Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Κυπριακό τραπέζι μνήμη Μίμη Σουλιώτη


Στην Ελλάδα της ποίησης τα μνημόσυνα γίνονται με ποιητικούς καρπούς ευφρόσυνους που ανασύρονται από συλλογές κήπων διαλεκτών με μυρωδικά άφατης ευωδίας αντιχάρισμα στην ζωή που μας χαρίστηκε. Διάλεξα την τελευταία ποιητική συλλογή του Μίμη Σουλιώτη που μας άφησε πρόωρα, γιατί το καλύτερο μνημόσυνο για έναν ποιητή είναι να διαβάζουμε το έργο του. Δεν τον ήξερα ως πανεπιστημιακό δάσκαλο ούτε ως πρωτοπόρο της δημιουργικής γραφής. Τον διάβαζα περιπαθώς ως αρθρογράφο στο Βήμα, μάζευα τα άρθρα του επιλέγοντας κάποια από αυτά για τη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας και απολάμβανα τις καβαφικές απαγγελίες του στο Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Γλώσσας· μάλιστα κάποιες καβαφικές παρωδίες του είχα ανεβάσει στο ιστολόγιό μου παλιότερα. Σήμερα θα κάνω περιηγητικές αρπαχτές στους στίχους της τελευταίας του συλλογής "Κύπρον, ιν ντηντ", επιλέγοντας  αρχικώς ολόκληρο το ποίημα "ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ". Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Έπηξα από «θάμπη», «χρυσομέλισσες», «πανέμνοστους», 
γάνιασα από «ανθόκρημνα»,
από ανούσιες επιδαψιλεύσεις που ενοχλούν το συναίσθημα
 και το στουπώνουν, ενώ το μόνο σύγχρονο που έχει
                  η Ανθολογία 
είναι οι χρονολογίες γέννησης των ανθολογουμένων:
ανιαροί λεξιθήρες, τζάμπα το ξάκριζα,
ελάχιστα δεν είναι για τον Καιάδα.
 - Θεούλη μου, όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι, 
ας μη ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου, 
όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά,
κάμε ν΄ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα-
φώτισέ με, Θεούλη, κι αν μου μέλλεται να το πάθω 
κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα.
Επιλέγω στίχους από την παραπάνω συλλογή που να σχετίζονται με κυπριακά φαγητά κυρίως ως καρπούς μνήμης. Ελπίζω να μη χαρακτηριστεί ως ανεπίτρεπτη χειρουργική αυθαιρεσία:
.....Περνοδιαβαίνουν οι ποδηλάτες παραφορτωμένοι  με ζαρζαβατικά και χαλούμια εκατέρωθεν, κολοκάσια και πατάτες στην σκάρα κι άλλα καλούδια  που φέρνουν τη χαρά στο σπίτι. Θα φτάσω φορτωμένος χαλούμια, φρούτα και φθαρτά που ξεχειλίζουν απ' τα πλάγια, με τις δεκαπέντε σακούλες ψώνια να φαφλατίζουν σαν απ' τα φυσερά πορτοπαράθυρα χαρμόσυνου ινδικού λεωφορείου.   
Το είπε ιστορικός έκδοτος στες ηδονές διά των αιώνων: αμπελοπούλια σιρ Τζουάν τε Μουντολίφ από τον Κόννο, τ' Ατζιεφάλου, την Λαξιά και το Πυρκίν, και Παραλίμνιο σαβόρο, φλαούνες χειρόμακτρης στοργής, φλογερός παστ'ρμάς με το συνημμένο συρτό του και χλιδανό κρασάτο χοιρομέρι, τσίχλες πρώην πετούμενες τέως ψητές και νυν σπαραγμένες «και εύφρονες ούτοι ευφραντικώς κατέσθιον: εφάαν δηλαδή πολλών λογιών πουλλιά, πετούμενα μιτσιά, και ηυφράνθησαν-αρέσαν τους πολλά», και, μόλις ήρθε η ώρα για πέψη στην παρέα τραβάει κι απασφαλίζει την περόνη μιας άβλαβης «Ντάιετ».
Η κόρη στο έμπα του 21ου αιώνα, φραππεδιάζεται ή φραπουτσινιάζεται μα μόλις αρχίσει να λαλεί ξεχύνονται τα παρατεταμένα κάππα, τα διπλο-λάμβδα και τα παρεστιγμένα ταυ της Νήσου, τα διάπλατα και τα κεκλεισμένα άλφα, κάτι δύσκολα χωστά έψιλον στο φτερό, η γοητευτική προσωδία της κλειστής αγροτικής οικονομίας-χείλη που όπως λαλούν εσένα να σου 'ρχεται να μπεις. 
Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην εμφάνιση και στην ομιλία, ανάμεσα στον καταναλωτικό καπιταλισμό από τη μία και στον στοματικό προκαπιταλισμό από την άλλη εξηγείται, ότι ο καπιταλισμός εμπεριέχει τον προκαπιταλισμό του αφού και οι Αγγλογάλλοι διατηρούν πλούσια προσωδία και οι Γενοβέζοι και οι Κοζανίτες και οι Βενετσιάνοι, καθώς και τις παλιές μυστικές συνταγές μαγειρικής, η Αρχή της Αδρανείας διατηρείται ισχυρή.
«Αφκά οφτά από κότες αλανιάρες και πετεινόν αράθυμον- Έλα, και πετεινόν γκέι!»
κι ελίτσες, τοματούλες και πράσινες στενόμακρες τουρσί, ζεστή ταχινόπιτα για χάπι-εντ
στο τροχήλατο μαγαζάκι του, τσιμπολογούσαμε στα όρθια κι έβγαινε μια νοστιμιά
σαν έρωτας σηκωτός στις μύτες με μέλλουσα Κύπρια για την ώρα Ουκρανή·
 Όσο και να 'τρωγες ουάν πάουντ και μας ξαναγέμιζε με ζιβανία μόλις αδειάζαμε
για να το φχαριστηθεί που ευχαριστιόμασταν ο μάγος του μεταμεσονυχτίου σέρβις.
 ….και ζυμώνεις τα σπιτικά μελομακάρονα λιγνή, με τους οικείους σου, στα Νοτιο-Ανατολικά μέρη. Και, καλά εσύ, ας νιώσεις μαζί μου το γλυκό κραχ της θλίψης που μας πρέπει, μα για τον αναγνώστη των δικών μας μέιλ, δεν θ' αρκεί'
Ισαμαρέλλα, έτσι παστώνονται οι λέξεις μες στην ποίηση: το συναίσθημα ψήνεται στον ήλιο, το σαλιώνουν καμήλες, μύγες, ουρανοί της Λάρνακας (η πόλη έχει τρεις ουρανούς: έναν στα ύψη, έναν χαμηλά, και τρίτον τον ανίδωτο) και ενσωματώνει την ανθεκτική ουσία που το κάμνει δοτικό και σε τρίτους- να μασουλήσουν κι εκείνοι από τα κομματάκια της, να την σχίζουν με τα δόντια και να την πιπίλιζουν στο δικό τους σάλιο παλίμψηστη, όπως οι παλιοί βοσκοί της Νήσου.
  …. μα δεν το έχουν πληροφορηθεί μια παρέα φοιτητές της φιλολογίας-αχάπαροι, παραγγέλλουν με γέλια και φωνές Έναν φραππέ με τρία ζάχαρη.
- Ή φρεντουτσίνο, που το αποστραγγίζουν ήδη, αραχτοί μες στην γλυκιά λευκωσιάτικη λιακάδα, χωρίς να έχουν διαβάσει μήτε την «Ανεράδα» μήτε το «Μίζαρον» του Χαραλαμπίδη.

Καταθέτω ολόκληρο και το τελευταίο ποίημα της περιηγητικής αρπαχτής που πολύ μ΄ αρέσει:

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ
Οπως λέμε ότι στον έρωτα το φιλί είναι το παν,
ή το χάδι, το αίσθημα, το γλωσσίδι, η διαπίδυση,
έτσι και στην γλυκιά χώρα της Θεάς
όχι το βαθύ φιλί μήτε το νυχάτο χάδι με ό,τι καλύτερο
παρά η μιλιά και το άκουσμα είναι το παν,
το τί κάμνει με τα φωνήεντα και με τα σύμφωνα
η μουσική φόρμα της Νήσου, και πώς τα ομορφαίνει,
πώς τα φλοισβίζει, τα κυματίζει, τα γλύφει,
τα ταχταρίζει μέσα της και τα ξεπροβοδίζει.

 Να διαβάζουμε τα ποιήματά του, είναι εξαιρετικά! Καλή του ανάπαυση.




1 σχόλιο:

  1. Πολύ συγκινητική για μένα και πρωτότυπη ανάρτηση, Γιάννη. Ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή