Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ 2015

  ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ΄ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ Δ΄ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΜΑΪOY 2015 -   
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

                                ΚΕΙΜΕΝΟ
                                      Διονύσιος Σολωμός 
                                                 Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ 
3 [20.]
Ἀκόμη ἐβάστουνε ἡ βροντή.....................................
Κι ἡ θάλασσα, πού σκίρτησε 1 σάν τό χοχλό2 πού βράζει,
Ἡσύχασε καί ἔγινε ὅλο ἡσυχία καί πάστρα, 3
Σάν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ’ ἄστρα·
 5 Κάτι κρυφό μυστήριο ἐστένεψε τή φύση4
Κάθε ὀμορφιά νά στολιστεῖ καί τό θυμό ν’ ἀφήσει.
Δέν εἶν’ πνοή στόν οὐρανό, στή θάλασσα, φυσώντας
Οὔτε ὅσο κάνει στόν ἀνθό ἡ μέλισσα περνώντας,
Ὅμως κοντά στήν κορασιά, πού μ’ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
10 Ἐσειότουν τ’ ὁλοστρόγγυλο καί λαγαρό5 φεγγάρι·
Καί ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι πού ἐκεῖθε βγαίνει,
Κι ὀμπρός μου ἰδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τό δροσάτο φῶς στή θεϊκιά θωριά της,
Στά μάτια της τά ὁλόμαυρα καί στά χρυσά μαλλιά της.
4 [21.]
Ἐκοίταξε τ’ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
Καί τήν ἀχτινοβόλησαν καί δέν τήν ἐσκεπάσαν·
Κι ἀπό τό πέλαο, πού πατεῖ χωρίς νά τό σουφρώνει, 6
Κυπαρισσένιο ἀνάερα τ’ ἀνάστημα σηκώνει,
5 Κι ἀνεῖ τς ἀγκάλες μ’ ἔρωτα καί μέ ταπεινοσύνη,
Κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιά καί πάσαν καλοσύνη.
Τότε ἀπό φῶς μεσημερνό ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
Κι ἡ χτίσις ἔγινε ναός πού ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ ἐμέ πού βρίσκομουν ὀμπρός της μές στά ρεῖθρα7 ,
10 Καταπώς στέκει στό Βοριά ἡ πετροκαλαμίθρα8 ,
 Ὄχι στήν κόρη, ἀλλά σ’ ἐμέ τήν κεφαλή της κλίνει·
Τήν κοίταζα ὁ βαριόμοιρος, μ’ ἐκοίταζε κι ἐκείνη.
Ἔλεγα9 πώς τήν εἶχα ἰδεῖ πολύν καιρόν ὀπίσω,
Κάν10 σέ ναό ζωγραφιστή μέ θαυμασμό περίσσο,
15 Κάνε τήν εἶχε ἐρωτικά ποιήσει ὁ λογισμός μου,
Κάν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεφε τό γάλα τῆς μητρός μου·
 Ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι ἀστοχισμένη,
Πού ὀμπρός μου τώρα μ’ ὅλη της τή δύναμη προβαίνει·
 Σάν τό νερό πού τό θωρεῖ τό μάτι ν’ αναβρύζει
20 Ξάφνου ὀχ11 τά βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τό στολίζει.
Βρύση ἔγινε τό μάτι μου κι ὀμπρός του δέν ἐθώρα,
Κι ἔχασα αὐτό τό θεϊκό πρόσωπο γιά πολλή ὥρα,
Γιατί ἄκουγα12 τά μάτια της μέσα στά σωθικά μου,
Πού ἐτρέμαν καί δέ μ’ ἄφηναν νά βγάλω τή μιλιά μου·
25 Ὅμως αὐτοί13 εἶναι θεοί, καί κατοικοῦν ἀπ’ ὅπου
Βλέπουνε μές στήν ἄβυσσο καί στήν καρδιά τ’ ἀνθρώπου,
Κι ἔνιωθα πώς μοῦ διάβαζε καλύτερα τό νοῦ μου
Πάρεξ ἄν ἤθελε τῆς πῶ μέ θλίψη τοῦ χειλιού μου:
 «Κοίτα με μές στά σωθικά, πού φύτρωσαν οἱ πόνοι …………………………………………………………………………………………………. ………………………………………………………………………………………………….
30 Ὅμως ἐξεχειλίσανε τά βάθη τῆς καρδιᾶς μου·
Τ’ ἀδέλφια μου τά δυνατά οἱ Τοῦρκοι μοῦ τ’ ἀδράξαν,
Τήν ἀδελφή μου ἀτίμησαν κι ἀμέσως τήν ἐσφάξαν,
Τόν γέροντα τόν κύρην μου ἐκάψανε τό βράδι,
Καί τήν αὐγή μοῦ ρίξανε τή μάνα στό πηγάδι.
35 Στήν Κρήτη……………………………………………………………………………
Μακριά 'πό κεῖθ’ ἐγιόμισα τές φοῦχτες μου κι ἐβγῆκα.
Βόηθα, Θεά, τό τρυφερό κλωνάρι μόνο νά 'χω·
Σέ γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αὐτό βαστῶ μονάχο».

5 [22.]
Ἐχαμογέλασε γλυκά στόν πόνο τῆς ψυχῆς μου,
Κι ἐδάκρυσαν τά μάτια της, κι ἐμοιάζαν τῆς καλῆς μου .
Ἐχάθη, ἀλιά μου! ἀλλ’ ἄκουσα τοῦ δάκρυου της ραντίδα14
 Στό χέρι, πού 'χα σηκωτό μόλις ἐγώ τήν εἶδα. —
 5 Ἐγώ ἀπό κείνη τή στιγμή δέν ἔχω πλιά τό χέρι,
Π’ ἀγνάντευεν Ἀγαρηνό κι ἐγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δέν τοῦ 'ναι ὁ πόλεμος· τ’ ἁπλώνω τοῦ διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι ἔρχεται μέ δακρυσμένο μάτι·
Κι ὅταν χορτάτα δυστυχιά τά μάτια μου ζαλεύουν 15 ,
10 Ἀργά, κι ὀνείρατα σκληρά τήν ξαναζωντανεύουν,
Καί μέσα στ’ ἄγριο πέλαγο τ’ ἀστροπελέκι σκάει,
Κι ἡ θάλασσα να καταπιεῖ τήν κόρη ἀναζητάει,
Ξυπνῶ φρενίτης, 16 κάθομαι, κι ὁ νοῦς μου κινδυνεύει.
Καί βάνω τήν παλάμη μου, κι ἀμέσως γαληνεύει. —
15 Τά κύματα ἔσχιζα μ’ αὐτό, 17 τ’ ἄγρια καί μυρωδάτα,
Μέ δύναμη πού δέν εἶχα μήτε στά πρῶτα νιάτα,
Μήτε ὅταν ἐκροτούσαμε, 18 πετώντας τά θηκάρια,
Μάχη στενή μέ τούς πολλούς ὀλίγα παλληκάρια.
Μήτε ὅταν τόν μπομπο-Ἰσούφ καί τς ἄλλους δύο βαροῦσα
20 Σύρριζα στή Λαβύρινθο π’ ἀλαίμαργα19 πατοῦσα20 .
Στό πλέξιμο21 τό δυνατό ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς μου
(Κι αὐτό μοῦ τ’ αὔξαιν’) ἔκρουζε 22 στήν πλεύρα τῆς κυρᾶς μου.
______________________
1 σκίρτησε: αόριστος σε θέση παρατατικού («σκιρτούσε»: αναταρασσόταν).
2 χοχλό: κοχλασμό, βράσιμο.
3πάστρα: καθαρότητα, διαύγεια.
4 εστένεψε τη φύση: επιβλήθηκε (στην πλάση), την ανάγκασε…
 5 λαγαρό: διαυγές, καθαρό, φωτεινό.
6 χωρίς να το σουφρώνει: χωρίς καν να ρυτιδώνει, χωρίς και κατά το ελάχιστο να υποχωρεί η επιφάνεια του νερού στο βήμα της, χωρίς να βυθίζεται.
7 ρείθρα: (με την αρχαία σημασία, ῥέεθρα) υδάτινα ρεύματα (σημερ. σημασία: χαντάκια, αυλάκια στο πλάι των δρόμων, κοίτες ποταμών).
8πετροκαλαμίθρα: (αντιδάνειο: καλαμίτις < βενετ. pietra calamita)· είδος πρωτόγονης (επιπλέουσας σε δοχείο με νερό) μαγνητικής βελόνας από καλάμι, δείκτης πυξίδας· αλεξικέραυνο. 9Έλεγα: συλλογιζόμουν, είχα την εντύπωση.
10Κάν-Κάνε: λες και, είτε-είτε.
11οχ: (ιδιωμ. < ἐκ)· από. Πολύ συνηθισμένο στον Σολωμό.
12άκουγα: ένιωθα. 13αυτοί – αντί αυτά (δηλ. τα μάτια): έλξη του γένους από το θεοί.
 14 ραντίδα: ρανίδα (< ραίνω), σταγόνα, σταλαγματιά.
15 ζαλεύουν (< κοιν. ζαλώνω· φορτώνω, επιβαρύνω· ή κρητ. ζάλο· βήμα, βηματισμός): ζαλίζονται, αναστρέφονται (;) / βαραίνουν από κούραση.
16 φρενίτης: (< φρένα): φρενιασμένος, έξω φρενών, μανιακός, ταραγμένος· ο νους μου κινδυνεύει: πάω να χάσω το μυαλό μου, διακινδυνεύεται η πνευματική μου ισορροπία.
17 μ’ αυτό, αντί μ’ αυτή (την παλάμη): λες και, είτε-είτε.
18 εκροτούσαμε: συγκροτούσαμε, συνάπταμε.
19αλαίμαργα: το επίρρημα μεταφορικό, προς δήλωση του πολεμικού μένους.
20πατούσα: (εδώ ιδίως) κυρίευα, κρατούσα κυριαρχικά
21πλέξιμο: η πλεύση, το κολύμπημα.
22 έκρουζε: χτυπούσε, έκρουε· πλεύρα: το πλευρό, το πλάι.

                                             ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Το έργο του Δ. Σολωμού έχει δεχτεί επιρροές και από το δημοτικό τραγούδι. Να αναφέρετε τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού που εντοπίζετε στα αποσπάσματα του ποιήματος «Ο Κρητικός» και για καθένα από αυτά να γράψετε ένα παράδειγμα.
Μονάδες 15
 Β1. Σύμφωνα με τον Β. Αθανασόπουλο: «[…] Το φως μπορεί μες στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού να μεταμορφώνει τα πράγματα και να μετουσιώνει τα σώματα που φωτίζει. Το φως είναι η ενέργεια του Θεού, είναι η όραση του Θεού.[…]». Στο κείμενο που σας δίνεται, να εντοπίσετε τέσσερα στοιχεία που υποστηρίζουν την παραπάνω άποψη (μονάδες 8) και να τα σχολιάσετε (μονάδες 12).
                                                                                                     Μονάδες 20
Β2. Να βρείτε και να σχολιάσετε :
α) τα τρία χρονικά επίπεδα στο απόσπασμα 5 [22.] (μονάδες 12) και
β) το περιεχόμενο και τον λειτουργικό ρόλο της παρομοίωσης στους στίχους 9-11 του αποσπάσματος 4 [21.] (μον. 8):
«Τέλος σ’ ἐμέ πού βρίσκομουν ὀμπρός της μές στά ρεῖθρα,
καταπώς στέκει στό Βοριά ἡ πετροκαλαμίθρα,
Ὄχι στήν κόρη, ἀλλά σ’ ἐμέ τήν κεφαλή της κλίνει».
                                                                                      Μονάδες 20
Γ1. α) Να σχολιάσετε το περιεχόμενο των παρακάτω στίχων του αποσπάσματος 4 [21.] σε ένα κείμενο 100-120 λέξεων:
«Ἔλεγα πώς τήν εἶχα ἰδεῖ πολύν καιρόν ὀπίσω,
Κάν σέ ναό ζωγραφιστή μέ θαυμασμό περίσσο,
Κάνε τήν εἶχε ἐρωτικά ποιήσει ὁ λογισμός μου,
Κάν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεψε τό γάλα τῆς μητρός μου ·
Ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι ἀστοχισμένη» (15 μονάδες)
 β) Να σχολιάσετε τις αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή και στο ήθος του Κρητικού στους παρακάτω στίχους του αποσπάσματος 5 [22.] σε ένα κείμενο 80-100 λέξεων:
«[…] ἀλλ’ ἄκουσα τοῦ δάκρυου της ραντίδα
Στό χέρι, πού 'χα σηκωτό μόλις ἐγώ τήν εἶδα. —
Ἐγώ ἀπό κείνη τή στιγμή δέν ἔχω πλιά τό χέρι,
Π’ ἀγνάντευεν Ἀγαρηνό κι ἐγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δέν τοῦ 'ναι ὁ πόλεμος· τ’ ἁπλώνω τοῦ διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι ἔρχεται μέ δακρυσμένο μάτι·» (10 μονάδες)
                                                                                               Μονάδες 25

Δ1. Στα κείμενα του Δ. Σολωμού και του Κ. Καρυωτάκη που σας δίνονται, να εντοπίσετε (μονάδες 5) και να σχολιάσετε (μονάδες 15) δύο ομοιότητες και τρεις διαφορές ως προς το περιεχόμενο. Μονάδες 20

                          Κ. Γ. Καρυωτάκης
                      ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΝΕΡΑΪΔΑ

Ἀπό τά βράχι’ ἀνάμεσα πετιέται 'να κεφάλι
καί βλέμματα ὁλόγυρα σκορπάει φοβισμένα.
Ἐγώ, κρυμμένος κάπου κεῖ στό ἔρημ’ ἀκρογιάλι, 
τό βλέπω –σάν σέ ὄνειρο– μέ μάτια λιγωμένα.

Ἕνα κορμί παρθενικό, γυμνό ἀργοπροβάλλει
κι ἁπλώνεται ἡδονικά σε κύματ’ ἀφρισμένα·
 ὁ ἥλιος ἐσκυθρώπασε μπροστά στά τόσα κάλλη,
 τά κάλλη τ’ ἀπολλώνεια καί τά φωτολουσμένα.

 Ἀνατριχιάζ’ ἡ θάλασσα στό θεῖο ἄγγισμά τους,
τά κυματάκια ἁπαλά μέ χάρη τ’ ἀγκαλιάζουν
κι ἀχτίδες τά χαϊδεύουνε χρυσές στό πέρασμά τους.

Θεότρελος, ὁ δύστυχος, βουτιέμαι μές στό κύμα,
τά μάτια της τά θεϊκά μέ φόβο μέ κοιτάζουν
καί χάνεται στή θάλασσα… Ἦταν νεράιδα… Κρίμα!


Κ. Γ. Καρυωτάκη, Άπαντα τα Ευρισκόμενα, Εκδ. Ερμής 2006, σ.161

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου