Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Δημήτρης Μίγγας Πλωτά νησιά


 Μέρες που είναι καθόμαστε στην Αθήνα και σχεδιάζουμε ταξίδια επί χάρτου προσπαθώντας με τα πενιχρά οικονομικά μας να υλοποιήσουμε έστω στο ελάχιστο τις επιθυμίες μας. Νιώθουμε πολύ κοντά στους τρεις άνδρες , το ανύπαρκτο νησί και το διαρκές ταξίδι από το παρόν στο παρελθόν και από τον ρεαλισμό στο όνειρο που κάνουν οι ήρωες του Μίγγα στο  βιβλίο του με τίτλο "Πλωτά νησιά" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 Αντιγράφω από το βιβλιονέτ:
Κατά κανόνα οι συγγραφείς μεταφέρουν στα γραφτά τους μια εμπειρία μεταπλάθοντας γεγονότα ιστορικά, πραγματικά ή φανταστικά. Ωστόσο ένας από τους ήρωες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, αφού πρώτα εκδώσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, στο οποίο περιγράφει το θαλασσινό ταξίδι τριών ανδρών από το Ναβαρίνο προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του. Οργανώνει, λοιπόν, μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό και συνοδούς δυο αδελφικούς φίλους του. Η εξιστόρηση της εκδρομής με τη βοήθεια των λογοτεχνικών υπερβάσεων και τεχνικών απέχει προφανώς από την εμπειρία που βιώνουν. Η ανάγνωση του βιβλίου όμως (μέσα στη νύχτα και στη θάλασσα) επηρεάζει τους ανυποψίαστους συνταξιδιώτες, ειδικά μάλιστα, όταν διαπιστώνουν κοινά στοιχεία με τους αντίστοιχους χαρακτήρες των κειμένων και συνειδητοποιούν ότι ο φίλος τους συγγραφέας επιδιώκει να τους αποσπάσει από τον αισθητό κόσμο παρασύροντάς τους με την τέχνη του. Στο τέλος του ταξιδιού αποβιβάζονται σε κάποια στεριά, ωστόσο σταδιακά διαπιστώνουν πως δεν πρόκειται ακριβώς για τον τόπο που θυμούνταν από προηγούμενες επισκέψεις και προσδοκούσαν να αντικρίσουν. Ξεμπαρκάρουν σε ένα νησί πλωτό που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογοτεχνική αναπαράστασή της, παλινδρομούν από το παρόν στο παρελθόν, από τον ρεαλισμό στο όνειρο και τη ζωή που έζησαν σε αυτή που λαχταρούσαν. Πώς βγαίνει κάποιος, άραγε, από τέτοιες ιστορίες; Στη στεριά ξυπνάς στο σπίτι σου, ψάχνεις στα τυφλά το φως του κομοδίνου και τ' ανάβεις, αντικρίζεις το ρολόι, το ποτήρι που είχες ακουμπήσει αποβραδίς, νιώθεις στο πλάι τη γυναίκα να τεντώνεται επιστρέφεις. Στη θάλασσα όμως όλα είναι μουντά κι υγρά, κουνιούνται και γλιστρούν είσαι λιγάκι πιο κοντά στο όνειρο. Δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις απ' τη νύχτα μεσοπέλαγα.

Βλέποντας φωτογραφίες μου από τα νησιά ( αυτές εδώ είναι από τη Σίφνο) υποκύπτω στον πειρασμό και αντιγράφω εδώ δύο παραγράφους από το εξαιρετικό βιβλίο:

........Περασμένα μεσάνυχτα· το μικρό ιστιοφόρο έπλεε μες στο σκοτάδι. Ο αμυδρός φωτισμός της πυξίδας αντανα­κλούσε στο πρόσωπο του Νίκου. Κοίταζε στην κουβέρτα, χαμηλά. Το αεράκι είχε πέσει λίγο, κατά διαστήματα όμως δυνάμωνε και χτυπούσε πάνω στον φλόκο φουσκώνο­ντας τον. Ακουγόταν τότε ένας υπόκωφος κρότος και τα κορμιά μας τραντάζονταν. Ο ήχος των κυμάτων που έσπα­ζε η πλώρη, ο θόρυβος από τα ξάρτια όταν χτυπιούνταν στο κατάρτι και τα τριξίματα του σκάφους σκέπαζαν τη σιωπή μας.

 .............
Αναπήδησε ο Θεμιστοκλής κι άρπαξε το καρούλι της συρ­τής. Είχε τεζάρει η πετονιά σπάζοντας το ξυλάκι που τη συγκρατούσε. Ξετυλιγόταν με ταχύτητα και χανόταν στα νερά.
- Στρίψε, Νίκο, να κόψουμε ταχύτητα, φώναξε.
Γύρισε όλο το τιμόνι αριστερά εκείνος, ήρθε το σκάφος κόντρα στον αέρα και το πανί ξεφούσκωσε. Προσπάθησε να τραβήξει ο Θεμιστοκλής, πήρε με κόπο δυο οργιές. Σχολίασε: Μεγάλο ψάρι. Χαλάρωσε, το άφησε να κατέβει στα βαθιά. Δοκίμασε έπειτα και πάλι. Η πετονιά τεζαρισμένη έμπαινε στο κρέας πληγώνοντας την παλάμη του. Βόγκηξε. Τον βοήθησα να φορέσει ένα δερμάτινο γάντι ειδικό για την περίσταση. Πάσχιζε να κερδίσει μια οργιά και ύστερα λασκάριζε για να το κουράσει. Μάζεψε το πα­νί, με πρόσταξε. Υπάκουσα. Η μάχη συνεχίστηκε αρκετά λεπτά. Το ψάρι αντιστεκόταν. Και τότε ογδόντα με εκατό μέτρα πίσω από την πρύμνη μας ξεπρόβαλε ένας σκούρος όγκος, έγραψε έξω απ' τα νερά ένα ημικύκλιο και βούτη­ξε ξανά με παφλασμό στη θάλασσα. Τόνος είναι, πάνω από τριάντα κιλά, αποφάνθηκε ο Θεμιστοκλής:Έχε έτοιμο τον γάντζο, Τάσο, θα παλέψει, δεν παραδίνονται εύκολα αυτοί. Προθυμοποιήθηκα να βοηθήσω. Αρνήθηκε. Αναμε­τρήθηκαν, ψάρι και άνθρωπος, κάμποση ώρα ακόμα, ώσπου... Άφησε ο Θέμης κραυγή σπαρακτική και μια βλα-στήμια. Στα χέρια του η πετονιά χαλαρωμένη.
Την κοιτούσε απαρηγόρητος. Μετά τη μάζεψε αργά. Ήταν κομμένη πριν απ' τα βαρίδια.

Βρήκα στο Βήμα μια κριτική του βιβλίου που με βρίσκει σύμφωνο:

Καλά μας ταξίδια και καλά διαβάσματα!

1 σχόλιο:

  1. «Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
    Γέρνει πανί του ονείρου

    Κύμα στο φως
    Ξαναγεννάει τα μάτια
    Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
    Τ' αγνάντεμα»

    Καλά μας ταξίδια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή