούσε σκότος στην επι­κοινωνία των λαών. Εξ άλλου η λογοτεχνία είναι συγκοινωνούντα δοχεία και η μία γλώσ­σα μπολιάζει την άλλη έστω από   τη μετά­φραση. 'Έτσι λοιπόν το χέρι του μεταφραστή βρίσκει αυτά πού θέλει το μυαλό και το μάτι. Υπάρχουν άνθρωποι που μια ζωή έχουν στόχο και μεταφράζουν κείμενα δύσκολα αρ­χαίων και Λατίνων. Χρειάζεται βέβαια αφο­σίωση, ταλέντο και πολλές φορές να ξεχνάς τον εαυτό σου. Έχουμε την περίπτωση του ποιητή Νίκου Γκάτσου πού παρακολουθούσε τους ηθοποιούς στο θέατρο Τέχνης πώς εκφέρανε τα λόγια της μετάφρασης και επενέβαινε και διόρθωνε και συμμετείχε. Υπάρχουν ρέκτες σ' αυτόν τον πνευματικό τομέα που άφησαν εποχή και τρόπους. Ή ο Βασίλης Ρώτας που έμαθε αγγλικά και μετέφρασε όλο τον Σαίξπηρ μαζί με την Βούλα Δαμιανάκου.
Άλλοι περίεργοι που χρησιμοποιούν ψευδώ­νυμο και δεν γνωρίζουμε ποτέ το πραγματικό τους πρόσωπο. Μόνο φήμες και μια «αχλύ» για το βιογραφικό τους. Συνήθως είναι άνθρωποι νευρικοί μέσα τους. Έξω όμως ήρεμοι με ένα ελαφρύ τικ στα μάτια! Πάντα παραπονούνται ότι πληρώνονται λίγα από τους εκδότες. Πολ­λοί απ' αυτούς είναι και οι ίδιοι συγγραφείς. Οι επιλογές και οι προτάσεις τους δεν απέχουν πολύ από το λογοτεχνικό τους γούστο. Μερι­κοί απ' αυτούς ασχολούνται με το αστυνομικό μυθιστόρημα και το προτείνουν ανεπιφύλακτα. Ενώ οι ίδιοι δεν μοιάζουν περιπετειώδεις τύποι. Είναι η κλασική διάσταση οράματος και πραγματικότητος. Και λες «μα αυτός ο φιλήσυχος άνθρωπος μεταφράζει: περιπέτειες, φόνους, κατασκοπεία, πορνεία, κ.ά.». Εκείνοι όμως που μου δημιουργούν αισθήματα θαυμασμού, είναι οι ξένοι οι ελληνιστές πού μένουν πολλές φορές στην Ελλάδα και αφιερώνονται κυρίως στη μετάφραση της ποιήσεως. Αυτούς εγώ τους λέω Αγίους! 'Έτσι η επικοινωνία των λαών συντελείται με τους μεταφραστές και τις αποκαλύψεις των κειμένων. 'Ένα στοίχημα, ένα παιχνίδι ιδεών και χρωμάτων των λέξεων. 'Έτσι παράγεται φως μέσα στο σκοτάδι της ζωής μας. (Μιλάμε βέβαια για τους εκλεκτούς μεταφρα­στές).
Να υπενθυμίσω ότι οι μεταφράσεις κυρίως των θεατρικών έργων θέλουν κάθε εικοσαετία τουλάχιστον ξανά από την αρχή μετάφραση, γιατί ή καθημερινή γλώσσα προχωρά, αλλάζει και δίνει άλλα σήματα στους διάλογους. Είναι βέβαια λεπτή ή δουλειά, πόσο χρώμα θα βάλεις σε κάθε λέξη. Αυτό όμως οφείλεται στη δεξιο­τεχνία και στην προσωπικότητα του μετα­φραστή. Πολλές φορές η απόδοση παίζει ρόλο ανάλογα με το κέφι και σε τι φάση ψυχολογική βρίσκεται αυτός πού κάνει το εγχείρημα. Πολ­λοί βάζουν τον εαυτό τους μέσα στο κείμενο και αλλάζουν πολλά. Πολλοί όμως - και αυτό παίζει αναλόγως της προσωπικότητας του μεταφραστή - γι' αυτό μιλάνε: για μεταγραφή, απόδοση ή ελεύθερη ματιά στο κείμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου