Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το ουράνιο τόξο στην τάξη ή σώπα δάσκαλε ν'ακούσουμε το πουλί.

"... μα όλα τ' άλλα παιδιά
ακούν τη μουσική
κι οι τοίχοι τη τάξης
σωριάζονται ήσυχα
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί῾".
                                                 Ζακ Πρεβέρ
Πόσες φορές θυμούμαστε την ώρα της διδασκαλίας το παραπάνω ποίημα του Ζακ Πρεβέρ; Χτες ακόμη την ώρα των Αρχαίων στη θεωρητική κατεύθυνση διέκοψα το μάθημα όταν το γλυκύτατο σχόλιο ενός μαθητή μας κάλεσε να δούμε μαζί το ουράνιο τόξο. Έτσι, από τις σχηματικές παραστάσεις του αδραχτιού της ανάγκης και τη διήγηση του Ηρός ατενίζαμε για πρώτη φορά το ουράνιο τόξο στον ουρανό.
Τέτοιες ώρες, όταν μαθητές Γ΄ Λυκείου σου ομολογούν πως βλέπουν για πρώτη φορά στη ζωή τους ουράνιο τόξο, εύλογα δικαιολογείς τη διακοπή και απαθανατίζεις τη στιγμή .

       Η φωτογραφία τραβηγμένη μέσα απ' την τάξη σκόπιμα υποφωτισμένη για να φαίνεται καλύτερα το ουράνιο τόξο. Κάνοντας κλικ πάνω της τη βλέπετε μεγαλύτερη.

Πολλοί από μας έχουμε βρεθεί εξάλλου στη θέση του καζαντζακικού δασκάλου που παρουσιάζεται στην Αναφορά στο Γκρέκο. Ας θυμηθούμε το απόσπασμα:
"…Ώρες μας έπαιρνε τ' αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν, και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σχολείο με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μια ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι∙ το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν' ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλης, που 'χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δεν βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

- Σώπα, δάσκαλε, φώναξε σώπα, δάσκαλε, ν' ακούσουμε το πουλί!..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου