Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Jean Echenoz, 14

   Εκατό χρόνια μετά από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου,  αντί οι λαοί να στοχάζονται τις ολέθριες συνέπειές του, βρίσκονται ξανά με το χέρι στη σκανδάλη περιμένοντας αυτόν που πρώτος θα ανάψει το φυτίλι. Εμείς από τη μεριά μας σχολιάζουμε στην τάξη, όσο μπορούμε,  «Το ποτάμι» του Σαμαράκη, την «Μυστική παπαρούνα» από τη «Ζωή εν τάφω» του Μυριβήλη και δίνουμε συναφή αποσπάσματα από τη  «Φωτιά» του Μπαρμπίς, το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» του Ρεμάρκ, τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χέμινγουέι, ολίγον από «Καλό στρατιώτη Σβέικ» του Χάσεκ και την τριλογία του Πατ Μπάρκερ. Αυτές τις  μέρες μάλιστα προσθέσαμε  ένα φρεσκομεταφρασμένο  βιβλιαράκι στα αριστουργήματα που μιλάνε για τη φρίκη των χαρακωμάτων και τα δεινά του μεγάλου πολέμου. Τίτλος, που παραπέμπει προφανώς στη χρονιά έναρξης του πολέμου: «14». Συγγραφέας ο Jean Echenoz (Ζαν Εσνόζ) και εκδοτικός οίκος ο Ίκαρος. Μεταφραστής ο εξαιρετικός Αχιλλέας Κυριακίδης. 

   Η γοητευτικότατη αφήγηση αρχίζει με την περιγραφή μιας ξαφνικής κακοκαιρίας. Ένας βροντώδης άνεμος, μια ασυνήθιστη για την εποχή ηχητική, θορυβώδης εισβολή, ένας κυκλωτικός βρυχηθμός που σε συνδυασμό με τη ρυθμική κινητικότητα του κάθε καμπαναριού αποτέλεσαν μια απειλητική αταξία. Ακουστικές εικόνες  που σημαίνουν την έναρξη μιας από τις πιο αιματηρές περιπέτειες της ανθρωπότητας για ανθρώπους που έχουν ξεχάσει την ευαγγελική ρήση «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω». Το βιβλίο του ήρωά μας πέφτει και μένει ανοιχτό στο κεφάλαιο με τον τίτλο “Aures habet, et non audiet’’. (=Αυτιά έχει αλλά δεν ακούει.)

…Έχουμε πρώτη του μηνός Αυγούστου, κι ο Αντίμ αφήνει το βλέμμα του να πλανηθεί στο πανόραμα. Από εκείνον το λό­φο όπου στεκόταν, μόνος, είδε πέντ’-έξι σκόρπιες πολίχνες με σπιτάκια στοιβαγμένα κάτω από ένα κωδωνοστάσιο, συν­δεόμενες μέσω ενός αραιού οδικού δικτύου στο οποίο κυκλο­φορούσαν όχι τόσο τα σπάνια αυτοκίνητα της περιοχής όσο βοϊδάμαξες και ζεμένα άλογα που μετέφεραν τις δημητριακές σοδειές. Το τοπίο ήταν αναμφιβόλως ευχάριστο, αν και προς στιγμήν είχε αναστατωθεί από εκείνη τη θορυβώδη και πραγματικά ασυνήθιστη για την εποχή εισβολή του ανέμου, ο οποίος, αναγκάζοντας τον Αντίμ να κρατάει το γείσο του με το χέρι, καταλάμβανε όλο τον ηχητικό χώρο. Δεν ακουγόταν παρά μόνο αυτό το φύσημα του αέρα, η ώρα ήταν τέσ­σερις το απόγευμα.
Κι ενώ το βλέμμα του πηγαινοερχόταν αφηρημένα απ’ τη μία πολίχνη στην άλλη, παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ένα φαινόμενο που του ήταν εντελώς άγνωστο: στην κο­ρυφή κάθε καμπαναριού, αιφνιδίως και ταυτοχρόνως, είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια μικρής μεν έκτασης, αλλά ρυθ­μική κινητικότητα· μια εύρυθμη εναλλαγή ενός μαύρου τε­τραγώνου και ενός λευκού τετραγώνου που διαδέχονταν το ένα το άλλο κάθε δύο-τρία δευτερόλεπτα είχε αρχίσει να εκ­πορεύεται σαν εναλλασσόμενο φως, σαν δυαδικός σκαρδαμυγμός που θύμιζε το αυτόματο κλαπέτο κάποιων μηχανών στο εργοστάσιο, κι ο Αντίμ, αδυνατώντας να εξηγήσει αυ­τά τα μηχανικά νύγματα, διακινδύνευσε να τ’ αποδώσει σε σπινθηρίσματα ή βλεφαρίσματα που του έστελναν μακρόθεν άγνωστοι.
Μετά, σταματώντας το ίδιο κοφτά όπως είχε ενσκήψει, ο κυκλωτικός βρυχηθμός του αέρα έδωσε τη θέση του στον αχό τον οποίο κάλυπτε ώς εκείνη τη στιγμή: όλο αυτό δεν ήταν παρά οι καμπάνες, οι οποίες, μπαίνοντας σε λειτουργία από την κορυφή αυτών των κωδωνοστασίων, σήμαιναν ομοφώνως, παράγοντας μια σοβαρή, βαριά και απειλητική αταξία, στην οποία, καίτοι πολύ νέος για να έχει παρακολουθήσει πολ­λές κηδείες, ο Αντίμ διέκρινε ενστικτωδώς τον ήχο του συνα­γερμού που ενεργοποιούνταν σπανιότατα και που μόνο η ει­κόνα του του έφτανε νωρίτερα απ’ τον ήχο του.
Ο συναγερμός, δεδομένης της τότε παγκόσμιας κατάστασης, σηματοδοτούσε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, επι­στράτευση. Όπως όλος ο κόσμος, αλλά χωρίς να το πολυπιστεύει, ο Αντίμ την περίμενε, αλλά του ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι θα γινόταν Σάββατο. Δεν αντέδρασε αστρα­πιαία, αλλά, αφού έμεινε γύρω στο ένα λεπτό ακούγοντας τις βαρύγδουπες καμπάνες, όρθωσε πάλι το ποδήλατό του, έβαλε πάλι το πόδι του στο πετάλι κι αφέθηκε να γλιστρή­σει στην πλαγιά και να πάρει το δρόμο για το σπίτι του. Ένα απότομο τράνταγμα και, χωρίς να το αντιληφθεί ο Αντίμ, το χοντρό βιβλίο έπεσε από το ποδήλατο, άνοιξε πέφτοντας κι έμεινε για πάντα στην άκρη του δρόμου, μπρούμυτα πά­νω σ’ ένα απ’ τα κεφάλαιά του που έφεραν τον τίτλο “Aures habet, et non audiet’’.
Με το που μπήκε στην πόλη, ο Αντίμ άρχισε να βλέπει τους συμπολίτες του να βγαίνουν απ’ το σπίτι τους, να σχηματίζουν ομάδες και να συγκλίνουν προς την Κεντρική Πλατεία. Οι άνδρες έδειχναν νευρικοί, πυρετικοί μέσα στη ζέστη, γύριζαν το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, κουβέντιαζαν, χειρονομούσαν αδέξια, χωρίς πολλή αυτοπεποίθηση. Ο Αντίμ πέρασε πρώ­τα από το σπίτι του για ν’ αφήσει το ποδήλατο, και μετά ενώ­θηκε με το ρεύμα που, τώρα, εισέρρεε απ’ όλες τις αρτηρίες προς την πλατεία όπου μυρμήγκιαζε ένα πλήθος χαμογελαστό που ανέμιζε σημαίες και μπουκάλια, που χειρονομούσε και στριμωχνόταν, που δεν άφηνε σχεδόν καθόλου χώρο στα κάρα με τα άλογα που ήδη μετέφεραν ομάδες. Όλος ο κόσμος έδειχνε πολύ ευχαριστημένος με την επιστράτευση: ένθερμα λογύδρια, ακατάσχετα γέλια, ύμνοι και φανφάρες, πατριω­τικά επιφωνήματα ανάκατα με χρεμετισμούς.

 Ο Αντίμ, ο Σαρλ, ο Μποσίς, ο Παντιολό και ο Αρσενέλ παρελαύνουν πριν μπουν στο τρένο για την πρώτη γραμμή. Ανάμεσα στους θεατές η Μπλανς. Ζητωκραυγές, ηχητική μπάντα.

  Ο Αντίμ, εκεί που βάδιζε χαριεντιζόμενος χαμηλοφώνως με τους άλ­λους, προσέχοντας ταυτόχρονα μη χάσει το καμαρωτό του βή­μα, νόμισε κάποια στιγμή πως είχε δει την Μπλανς στο αρι­στερό πεζοδρόμιο της λεωφόρου. Στην αρχή σκέφτηκε πως ήταν κάποια που της έμοιαζε, αλλά μετά, όχι, αυτή ήταν, η Μπλανς, ντυμένη γιορτινά, με μια ελαφριά ροζ φούστα και μπλούζα μοβ της εποχής. Για να οπλιστεί κατά του ήλιου, είχε αναπεπταμένη πάνω από το σώμα της μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα, ενώ οι άλλοι ιδροκοπούσαν σταθερά κάτω απ’ το καινούργιο πηλήκιο που τους έσφιγγε τα μηλίγγια, και κάτω από τον κρεμαστό γυλιό, ο οποίος, εκείνη την πρώτη μέρα, δε βάραινε ακόμα τόσο πολύ τις ωμοπλάτες.
Όπως το περίμενε, ο Αντίμ είδε πρώτα την Μπλανς να ρίχνει στον Σαρλ ένα χαμόγελο όλο περηφάνια για την πολε­μική του εξάρτυση, αλλά μετά, όταν έφτασε κι εκείνος στο ύψος της, δέχτηκε απ’ αυτήν, τώρα όχι χωρίς έκπληξη, μιαν άλλη ποικιλία χαμόγελου, πιο σοβαρού, αν όχι, όπως του ’χε φανεί, και πιο συγκινημένου, πιο συγκροτημένου, πιο εκ­φραστικού, κάτι απ’ όλα αυτά τελοσπάντων. Δεν είδε, ούτε επιχείρησε να δει πώς ο Σαρλ, που βέβαια του είχε γυρισμέ­νη την πλάτη, είχε ανταποκριθεί σ’ εκείνο το χαμόγελο, αλ­λά αυτός, ο Αντίμ, δεν αντέδρασε παρά μ’ ένα βλέμμα, το όσο το δυνατόν πιο σύντομο και πιο μακρύ, πασχίζοντας να του προσδώσει την ελάχιστη δυνατή εκφραστικότητα που θα υπαινισσόταν τη μεγίστη δυνατή - καινούργια άσκηση, αυ­τή τη φορά διπλά αντίνομη, η οποία, καθώς είχε και το νου του να μη χάσει το βήμα του, δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθε­ση. Μετά, όταν προσπέρασαν και την Μπλανς, ο Αντίμ προ­τίμησε να μην ξανακοιτάξει προς το κοινό.
Νωρίς το άλλο πρωί, στο σταθμό, η Μπλανς ήταν πάλι εκεί, στην αποβάθρα, ανάμεσα στο πλήθος που κουνούσε σημαιού­λες, στα παιδιά που έγραφαν με κιμωλία Βερολίνο στα πλευ­ρά της ατμομηχανής, στα χάλκινα πνευστά που έκλιναν όσο μπορούσαν καλύτερα τον εθνικό ύμνο. Καπέλα, φουλάρια, ανθοδέσμες και μαντίλια αναδεύονταν προς πάσαν κατεύθυνσιν, πανέρια με προμήθειες περνούσαν από τα παράθυ­ρα των βαγονιών, παιδιά και γέροι και ζευγάρια πνίγονταν στις αγκαλιές, δάκρυα κυλούσαν στις αναβαθμίδες - όπως μπορεί να τα δει όλα αυτά κανείς σήμερα στο τεράστιο φρέ­σκο του Άλμπερτ Χέρτερ, στην Αίθουσα Αλσατία του Σταθ­μού Ντε λ’ Εστ.  Γενικά, οι πάντες χαμογελούσαν με αυτο­πεποίθηση, αφού όλο αυτό ήταν σίγουρο πως δε θα κρατούσε πολύ, τα παιδιά θα ξαναγύριζαν γρήγορα - και τότε, από μα­κριά, πάνω απ’ τον ώμο του Σαρλ που αγκάλιαζε την Μπλανς, ο Αντίμ την είδε να τον ξανακοιτάζει με το ίδιο βλέμμα. Με­τά, έπρεπε ν’ ανέβει στο τρένο, και μία εβδομάδα ακριβώς μετά από εκείνη την ποδηλατάδα του, ο Αντίμ, έχοντας ανα­χωρήσει από τη Νάντη στις έξι το πρωί του Σαββάτου, έφτασε απόγευμα Δευτέρας στις Αρδένες.


Και μετά σιωπή. Επικρατεί η βεβαιότητα ότι η πολεμική αυτή σύγκρουση θα είναι συντομότατη.  
Ο Αντίμ και ο Σαρλ αλληλογραφούν με τη Μπλανς που ζητά από το γιατρό της να παρέμβει για να τοποθετηθεί ο Σαρλ οπουδήποτε αλλού εκτός από το πεζικό. Φωτογράφος στα αεροπλάνα, ας πούμε!

Έξω, ηχητική μπάντα Κυριακής: όλα είναι πιο σιωπηλά απ’ ό,τι μες στην εβδομάδα, έτσι όπως είναι κάθε Κυριακή, αλ­λά όχι ακριβώς όπως κάθε Κυριακή, η σιωπή δεν είναι η συ­νήθης σιωπή, σαν να ’χε μείνει στον αέρα ο απόηχος απ’ τις ζητωκραυγές των τελευταίων ημερών, απ’ τις φανφάρες και τα χειροκροτήματα. Νωρίς εκείνο το πρωί, οι πιο ηλικιωμένοι δημοτικοί υπάλληλοι που είχαν μείνει πίσω, αποκόμισαν τις τελευταίες μαραμένες ανθοδέσμες, τις τσαλακωμένες κον­κάρδες, ό,τι είχε απομείνει απ’ τα πανό, μαντίλια στεγνω­μένα ύστερα απ’ το μούσκεμα· μετά, κατέβρεξαν τους δρό­μους· και πιο μετά, παρέδωσαν στο γραφείο μερικά απολεσθέντα αντικείμενα: ένα μπαστούνι, δύο σκισμένα φουλά­ρια, τρία ποδοπατημένα καπέλα που είχαν πεταχτεί στον αέ­ρα μες στην πατριωτική παραζάλη και που οι νόμιμοι κάτο­χοί τους δεν βρέθηκαν ποτέ - αναμένεται να εμφανιστούν.
Όμως τα πράγματα είναι πιο ήσυχα και για έναν άλλο λό­γο: γιατί δεν κυκλοφορούν πολλοί στους δρόμους, ιδίως νέοι, κάτι που δεν ισχύει για τους ακόμα πιο νέους, οι οποίοι, συμμεριζόμενοι τη βεβαιότητα ότι η πολεμική αυτή σύγκρουση θα είναι συντομότατη, δε θέλουν να τη σκέφτονται και να την αφήσουν να τους σκοτίσει. Τα λίγα συνομήλικά της αγό­ρια με τα οποία διασταυρώνεται η Μπλανς, όλα τους με κά­ποιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα υγείας, κρίθηκαν ανίκανα, τουλάχιστον επί του παρόντος, κάτι το οποίο επίσης αγνοούν. Οι μύωπες, για παράδειγμα, που εξαιρέθηκαν στην πρώτη επιλογή και προστατεύονται από τα γυαλιά τους, δεν τους περνάει ούτε για μια στιγμή από το μυαλό ότι υπάρχει περί­πτωση να πάρουν μια μέρα το τρένο για τα ανατολικά, ει δυνατόν μ’ ένα ζευγάρι δεύτερα γυαλιά. Τα ίδια με τους κου­φούς, τους νευροπαθείς, τους πλατυπόδαρους. Όσο γι’ αυ­τούς που υποκρίνονται τους ασθενείς ή τους ανάπηρους, ή για όσους έχουν τόσο ισχυρό μέσον ώστε να μη χρειάζεται καν να υποκριθούν, αυτοί, προς το παρόν, προτιμούν να μην εμ­φανίζονται. Τα ζυθοπωλεία είναι έρημα, τα γκαρσόνια τους έχουν εξαφανιστεί, οι ίδιοι οι καταστηματάρχες αναγκάζο­νται να τα σκουπίσουν. Οι διαστάσεις της πόλης που έχει δι’ αναρροφήσεως εκκενωθεί απ’ τους άνδρες της, φαίνεται σαν να έχουν διασταλεί: εκτός από γυναίκες η Μπλανς δε βλέ­πει στους δρόμους παρά γερόντια και παιδιά, που τα βήμα­τά τους ακούγονται κούφια σαν μέσα σ’ ένα κέλυφος κενό.
….

  Είμαστε στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, και το αερο­πλάνο είναι ένα νέο μεταφορικό μέσο που δεν έχει χρησιμο­ποιηθεί ποτέ για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο Σαρλ εί­ναι ζαρωμένος στο κάθισμά του,  βρίσκεται μασκαρισμένος από τον πιλότο του και, επομένως, ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Και τότε, μία και μόνο σφαίρα φεύ­γει από το πυροβόλο, διασχίζει δώδεκα μέτρα αέρα σε επτα­κόσια μέτρα ύψος και με χίλια το δευτερόλεπτο, μπαίνει στο αριστερό μάτι του Νομπλές και ξαναβγαίνει πάνω απ’ τον αυχένα του, πίσω απ’ το δεξί του αφτί, κι από εκείνη τη στιγ­μή το Farman, εκτός ελέγχου, πλανάρει για λίγο κι ύστερα παίρνει μια κλίση που γίνεται όλο και πιο κάθετη, κι ο Σαρλ, με το στόμα ανοιχτό, πάνω απ’ τον βουλιαγμένο ώμο του Αλφρέντ βλέπει να τον πλησιάζει ολοένα το έδαφος στο οποίο πρόκειται να συντρίβει ολοταχώς και χωρίς καμία εναλλακτι­κή λύση παρά μόνο ένα θάνατο άμεσο και ανέκκλητο, χωρίς το παραμικρό ίχνος ελπίδας.

Η μουσική που εξημερώνει τα ήθη στοχοποιείται, βάλλεται, πληγώνεται. Αντί να εξευγενίσει τους μαχόμενους λειτουργεί ως μουσική υπόκρουση πρωτόβγαλτων ορμών και ενστίκτων:

 Στο μεταξύ, ενώ η ορχήστρα έπαιζε κι αυτή το ρό­λο της στη μάχη, το βαρύτονο διαπεράστηκε από μια σφαί­ρα, και το τρομπόνι, βαριά πληγωμένο, σωριάστηκε: το ημι­κύκλιο πύκνωσε αναλόγως, και οι μουσικοί, καίτοι στριμωγμένοι, συνέχισαν να παίζουν χωρίς ούτε ένα φάλτσο, αλλά μετά, τη στιγμή που ξανάπιαναν το μέτρο στο σημείο όπου υψώνεται το ματωμένο λάβαρο, έπεσαν νεκρά το φλάου­το και το άλτο.
Επειδή ακριβώς το πυροβολικό άργησε πολύ να έρθει για ενίσχυση, ο λόχος δεν μπόρεσε όλη μέρα να καλύψει το επι­θυμητό έδαφος, αφού όλο προέλαυνε κι όλο αναδιπλωνόταν. Το βράδυ, όμως, επιτέλους, με μια τελευταία προσπάθεια κατόρθωσε ν’ απωθήσει τον εχθρό ώς πίσω από το δάσος, χά­ρη σε μια επίθεση με ξιφολόγχες: ο Αντίμ είδε, ή νόμισε πά­λι ότι είχε δει, άνδρες να τρυπάνε άνδρες ακριβώς μπροστά στα μάτια του, κι αμέσως, οπισθοχωρώντας λίγο, να τραβά­νε τη λάμα για να την αποσπάσουν απ’ τις σάρκες. Μα και ο ίδιος, κυρτωμένος πάνω στο τουφέκι του, ένιωθε τώρα ικανός να διατρήσει, να σουβλίσει, να τρυπήσει το παραμικρό εμπό­διο, ανθρώπινα σώματα, ζώα, κορμούς δέντρων, ό,τι έβρισκε μπροστά του -προδιάθεση φευγαλέα αλλά απόλυτη, τυφλή, που απέκλειε κάθε άλλη-, αλλά η ευκαιρία δεν του δόθηκε. Συνέχισε να προελαύνει μαζί με τους άλλους, κοπιαστικά, χωρίς να τον αποσπούν οι λεπτομέρειες, αλλά αυτό το κερ­δισμένο έδαφος δεν έμεινε κερδισμένο για πολύ: αμέσως με­τά, ο λόχος αναγκάστηκε να μάχεται υποχωρώντας, καθώς η θέση ήταν αδύνατον να κρατηθεί χωρίς τις ενισχύσεις που δεν έλεγαν να ’ρθουν. Όλα αυτά, βέβαια, ο Αντίμ τα εμπέ­δωσε αργότερα, όταν του τα εξήγησαν, γιατί εκείνη τη στιγ­μή, όπως συνηθίζεται, του ήταν αδύνατον.


Και να μαστε πια εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα:

 Με το να βαδίζουν οι μεν εναντίον των δε μέχρι του ση­μείου να μην μπορούν ούτε οι μεν ούτε οι δε ν’ αναπτυχθούν περαιτέρω, ήταν επόμενο να καρφωθούν οι μεν απέναντι στους δε. Και ναι μεν καρφώθηκαν, αλλά σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες που πάγωναν την κίνηση όλων των στρατευ­μάτων, σε μια μακριά γραμμή που ξεκινούσε από την Ελβε­τία κι έφτανε στη Βόρεια Θάλασσα. Κάπου σ’ αυτή τη γραμ­μή βρέθηκαν κι ο Αντίμ και οι άλλοι, παραλυμένοι και ακινητοποιημένοι, για να βρεθούν παγιδευμένοι σ’ ένα αχανές δί­κτυο χαρακωμάτων που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με σή­ραγγες. Όλο αυτό το σύστημα είχε μεν κατ’ αρχάς εξορυχθεί από το μηχανικό, αλλά μετά χρειάστηκε να σκαφτεί κι απ’ τους ίδιους, καθώς τα φτυάρια και οι κασμάδες που κουβα­λούσαν στην πλάτη δεν ήταν εκεί για να διακοσμούν λοξά το γυλιό. Μετά, προσπαθώντας κάθε μέρα να σκοτώνουν όσο το δυνατόν περισσότερους από τους απέναντι και να κερδί­ζουν έστω και ελάχιστα μέτρα, όπως ήταν οι διαταγές τους, ε τότε είναι που θάφτηκαν για τα καλά.


  Αδιάκοπη πολυφωνική βροντή και νέα όπλα:

… να κροτούν, να στενάζουν ή να νιαουρίζουν ανάλογα με την τροχιά τους, με τα πολυβόλα, τις χειροβομβίδες και τα φλογοβόλα, η απειλή είναι παντού: άνωθεν από τα αεροπλά­να και τις βολές των οβιδοβόλων, εξ απεναντίας με το αντί­παλο πυροβολικό, ακόμα και κάτωθεν, όταν, εκεί που νόμι­ζες ότι μπορούσες να εκμεταλλευτείς κάποια ηρεμία μπας και κοιμηθείς στο βάθος του χαρακώματος, ακούς τον εχθρό να σκάβει υπόκωφα πάνω απ’ αυτό το ίδιο χαράκωμα, πάνω από σένα τον ίδιο, να σκάβει σήραγγες για να τοποθετήσει νάρκες που θα το αφανίσουν, μαζί μ’ εσένα τον ίδιο.
Γαντζώνεσαι στο τουφέκι σου, στο μαχαίρι σου που το μέ­ταλλό του -οξειδωμένο, θαμπό και μαυρισμένο από τα αέρια- μόλις που λάμπει κάτω από την παγερή μαρμαρυγή των φωτοβολίδων, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα που όζει απ’ την απο­σύνθεση των αλόγων και τη σήψη των νεκρών, αλλά και από τη μεριά όσων ακόμα στέκονται όρθιοι μες στη λάσπη, τη μυ­ρωδιά των ούρων, των κοπράνων και του ιδρώτα τους, της λί­γδας και των ξερατών τους, χώρια εκείνη την κατακλυσμιαία αποφορά ταγκού και μουχλιασμένου και παλιού, ενώ υποτί­θεται ότι είσαι στο ύπαιθρο. Όμως όχι: μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι εσύ, μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι από μέσα σου, πί­σω απ’ τα συρματοπλέγματα με τα σταυρωμένα, εξαρθρω­μένα και σηπόμενα πτώματα που καμιά φορά χρησιμεύουν στους ορυκτήρες για να στερεώσουν τα τηλεφωνικά καλώ­δια - διόλου εύκολη δουλειά, οι ορυκτήρες γίνονται μούσκε­μα στον ιδρώτα από τον κόπο και το φόβο, βγάζουν τη χλαί­νη τους για να δουλέψουν πιο άνετα, την κρεμάνε σ’ ένα χέ­ρι που, όπως ξεπροβάλλει στρεβλό απ’ το χώμα, τους χρησι­μεύει για πορτ-μαντό.



Επειδή όλα αυτά έχουν περιγράφει χιλιάδες φορές, ίσως είναι άσκοπο να χρονοτριβούμε κι άλλο μ’ αυτή τη δύσοσμη και ζοφερή όπερα. Ίσως, μάλιστα, δεν είναι και πολύ χρήσι­μο, ούτε πολύ αρμόζον, να παρομοιάζουμε τον πόλεμο με μια όπερα, πόσο μάλλον αν δεν είμαστε και λάτρεις της όπερας, ακόμα κι αν αυτός είναι σαν εκείνην μεγαλειώδης, εμφατικός, υπερβολικός, γεμάτος με κουραστικούς πλατειασμούς και, όπως εκείνη, κάνει πολύ θόρυβο και συχνά καταλήγει να είναι αρκούντως βαρετός.
   Ο Ζαν Εσνόζ ασκεί ανελέητη κριτική στις αντιλήψεις και τις αξίες του πολιτισμού μας. Για να γλυτώσει το επικίνδυνο πεζικό ο Σαρλ μετατίθεται  με μέσον στην αεροπορία που τελικά δεν βοήθησε, αφού επέσπευσε το μοιραίο. Οι ντόπιοι πληθυσμοί εκμεταλλεύονται αδίστακτα τη χρυσή ευκαιρία που τους παρουσιάζεται πουλώντας πανάκριβα αλκοόλ. Το επιτελείο διαβλέπει τα πλεονεκτήματα ανδρών αρκούντως ποτισμένων, αφού το μεθύσι στουπώνει το φόβο, ενισχύει το θάρρος του και, κυρίως, αμβλύνει τη συναίσθηση της συνθήκης του. Δεν είναι καταγγελτικός ή ρητορικός αλλά με σκωπτική και ειρωνική διάθεση συνταιριάζει το λογικό με το παράλογο, το καλό με το κακό, αφήνοντάς μας να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Λόγος ανάλαφρος, γοητευτικός που ξεπλύνει τη μπόχα του πολέμου. Η ησυχία, βεβαίως, δεν οδηγεί πάντα σε καλό. Το κακό  έρχεται σαν θραύσμα οβίδας.

Λέγαμε, λοιπόν, ότι η ησυχία έδειχνε σαν να ’θελε ν’ απλω­θεί, όταν εμφανίστηκε ένα θραύσμα καθυστερημένης οβίδας που κανείς δεν ήξερε από πού και όλοι αναρωτιόνταν πώς, σύντομο σαν υστερόγραφο. Ήταν ένα θραύσμα από μαντέ­μι, μεγέθους παλάμης, εξίσου κοφτερό μ’ ένα μεγάλο θραύ­σμα γυαλιού, που έμοιαζε με στιλπνό νεολιθικό πέλεκυ, φλε­γόταν, κάπνιζε και, σαν να ’θελε να ξεκαθαρίσει προσωπι­κούς λογαριασμούς, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημα­σία στους άλλους, διέσχισε τον αέρα γραμμή προς τον Αντίμ που εκείνη τη στιγμή ανασηκωνόταν και, χωρίς πολλές κου­βέντες, του ’κοψε το δεξί χέρι ώς λίγο πιο κάτω από τον ώμο.
Πέντε ώρες αργότερα, στο νοσοκομείο εκστρατείας, όλος ο κόσμος έδινε συγχαρητήρια στον Αντίμ. Όλοι τού έδειξαν πόσο ζήλευαν αυτό το καλό τραύμα, ένα απ’ τα καλύτερα που μπορούσε κανείς να φανταστεί - σοβαρό, εντάξει, κολοβωτικό, αλλά κατά βάθος όχι περισσότερο από κάτι άλλα, ένα τραύμα που το λαχταρούσε καθένας γιατί είναι απ’ αυ­τά που σου εξασφάλιζαν μόνιμη αποχή απ’ το μέτωπο. Τόσο μεγάλος ήταν αυτός ο ενθουσιασμός των συντρόφων του στα ράντζα που, ακουμπισμένοι στον αγκώνα τους, κουνούσαν το πηλήκιό τους (έστω, αυτοί που δεν ήταν πολύ λειψοί και μπορούσαν να το κάνουν), ώστε ο Αντίμ δεν τολμούσε να βογκήξει ή να φωνάξει από τον πόνο, ούτε να θρηνήσει το χέ­ρι του για το οποίο δεν είχε ακόμα συναίσθηση ότι έλειπε. Η αλήθεια είναι πως ούτε του πόνου είχε συναίσθηση, ούτε της κατάστασης του κόσμου γενικώς, αλλά ούτε του γεγονότος ότι, βλέποντας τους άλλους χωρίς να τους βλέπει, ποτέ πια δε θα μπορούσε να στηριχτεί στον ένα του αγκώνα. Με το που βγήκε από το κώμα κι απ’ αυτό που επείχε θέση χειρουρ­γείου, με τα μάτια ορθάνοιχτα αλλά να μην ενατενίζουν τί­ποτα, του φάνηκε, χωρίς καλά καλά να ξέρει γιατί, ακούγοντας εκείνα τα γέλια, ότι είχε κι αυτός κάθε λόγο να χαίρεται.

Τα ζώα μπορεί να είναι εδώδιμα και να ποικίλουν το μάλλον στερεότυπο καθημερινό φαγητό των στρατιωτών αλλά και φορείς μείζονος κινδύνου: κά­θε είδους δύστρωτα παράσιτα, τα οποία, όχι μόνον δεν κάλυ­πταν καμία διατροφική ανάγκη, αλλά και, αντιθέτως, τρέ­φονταν τα ίδια, αδηφάγως, απ’ τους στρατιώτες. Ψείρες και αρουραίοι που ροκανίζουν τη σάρκα  ή πίνουν το αίμα,  και σε σπρώχνουν να θες να τα μαζέψεις και να φύγεις. Ναι, αλλά απ’ αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι. Τα πράγ­ματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος - μπροστά σου, ο εχθρός· πάνω σου, οι αρουραίοι και οι ψείρες· πίσω σου, οι στρατονόμοι. Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ’ το να πά­ψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς, ελλείψει άλλης λύσης, ένα ωραίο τραυματάκι, κάτι σαν αυτό του Αντίμ.
  Τα σημάδια της Άνοιξης και η σιωπή λειτουργούν αλλοτριωτικά. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς το ρόλο των ήχων και το πού οδηγούν. Ως ειρωνεία, ως μουσική υπόκρουση του κακού που πλησιάζει, ως απατηλό άκουσμα σαν το σουραύλι του σημαδιακού κι αταίριαστου εκείνου σουραυλή στο Μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη.


Ο Αρσενέλ αφέθηκε να παρακολουθήσει τα σημάδια τής άνοιξης -είναι πάντα συγκλονιστικό να παρατηρείς, την άνοι­ξη, ακόμα κι αν είσαι πια σε μια ηλικία που γνωρίζεις το σύ­στημα, είναι καλός τρόπος να ξεδίνεις- αλλά προσηλώθη­κε και στη σιωπή, μια σιωπή που αμυδρά χρωματιζόταν απ’ τις βροντές του πάντα κοντινού μετώπου, οι οποίες, το πρωί εκείνο, έτειναν να εξασθενήσουν· μια σιωπή ασφαλώς ατελή, όχι πλήρως αποκατεστημένη αλλά σχεδόν, και σχεδόν καλύ­τερα απ’ ό,τι αν ήταν τέλεια, γιατί την έσπαγαν οι κραυγές των πουλιών που, φτιάχνοντας ένα ηχητικό υπόβαθρο, την εξύψωναν, όπως ένα ελάχιστο πρόστιμο χαλυβδώνει ένα νό­μο, λίγο αντίθετο χρώμα δεκαπλασιάζει την εντύπωση μιας μονοχρωμίας, μια τόση δα ακίδα δικαιώνει μιαν ανεπίληπτα λεία επιφάνεια, ένα φευγαλέο φάλτσο καθαγιάζει μια πλή­ρη μείζονα συγχορδία…


Τι έπαθε ο Αρσενέλ, τι απέγινε ο Αντίμ και η Μπλανς ας μην το αποκαλύψουμε. Είμαι σίγουρος πως το βιβλιαράκι αυτό θα το λατρέψει κόσμος. Ο Ζαν Εσνόζ είναι εξαιρετικός συγγραφέας και θα τον προτείνω ανεπιφύλακτα και στους μαθητές μου. Αστραπές, Δρόμος αντοχής και Ραβέλ είναι τρία βιβλία του που επίσης μου άρεσαν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου