Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Για τον μύθο του Hρός






 Η Πολιτεία ολοκληρώνεται με τον εσχατολογικό μύθο του Ηρός από την Παμφυλία και εξετάζει το θέμα της απόδοσης της δικαιοσύνης στις ψυχές των ανθρώπων. 0 Πλάτωνας θεωρεί ως σημαντικότερο στοιχείο του ανθρώπου την ψυχή, προς την οποία, όπως πρέσβευε και ο Σωκράτης, ο άνθρωπος πρέπει να στρέφει όλο του το ενδιαφέρον. Για  να αποδείξει την ορθότητα αυτής της πίστης προσέδωσε σε αυτή μεταφυσική διάσταση την οποία δανείστηκε από τους Ορφικούς.
Με βάση, λοιπό, όσα διηγήθηκε ο Ηρ ο Παμφύλου, όταν η ψυχή αποχωρίζονταν το σώμα μετέβαινε σε δαιμόνιο τόπο που υπήρχαν δύο  χάσματα στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο χάσματα αντίκρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν οι δικαστές που δίκαζαν τους ανθρώπους για τις πράξεις τους. Οι ψυχές των δικαίων προχωρούσαν δεξιά και πάνω μέσα από τον ουρανό και κατέβαιναν  από εκεί καθαρές. Αντίθετα οι ψυχές των αδίκων έμπαιναν στο ένα χάσμα που οδηγούσε στη γη και έβγαιναν από εκεί σκονισμένες και διψασμένες. Το ταξίδι τους διαρκούσε χίλια χρόνια. Οι τιμωρίες για όσους είχαν διαπράξει αδικήματα ήταν δεκαπλάσιες. Δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για τα καλά που είχαν κάνει οι δίκαιοι.
Μετά από αυτό οι ψυχές συγκεντρώνονταν στον Λειμώνα, όπου έμεναν επτά μέρες.  Από εκεί πορεύονταν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν το ουράνιο τόξο αλλά πο­λύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Το φως ήταν σαν κίονας ευθύ  και τεταμένο διά παντός του ουρανού και της γης, δηλαδή βρισκόταν στο κέντρο τον σύμπαντος. Αυτό το φως ήταν  ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ο άτρακτος ( η άτρακτος, το αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις περιφορές. Ο σφόνδυλος της ατράκτου ήταν κοίλος και περιείχε επτά άλλους σφονδύλους (ο εξώτατος ήταν το ουράνιο στερέωμα και οι άλλοι επτά ήταν οι σφαίρες των πλανητών). Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν οι Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα εξέπεμπε τον ήχο μιας και μοναδικής νότας. Και οι οκτώ αυτές φωνές παρήγαγαν μια αρμονία (τη μουσική των ουράνιων σφαιρών). Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης παρακολουθούσαν οι τρεις Μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης, καθισμένες πάνω σε θρόνους ( Λάχεσις,   Κλωθώ και Άτροπος).
Μόλις έφταναν οι ψυχές έπρεπε να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επό­μενη μετενσάρκωση τους. Ένας εξάγγελος της Λάχεσης έβαζε μπροστά τους πολλούς κλήρους, υποδείγματα ζωής, και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα απήγγειλε το Λόγο της Μοίρας και καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους. Ο καθένας έπρεπε, ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
Οι αφιλοσόφητες ψυχές διάλεγαν βίους   ένδοξους, χωρίς να μπορούν να υπολογίσουν τη δυστυχία που κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Αντίθετα, όσες ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενή τους ζωή, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Έτσι η ψυχή του τρισένδοξου και πολυταξιδεμένου     Οδυσσέα επέλεξε την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Η εκλογή ήταν ελεύθερη, αλλά αμε­τάκλητη.
 Μετά την επιλογή του τρόπου ζωής που ήθελαν, οι ψυχές οδηγούνταν μέσα από το κατάξερο πεδίο της λήθης στον Αμέλητα ποταμό· εκεί έπιναν νερό και ξεχνούσαν για πάντα την προηγούμενη ζωή τους. Τα μεσάνυχτα μέσα σε βοή σεισμού και βροντής οι ψυχές ξαναγεννιούνταν μέσα στα νέα τους σώματα. Το νερό της Λήθης έπρεπε να το πιουν, για να ξαναγυρίσουν στη ζωή  ξαναγεννημένες και οι νέοι αυτοί άνθρωποι να ξεκινήσουν μια νέα ζωή από την αρχή. Τον Ήρα δεν τον άφησαν να πιει το νερό της λησμονιάς. Πώς ξαναβρέθηκε μέσα στο σώμα του δεν μπορούσε να τι πει, αλλά ξάφνου άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν πάνω στη νεκρική πυρά.




Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τον Όλοφ Ζίγκον:
«Κατά τους χρόνους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον Όμηρο και τον Πλάτωνα υπήρξε, καθώς φαίνεται, μια σειρά λογοτεχνήματα που αφηγούνταν μεταβάσεις στον Κάτω Κόσμο• ορισμένα συνδέονται με το όνομα του Ορφέα, ορισμένα άλλα με το όνομα του Πυθαγόρα. Κεντρίσματα από τέτοια έργα δέχθηκε ο Πλάτωνας, έπειτα ο Αριστοτέλης και άλλοι πολλοί. Γίνεται λόγος για ένα δικαστήριο των νεκρών. Οι ψυχές πηγαίνουν σε διαφορετικό τόπο διαμονής ανάλογα με την επίγεια ζωή τους. Μερικές παραμένουν μόνο για λίγο χρόνο σ' έναν τέτοιον τόπο και μπορούν έπειτα να ενσωματωθούν ξανά, μερικές άλλες είναι τόσο καθαρές, ώστε δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν πια τον τόπο της μακαριότητας, ή πάλι τόσο αθεράπευτα μιαρές, ώστε δεν μπορούν να φύγουν ποτέ πια από τον τόπο του κολασμού τους.
Από φιλοσοφική άποψη όλα αυτά είναι συγκεχυμένα. Καμιά φορά επιχειρήθηκε να θεμελιωθούν και επιστημονικά τέτοιες εικόνες για τον Άλλον Κόσμο. Προσπαθούσαν να τον εντοπίσουν όχι πια κάτω από τη γη, όπου δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται, αλλά στο εσωτερικό της, σε τεράστιες σπηλιές, ή σε νησιά πέρα στη Δύση, στο άκρο της οικουμένης. Αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα το φαινόμενο της νεκροφάνειας- γιατί κατ' αυτό η ψυχή αφήνει το σώμα, ξαναγυρίζει σ' αυτό ύστερα από ένα χρονικό διάστημα και μπορεί ίσως τότε να αφηγηθεί τι βίωσε στη διάρκεια της απουσίας της. Η περίπτωση του πολεμιστή από την Παμφυλία, για την οποία μιλάει ο Πλάτων στην Πολιτεία, είναι μία μόνο ανάμεσα σε μια ολόκληρη ομάδα από άτομα που ξαναγύρισαν τάχα από το Επέκεινα. Αλλά αυτά τα εν μέρει ρεαλιστικά γνωρίσματα των περιγραφών δεν αίρουν τον κατά βάση φανταστικό και ανεξέλεγκτο χαρακτήρα τους. Παραμένει επίσης ασαφές πώς πρέπει να φανταστούμε την ψυχή, που εξακολουθεί να υπάρχει κατ' αυτό τον τρόπο. Πρέπει, φαίνεται, να είναι αθάνατη, αφού μπορεί να υφίσταται μιαν αιώνια καταδίκη ή να έχει μερτικό σε μιαν αιώνια χαρά. Πρέπει ακόμη να είναι δεκτική στον πόνο και στη χαρά. Αν όμως δεν είναι δυνατό να αισθάνονται οι θεοί οργή, μίσος, αγάπη ή συμπόνια, διότι έτσι θα διακυβευόταν κατανάγκη η αθανασία τους, το αυτό πρέπει να ισχύει και για την ανθρώπινη ψυχή. Η αθανασία και η ικανότητα να πάσχεις είναι δυο ιδιότητες, οι οποίες (τουλάχιστον όπως τίθενται τα πράγματα στην κλασική ελληνική φιλοσοφία) αποκλείουν εντελώς η μια την άλλη. Έτσι όλα αυτά παραμένουν συγκεχυμένα, και δεν μας ξαφνιάζει το ότι κατά τους ελληνιστικούς χρόνους οι φανταστικές παραστάσεις του Πλάτωνα και των οπαδών του για τον Άλλον Κόσμο και την κρίση των νεκρών ψυχών αντιμετωπίζονταν άλλοτε με συγκρατημένη και άλλοτε με λιγότερο συγκρατημένη ειρωνεία.»
Όλοφ Ζίγκον, Βασικά προβλήματα της αρχαίας φιλοσοφίας, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Αθήνα (Γνώση) 1991, σσ. 250-1.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου