Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Κ.Π.Καβάφη, Πριν τους αλλάξει ο χρόνος



Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.

Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Κάλαντα της Κρήτης

Τα κάλαντα της Κρήτης
">


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΙΑΤΙΚΗ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΚΗΠΟ

Μια ωραία βόλτα για παιδιά και μεγάλους αυτές τις μέρες στον Εθνικός Κήπο, για να δουν από κοντά τα σπιτάκια του Χριστουγεννιάτικου Δάσους της Γης . Μέσα από το παιχνίδι και τη γνώση   τα παιδιά φτιάχνουν, παίζουν μουσική, στέλνουν τις ευχές τους, μαθαίνουν για το περιβάλλον ακούνε  παραμύθια και ιστορίες .
 Εμείς από την είσοδο της Λεωφόρου Αμαλίας πήραμε ένα  χάρτη δραστηριοτήτων και τοποθεσιών  που μας καλούσε να  ανακαλύψουμε όλα τα μυστικά του Κήπου.
Σε κάθε δράση που συμμετείχαμε στα μικρά ξύλινα σπιτάκια, παίρναμε μία σφραγιδούλα από τους παραμυθένιους χαρακτήρες του Κήπου.
Ο χάρτης με τις σφραγιδούλες - πιστοποιητικό συμμετοχής- λειτουργεί ως αναμνηστικό των χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων του Δήμου Αθηναίων.
Παιδαγωγοί  ζωγραφίζουν τα πρόσωπα των παιδιών, ενώ τα  παιδιά  καλούνται να ανακαλύψουν την ώρα στις μεγάλες πόλεις του κόσμου.
Σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο οι μικροί επισκέπτες καλούνται να γράψουν σε χρωματιστά χαρτάκια τη Χριστουγεννιάτικη ευχή τους για τη Γη, τι εύχονται για όλο τον κόσμο.
Το σπίτι της Γης έχει ως στόχο την εκπαίδευση των παιδιών σε θέματα οικολογίας και την ανακύκλωση.
Στο σπιτάκι του Άη Βασίλη φωτογραφηθήκαμε μαζί του.
Παιδαγωγοί διαβάζουν παραμύθια.
Μέσα στο πνεύμα λιτότητας μπαίνουμε σιγά σιγά στο πνεύμα των Χριστουγέννων.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ


    Τα μνημεία της Αθήνας χαρακτηρίζουν εποχές, υπενθυμίζουν τη σημασία της πόλης μας και προσωποποιούν την ίδια την έννοια του πολιτισμού. Πάνω απ' όλα όμως υπογραμμίζουν την ένταξη της ατομικής συνείδησης μέσα στο συλλογικό πλαίσιο που εγγυώνται οι αρχές της Δημοκρατίας. Σηματοδοτούν την ισοτιμία και την ισονομία των πολιτών, των γενεών και των φύλων. Και όλα αυτά μέσα από την εμπέδωση της αγάπης του πολίτη για την πόλη του και της υπερηφάνειας για τις κατακτήσεις του υλικού και πνευματικού πολιτισμού του. Συμβάλλουν στη συνειδητοποίηση του ανήκειν και προωθούν την αυτογνωσία και τη γνώση της συλλογικής μας υπόστασης. Κι ασφαλώς, πέρα από σύμβολο της πνευματικής τους παρακαταθήκης αποτελούν και ως αντικείμενα μια ουσιαστική παράμετρο του σύγχρονου πολιτισμού την οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε. Η ιστορία του τόπου μπορεί να χρωματιστεί από κάθε λογής ένσταση όσο ανατρεπτική και αν είναι, εφόσον είναι διατυπωμένη με όρους σεβασμού στη συλλογικότητα της κοινωνίας μας και της ιστορικότητας και σημασίας των μνημείων μας - όχι με σπρέι. Λαός που δεν τιμά τα μνημεία του αποποιείται της ιστορίας του. Αφήνοντας στα μνημεία σημάδια μιας σύγχρονης πρωτόγονης συμπεριφοράς, ακρωτηριάζουμε τον πολιτισμό μας και αποποιούμαστε την πατρογονική κληρονομιά μας .


Κ. ΠΑΛΑΜΑ, ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΓΛΥΦΟ
Πως ακούμπησες άπραγα το δόρυ;
Τη φοβερή σου περικεφαλαία
βαριά πως γέρνεις προς το στήθος, Κόρη;
Ποιός πόνος τόσο είναι τρανός, ω Ιδέα,
για να σε φτάση! Οχτροί κεραυνοφόροι
δεν είναι για δικά σου τρόπαια νέα;
Δεν οδηγεί στο Βράχο σου την πλώρη
του καραβιού σου πλέον πομπή αθηναία;
Σε ταφόπετρα βλέπω να την έχη
καρφωμένη μια πίκρα την Παλλάδα.
Ω! κάτι μέγα, απίστευτο θα τρέχη ...
Χαμένη κλαις την ιερή σου πόλη
ή νεκρή μέσ' στο μνήμα και την όλη
του τότε και του τώρα, ωιμένα! Ελλάδα
ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Μόνος. Εν' άδειο απέραντο τριγύρω μου,
και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.
Κι όταν εκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα.
Μόνος. Μ' αρνήθηκαν οι σύντροφοι,
κι από το πλάι μου γνωστικά τ' αδέρφια τραβηχτήκαν.
Μ' έδειξε κάποιος. - Νά τος! - Καταπάνω μου
γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.
Το χέρι το ακριβό της Οδηγήτρας μου,
που με κρατούσε, ανοίχτηκε προς άλλα χάιδια ... Μόνος.
Σε βάθη μυστικά περνούνε αστράφτοντας
των ασκητάδων οι χαρές, του μαρτυρίου ο θρόνος.
Φωτιά 'βαλαν, το κάψανε το σπίτι μου,
και σύντριψαν τη λύρα μου με τη βαθιά αρμονία.
Την Πολιτεία δυό Λάμιες τη ρημάζουνε:
η λύσσα του καλόγερου, του δασκάλου η μανία.
Της Πολιτείας η πόρτα κλείστηκε,
με διώξανε, έρμος βρέθηκα στα έρμα μονοπάτια
και της Ιδέας της αστρομάτας, που έσφαξαν
από τη στράτα μάζωξα τα ολόφωτα κομμάτια.
Και τάσπερνα στο διάβα μου, και φύτρωναν
εδώ παράδεισοι, κ' εκεί βασίλεια, κ' εκεί πέρα
παλάτια κ' εκκλησιές και δρακοντόκαστρα.
Κι όλα στην ίδια ευφραίνονταν ανύχτωτην ημέρα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
...
Κι απ' τις πόρτες διάπλατες που ανοίξανε
κόσμος βγαίνει, κι αργοπάτητο
σέρνει και βαρύ το πόδι,
κ' είναι μια πομπή, και δε γνωρίζεις
δέξιμο κι αν είναι, ξεπροβόδισμα,
γάμος, λιτανεία ή ξόδι.
Κ' είναι συνοδειά χωρίς ξαφτέρουγα
και χωρίς σταυρούς και λάβαρα
και βαγγέλια και παπάδες
ποιάς λατρείας μυστήρια είν' αυτά;
Δεν τα διαλαλούν ψαλμοί,
δεν τους φέγγουνε λαμπάδες.
Και γυναίκες ούτε, ούτε παιδιά
κι άντρες μοναχά ασπρομάλληδες
και μισοκοπιές και παλληκάρια
κ' έρχονται με κόπο και σκυφτοί
σαν από κρυψώνες μέσ' στη γη,
σαν από τ' ανήλιαγα κελλάρια.
Κοντοστέκουν και τρικλίζουν
ασυνήθιστο σα νάχουν
κάτου από τον ήλιο τέτοιο δρόμο
και τα μέτωπα στα χέρια τους
σάμπως από θάμπος κι από τρόμο.
Κ' έτσι παν, και τους τρομάζουν
το φως του ήλιου, πέρα η θάλασσα,
τ' ακροούρανα, κι ο αέρας,
κι ο ουρανός απάνω τους, και γύρω τους
η μεγάλη πλάση και η ζωή
και το παίξιμο της μέρας.
Κ' είναι σα βγαλμένοι από 'να σκύψιμο
σε παλιά βιβλία δυσκολοσίμωτα,
και σε συναξάρια,
και σε κάτι τι ακριβότερο
απ' τ' αράπικα τοπάζια, απ' τα χουρμούζικα
τα μαργαριτάρια.
Κ' είναι σα βγαλμένοι από λογάριασμα
μπρος σε γιατροσόφια απάντεχα,
σε δυσκολοξάνοιχτα δεφτέρια.
Κι όλοι καθώς έρχονται κλιτοί,
και καθώς αργοζυγώνουν,
τι κρατάνε μέσ' στα χέρια;
Και ραβδιά κρατάν προσκυνητάδων
και διαλαλητών ακροστεφάνωτα
μ' αγριλιάς και με μυρτιάς κλωνάρια
τραχιά ηχούν τα σάνταλα τους χοντροκάρφωτα
κρέμουνται στους ώμους τους
ταξιδιώτικα ταγάρια.
Κ' ένας ένας κι από δύο
κι από τρεις ανταμωμένοι,
κι από τέσσεροι κι ακόμα
πιο πολλοί, κρατάν και σφίγγουν
τυλιγάδια και βιβλία
σε χρυσές κ' ελεφαντένιες
πλούσια σκαλισμένες θήκες,
και πηγαίνουν με κείνα,
και στα χέρια και στους ώμους
και στους κόρφους τα βαστάνε,
λείψαν' άγια σάμπως νάναι
και θαματουργές εικόνες
και βαριά σταμνιά γιομάτα
με τη στάχτη των προγόνων.
Τυλιγάδια και βιβλία
πόχουν πρόσωπα πορφύρες,
που είν' οι σάρκες τους μετάξια,
και λογής λογής το μάκρος
και το σχήμα και το χρώμα.
Σκεπασμένα και μακριάθε
τα θωρείς και λες πως είναι
στύλοι, λες βωμοί σβησμένοι
και σημαίες και θυματήρια
και ρηγάδικες κορώνες.
Σαν θεών αγάλματα είναι,
σαν ανάγλυφα είν' ηρώων,
προφητών οράματα είναι,
και κιβούρια και μνημούρια.
Τάματα είναι και τα πάνε
να τ' αφήσουνε στα πόδια
κάποιων είδωλων και κόσμων
που τα καρτεράν και στέκουν
και γιορτάζουν πανηγύρια
μέσα σε ναούς και τόπους,
πέρα ολόμακρα, και στέκουν
κ' οι ναοί κ' οι τόποι και όλα
και προσμένουν και προσμένουν
να φωτοντυθούν με κείνα.
«Τ' είναι τα δεφτέρια που κρατάτε
τα περγαμηνά,
σεβαστά κοπάδια που τραβάτε
σα διωγμένα από κακοκαιριά;
Και σε τούτα τα βιβλία,
και στα μνήματα ολ' αυτά,
ποιά διαμάντια, ποιά σοφία,
ποιοί νεκροί, ποιά κόκκαλα ιερά;»
Κάτι σάλεψε, κυμάτισαν τα πλήθη,
ξέσπασε φωνή και μου αποκρίθη:
«Είν' εδώ κλειστοί μέσ' στα κιβούρια,
μέσ' στα τυλιγάδια είναι κρυμμένοι,
- για νεκρούς η πλάση ας μην τους κλαίη! -
ω οι πηγές οι αθόλωτες της Σκέψης,
οι ασυγνέφιαστοι της Τέχνης ουρανοί,
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.
Κ' είναι της Αλήθειας οι διδάχοι,
της ακέριας Ομορφάδας οι πιστοί,
γέροι, απείραχτοι, όλο νέοι,
και ήλιοι που σου δίνονται να τους χαρής
πάντα μέσ' στο δρόσος κάποιου Απρίλη
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.
Από τους γιαλούς της Ιωνίας
κι από της Αθήνας τον αέρα
που όλα πνέματα τα κάνει καθώς πνέει,
κι από της Ελλάδας τ' αγνά χώματα,
η Σοφία, ο Λόγος, ο Ρυθμός
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.
Κ' είναι οι Πλάτωνες, και πίσω τους,
της Ιδέας ήρωες, οι φιλόσοφοι,
κ' η Αρετή μ' αυτούς «η λεβεντιά είμαι!» λέει
κ' είναι οι Ομηροι, και πίσω τους
όλοι οι ψάλτες και των Ολυμπων οι πλάστες
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.
Τη στερνή πατρίδα τους την παρατάν
από φύσημα διωγμένοι ορμητικώτατο,
γύφτοι γίνονται κ' Εβραίοι,
όμως πάντα, κ' ερμοσπίτες, νικητές
και του κόσμου γίνονται πολίτες,
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι!»
«Τους γνωρίζω, τους γνωρίζω,
- μίλησα κ' εγώ, -
τους γνωρίζω και τους διαλαλώ
ξέρω απ' όλα τα τραγούδια
μα για να τα πω,
τα ταιριάζω τα τραγούδια
στο δικό μου το σκοπό».
Και το λόγο που αρχινήσαν
έτσι τον τελειώνω εγώ:
«Και σπρωγμένοι ως εδώ πέρα
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι
από ανέμους και φουρτούνες
και σεισμούς και χαλασμούς,
και καραβοτσακισμένοι
και σκληρά κατατρεμένοι
κι από ξένους και δικούς!
Και κρυψώνες ηύρανε και σκήτες,
μοναστήρια και κελλιά,\
κ' ηύρανε παλάτια και σκολιά,
και δεν ηύρανε τον ήλιο
και τη λευτεριά,
και δεθήκαν κι αρρωστήσαν
και χτικάσιαν τ' απολλώνια τα κορμιά
και γινήκαν βρυκολάκοι και στοιχιά.
Βρήκαν κάτεργα και κάστρα
και μια πλάση ξένη, μια στενή
πλάση ξελογιάστρα.
Ορνια γίνανε μπαλσαμωμένα,
λείψανα λυπητερά,
και μαρμαρωμένα βασιλόπουλα,
η ζωή και η νιότη και η χαρά.
Γίνανε ή σαν άρρωστα λουλούδια
τροπικά στα θερμοκήπια,
ή φυτρώσανε μαζί
με τα χόρτα που αγκαλιάζουνε τα ερείπια.
Ζήσανε κουλουριασμένοι
μέσ' στου δασκάλου τα χέρια,
κι αποκάτου απ' την κοντόφωτη ματιά,
ζήσανε ζωή μέσ' στα δεφτέρια,
ζήσανε ζωή μέσ' στη σκλαβιά,
ζήσανε ζωή τυραγνισμένη,
και τους ηύρε μια λατρεία καταραμένη
σαν τα βάσανα και σαν τα καταφρόνια,
χίλια χρόνια, χίλια χρόνια!»
Κι απ' τους πάπυρους εκείνους μια ψυχή
θάρρεψα πως χύθη,
και γρικήθηκ' ένας ύμνος θριαμβευτής,
κι απ' των τάφων έβγαινε τα βύθη:
«Θα διαβούμε και στεριές και πέλαγα,
θα σταθούμε όπου το πόδι δεν μπορεί
Τούρκου κανενός να μας πατήση
από την πατρίδα μας διωγμένοι,
και σβησμένοι απ' την Ανατολή,
θ' ανατείλουμε στη Δύση.
Οπου πάμε, θάβρουμε πατρίδες
και θα πλάσουμε, απ' το Βόσπορο
χαιδευτά συνεβγαλμένοι ως τον Αδρία
θα φωλιάσουμε στη Βενετιά,
θα ξαναρριζώσουμε στη Ρώμη,
θα μας αγκαλιάση η Φλωρεντία.
Τ' Αλπεια τα βουνά θα δρασκελήσουμε,
θα ξαφνίσουμε τα ρέματα του Ρήνου,
στου Βοριά θ' ασπροχαράξουμε τα σκότη,
θα χυθούμε σα μαγιάπριλα του νου
όπου τόποι, όπου γεράματα, θα σπείρουμε
μιαν Ελλάδα και μια νιότη.
Και πλανήτες με δικό μας φως,
το δικό μας φως θα ρίξουμε
όπου θάμπωμα και βράδιασμα στη φύση
κι ο ασκητής θα φιλιωθή με τη ζωή
και το γάλα της χαράς ξανά θα πιής,
νηστευτή, κ' ένα κρασί θα σε μεθύση.
Και ο Κελτός και ο Γότθος κι ο Αλαμάνος,
κάθε βάρβαρος μ' εμάς θ' αναγαλλιάσει,
κι ο Ιταλος απ' όλους πρώτα
ρασοφόροι και ποντίφικες
θα προσπέσουνε στα πόδια της Ελένης
και τον κύκνο θα λατρέψουνε του Ευρώτα.
Του οικοδόμου θα του δείξουνε ρυθμούς,
νόμους του σοφού, σ' εμάς θα τρέξουν
όμοια κυβερνήτες και τεχνίτες,
πύργοι θα υψωθούν και πολιτείες,
και παντού ξανά θα στηλωθούν
των καλών και των ωραίων οι δικιοκρίτες.
Μόλις βγούμε απ' αυτό δα το κοιμητήρι
προς το φως και στα τετράπλατα του αέρα,
σαν τα πρώτα θάβρουμε τα νιάτα,
κ' έξω απ' τα στενά κιβούρια,
Καίσαρες κι Αλέξαντροι, θ' ανοίξουμε,
με του Λόγου το σπαθί, τη στράτα.
Ολυμπων κορφές και Παρνασσών!
Κι απ' τη σκέψη κι απ' τα μέτρα μας
γίνονται άνθρωποι και Παρθενώνες
πέρα ως πέρα στην ψυχή μια νεκρανάσταση!
Το μεγάλο Πάνα ολόχαροι
ξαναπροσκυνούν οι αιώνες.
Κ' οι κακόσορτοι σοφοί και οι στέρφοι
δάσκαλοι, που χρόνια και καιρούς
έτσι μας κρατούσανε σαβανωμένους
και μαζί μας πάνε σέρνοντάς μας,
άγια στερνολείψανα
του χαμένου Γένους,
έτσι βλέποντας μας χρυσοφτέρουγους
από μέσα από τα χέρια τους να φεύγουμε
σε αποθέωση που δε θα ξαναγίνη,
θα πιστέψουν πως σαρκώθηκαν χρυσόνειρα
κι από της θεότης μας τ' αντίφεγγα
σαν ημίθεοι θα φαντάξουν ως κ' εκείνοι!»

ΟΙ ΠΟΛΥΘΕΟΙ
Μακαρισμένος εσύ που μελέτησες
να τον ορθώσης απάνω στους ώμους σου
το συντριμμένο ναό των Ελλήνων!
Του Νόμου τ' άγαλμα σταίνεις κορώνα του,
στις μαρμαρένιες κολώνες του σκάλισες
τους λογισμούς των Πλωτίνων.
Είδες τον κόσμο κι ατέλειωτο κι άναρχο
ψυχών και θεών, μαζί κύριων και υπάκουων,
σφιχτοδετά κρατημένη αρμονία
και των καπνών και των ίσκιων τα είδωλα
παραμερίζοντας όλα, ίσα τράβηξες
προς την Αιτία
και σε κρυψώνα ιερό, και σωπαίνοντας
έσπειρες, έξω απ' το μάτι του βέβηλου,
κ' έπλασες λιόκαλη εσύ σπαρτιάτισσα
τη θυγατέρα σου την Πολιτεία.
Στους χριστιανούς τους μισόζωους ανάμεσα
ξαναζωντάνεψες Ολυμπους άγνωρους,
έθνη καινούριων αθανάτων κι άστρων
μέσα σε σένα Λυκούργοι και Πλάτωνες
απαντηθήκαν, το λόγο ξανάνιωσες
των Ζωροάστρων.
Κι αφού το τέκνο μεγάλωσες, ένιωσες
τότε μονάχα την κούραση, κ' έγυρες
ζωή κατόχρονη ισόθεης σκέψης,
κι αλαφροπήρε σε ο θάνατος κ' έφυγες
το μυστικό, τρισμκάριε, τον ίακχο
με τους Ολύμπιους θεούς να χορέψης.
Σοφός, κριτής και προφήτης μας μοίρασες
από το γάλα που εσένα σε πότισε
της ουρανίας Αφροδίτης η ρώγα.
Του κόσμου αφήνεις το τέκνο, το θάμα σου
μα ο μισερός κι ο στραβός κι ο ζηλόφτονος
λυσσομανάει και το ρίχνει στη φλόγα.
Ομως ο αέρας τριγύρω στη φλόγα σου
πνοή σοφίας κι αλήθειες πνοή γίνεται,
κι από τη θράκα της φλόγας πετάχτη
στον ήλιο ολόισα ένας νους μεγαλόφτερος
τ' αποκαίδια σου κρύβουμε γκόλφια μας,
και θησαυρός της φωτιάς σου είν' η στάχτη!




Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

ΕΡΩΤΑΣ στο Κυκλαδικό


Εξαιρετική η έκθεση με θέμα τον ΕΡΩΤΑ στο Κυκλαδικό Μουσείο της Αθήνας που μπορεί να δει κανείς και να μάθει τα πάντα για τον έρωτα στην αρχαιότητα, τον έρωτα από τη θεϊκή αλλά και από τη σαρκική πλευρά του. Έναν έρωτα αληθινό, με την ψυχή, το πνεύμα και το σώμα σε εγρήγορση, δεμένο με τη ζωή και απαλλαγμένο από σεμνοτυφίες. Είναι ο θεός με τον οποίο ασχολείται η ανθρωπότητα από την αυγή του πολιτισμού ως σήμερα, αδυνατώντας να τον δαμάσει αλλά και να προχωρήσει χωρίς αυτόν. Έρως και Αφροδίτη, Ιδιότητες και δραστηριότητες του Έρωτα, Έρωτες και γάμοι θεών και ηρώων, Έρωτες και γάμοι θνητών, Έρωτες που άλλαξαν το ρου της Ιστορίας, Αγοραίοι Έρωτες, Όμοιοι Έρωτες, Βουκολικοί Έρωτες, Ιθυφαλλικές θεότητες και Φαλλικά σύμβολα είναι οι ενότητες της τολμηρής αυτής έκθεσης,
Ο Έρως εμφανίζεται ξαφνικά από τον Ησίοδο στη Θεογονία ως φτερωτή γονιμοποιός θεότητα για να φθάσει ως την ύστερη αρχαιότητα, δηλαδή ως τον 3ο αιώνα μ.Χ. με την επικράτηση του χριστιανισμού. Πρόκειται για δώδεκα αιώνες στη διάρκεια των οποίων πολλά άλλαξαν στη σκέψη και στις συνήθειες των ανθρώπων, πολλά και στη σχέση τους με τον έρωτα. Μια διαδικασία η οποία αναπτύσσεται μέσα από περίπου 300 αρχαία αντικείμενα από 47 μουσεία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας και από το Λούβρο, πλαισιωμένα από κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, κυρίως ερωτική ποίηση.
Μετά τη Θεογονία ο έρωτας «αλλάζει» και αφορά πλέον τους θεούς και τις μεταξύ τους σχέσεις, τους ήρωες αλλά και τους θεούς με τους θνητούς. Στην Αρχαϊκή εποχή, τον 6ο αιώνα π.Χ., ο έρωτας έχει να κάνει πάντα με τους θεούς αλλά πλέον και με τον γάμο. Προς το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα, όμως, πάρα πολλές είναι οι απεικονίσεις ερωτικών σχέσεων μεταξύ ανδρών αλλά και με εφήβους. Είναι η εποχή της αριστοκρατίας. Εφόσον οι γυναίκες παραμένουν κλεισμένες στον γυναικωνίτη και θεωρούνται από τους άνδρες υποδεέστερες τόσο σε κοινωνικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο η ερωτική έλξη -που δεν είναι απαραίτητα σωματική αλλά μπορεί να είναι και πνευματική- δημιουργείται μεταξύ ατόμων που είναι ίσοι μεταξύ τους. Ασχέτως του αν αυτή η επαφή μεταξύ ανδρών στις παλαίστρες οδηγούσε και στη σωματική σχέση. Στην Κλασική εποχή όταν πληθαίνουν τα συμπόσια οι γυναίκες που εμφανίζονται στα έργα τέχνης είναι εταίρες ή πόρνες. Υπάρχει, δηλαδή, έστω και με αυτόν τον τρόπο μια βαθμιαία αύξηση της γυναικείας παρουσίας και άρα του ενδιαφέροντος προς το άλλο φύλο. Στους αιώνες που ακολουθούν, τέλος, στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια είναι όλα ανάμεικτα, ισχύουν τα πάντα. Έχει διαμορφωθεί στον άνω όροφο του Μουσείου ένα δωματιάκι στο πρότυπο των πορνείων της Πομπηίας με ένα μικρό, στενό κρεβάτι, τα λυχνάρια με ερωτικές σκηνές, τις τοιχογραφίες. Σε όλο αυτόν τον όροφο η είσοδος επιτρέπεται μόνο σε ενηλίκους. Ο «όμοιος» έρως, οι προσφορές και οι ερωτοτροπίες αρρένων παρουσιάζονται επίσης στην έκθεση όπως και η παιδεραστία
Υπάρχει έκθεση φαλλικών αντικειμένων που χρησιμοποιούνταν ως λατρευτικά σύμβολα για την πρόκληση ευγονίας αλλά και για αποτροπαϊκούς σκοπούς και μια ενότητα με ερωτικά φίλτρα και κατάρες ως έκφραση απελπισμένου έρωτα, πολύ συνηθισμένη σε εποχές κατά τις οποίες οι δεισιδαιμονίες ρύθμιζαν τις ζωές των ανθρώπων.

Θα ξαναπάμε γιατί δε φτάνουν δύο ώρες να περιηγηθεί κανείς αυτή την μοναδική έκθεση.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

ΛΑΤΙΝΙΚΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑ 10η



ΚΕΙΜΕΝΟ:
Aeneas bellum ingens geret in Italia. Populos feroces contundet, mores eis imponet et moenia condet. Tu Aeneam ad caelum feres. Postea Iulus, Aeneae filius, regnum ab Lavinio transferet et Albam Longam muniet. Post trecentos Ilia duos filios, Romulum et Remum, pariet, quos lupa nutriet. Romulus moenia Martia condet Romanosque de suo nomine appellabit. Romanis imperium sine fine erit. Caesar Augustus, ab Iulo ortus, Belli portas claudet et Saturnium regnum restituet. Hunc tu, ut Aeneam, in caelo accipies.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
Ο Αινείας θα κάνει φοβερό πόλεμο στην Ιταλία. Θα συντρίψει άγριους λαούς, θα τους επιβάλει θεσμούς και θα χτίσει τείχη , Εσύ θα αποθεώσεις τον Αινεία. Αργότερα ο Ίουλος, ο γιος του Αινεία, θα μεταφέρει το βασίλειο από το Λαβίνιο και θα οχυρώσει την Άλβα Λόγγα. Μετά από τριακόσια χρόνια η Ιλία θα γεννήσει δύο γιους, το Ρωμύλο και το Ρώμο, που θα τους θρέψει μια λύκαινα. Ο Ρωμύλος θα χτίσει τα τείχη του Άρη και θα δώσει στους Ρωμαίους το όνομα του. Η εξουσία των Ρωμαίων δε θα 'χει τέλος. Ο Καίσαρας Αύγουστος, απόγονος του Ιούλου, θα κλείσει τις πόρτες του Πολέμου και θα ξαναφέρει τη βασιλεία του Κρόνου. Κι αυτόν, όπως τον Αινεία, θα τον (υπο)δεχτείς στον ουρανό.

Ταξινόμηση των λέξεων
Ουσιαστικά

Α' Κλίση
Aeneas -ae (αρσ., χωρίς πληθ.)
Alba Longa, Albae Longae (θηλ., χωρίς πληθ.)
lupa -ae (θηλ.)
Italia -ae (θηλ., χωρίς πληθ.)
Ilia -ae (θηλ., χωρίς πληθ.)
porta -ae (θηλ.)

Β' Κλίση
bellum -i (ουδ.)
caelum -ί (ουδ., πληθ. caeli -orum)
filius -ii (-i) (αρσ.)
Lavinium -ii (i) (ουδ., χωρίς πληθ.)
imperium -ii (-i) (ουδ.)
Remus -i (αρσ., χωρίς πληθ.)
populus -i (αρσ.)
Iulus -i (αρσ., χωρίς πληθ.)
regnum -i (ουδ.)
annus -i (αρσ.)
Romulus -i (αρσ., χωρίς πληθ.)
Romanus -i (αρσ.)
Augustus -i (αρσ., χωρίς πληθ.)

Γ' Κλίση
mos, moris (αρσ.)
nomen, nominis (ουδ.)
Mars, Martis (αρσ., χωρίς πληθ.)
moenia, moenium (ουδ., χωρίς ενικό)
finis -is (αρσ.)
Caesar, Caesaris (αρσ., χωρίς πληθ.)

Επίθετα
Β' Κλίση
trecenti -ae -a (απόλυτο αριθμητικό, χωρίς ενικό)
duo, duae, duo (απόλυτο αριθμητικό, χωρίς ενικό) Martius -a -um
ortus -a -um (μτχ. παρακ. μέσης φωνής του p. orior) Saturnius -a –um

Γ' Κλίση
ingens, ingentis,
ferox, ferocis,


Αντωνυμίες
is, ea, id (οριστική)
qui, quae, quod (αναφορική)
hic, haec, hoc (δεικτική)
tu (προσωπική)
suus, sua, suum (κτητική)


Ρήματα
1η Συζυγία
appello, appellavi, appellatum, appellare

3η Συζυγία
gero, gessi, gestum, gerere
contundo, contudi, contusum, contundere
impono, imposui, impositum, imponere
condo, condidi, conditum, condere
fero, tuli, latum, ferre
transfero, transtuli, translatum (tralatum), transferre
pario, peperi, partum, parere (μτχ. μέλλ. pariturus)
claudo, clausi, clausum, claudere
restituo, restitui, restitutum, restituere
accipio, accepi, acceptum, accipere

4η Συζυγία
munio, munivi, munitum, munire
nutrio, nutrivi, nutritum, nutrire
orior, ortus sum, oriri (αποθ., μτχ. μέλλ. oriturus)

Επιρρήματα
postea (χρον.)

Σύνδεσμοι
et (συμπλεκτικός)
-que (συμπλεκτικός)
ut (παραβολικός)

Προθέσεις
in (+ αφαιρ.)
ad (+ αιτιατ.)
ab (+ αφαιρ.)
post (+ αιτιατ.)
de (+ αφαιρ.)
sine (+ αφαιρ.)

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ. και 6 Δεκεμβρίου 2008


27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.
Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ' τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τάζησες παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ' επέρασάν το το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ' ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου».

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Υποκειμενική η έννοια του χρόνου σε αυτό το ποίημα του Καβάφη που ήρθε στο μυαλό μου χτες , μέρα μνήμης και αγώνα των νέων του Δεκέμβρη που δεν ανήκει σε κανένα. Από την άλλη μου τριβελίζει το μυαλό το τραγουδάκι του gummy bear που κατατρώει το διαφημιστικό χρόνο της τηλεόρασης  αυτές τις μέρες, -τυχαία άραγε;-  που με αντάλλαγμα ένα παριζάκι, θα κοιμηθεί νωρίς, θα είναι καλό παιδί και άριστος μαθητής. Τι μήνυμα προπαγανδίζει και ποιες αξίες αυτές τις δύσκολες μέρες; Ποιες ελπίδες, ποια προοπτική, ποιο νόημα ζωής για τους νέους που καταλαμβάνουν ορμητικά τη σκηνή, και διεκδικούν ένα μέλλον καλύτερο; Ελαφρότητα, κοινωνική πειθαρχία και υπακοή , που τόσο πολύ θα χρειαστούν οι επόμενοι ηγέτες να διαθέτουν οι πολίτες τους. Στον αμοραλισμό και τον χυδαίο κυνισμό της εποχής μας  οι νέοι φωνάζουν: «είμαστε κι εμείς εδώ, θέλουμε κάτι να γίνει, ό,τι να ’ναι».

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το ουράνιο τόξο στην τάξη ή σώπα δάσκαλε ν'ακούσουμε το πουλί.

"... μα όλα τ' άλλα παιδιά
ακούν τη μουσική
κι οι τοίχοι τη τάξης
σωριάζονται ήσυχα
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί῾".
                                                 Ζακ Πρεβέρ
Πόσες φορές θυμούμαστε την ώρα της διδασκαλίας το παραπάνω ποίημα του Ζακ Πρεβέρ; Χτες ακόμη την ώρα των Αρχαίων στη θεωρητική κατεύθυνση διέκοψα το μάθημα όταν το γλυκύτατο σχόλιο ενός μαθητή μας κάλεσε να δούμε μαζί το ουράνιο τόξο. Έτσι, από τις σχηματικές παραστάσεις του αδραχτιού της ανάγκης και τη διήγηση του Ηρός ατενίζαμε για πρώτη φορά το ουράνιο τόξο στον ουρανό.
Τέτοιες ώρες, όταν μαθητές Γ΄ Λυκείου σου ομολογούν πως βλέπουν για πρώτη φορά στη ζωή τους ουράνιο τόξο, εύλογα δικαιολογείς τη διακοπή και απαθανατίζεις τη στιγμή .

       Η φωτογραφία τραβηγμένη μέσα απ' την τάξη σκόπιμα υποφωτισμένη για να φαίνεται καλύτερα το ουράνιο τόξο. Κάνοντας κλικ πάνω της τη βλέπετε μεγαλύτερη.

Πολλοί από μας έχουμε βρεθεί εξάλλου στη θέση του καζαντζακικού δασκάλου που παρουσιάζεται στην Αναφορά στο Γκρέκο. Ας θυμηθούμε το απόσπασμα:
"…Ώρες μας έπαιρνε τ' αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν, και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σχολείο με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μια ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι∙ το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν' ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλης, που 'χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δεν βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

- Σώπα, δάσκαλε, φώναξε σώπα, δάσκαλε, ν' ακούσουμε το πουλί!..."

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Για τον μύθο του Hρός






 Η Πολιτεία ολοκληρώνεται με τον εσχατολογικό μύθο του Ηρός από την Παμφυλία και εξετάζει το θέμα της απόδοσης της δικαιοσύνης στις ψυχές των ανθρώπων. 0 Πλάτωνας θεωρεί ως σημαντικότερο στοιχείο του ανθρώπου την ψυχή, προς την οποία, όπως πρέσβευε και ο Σωκράτης, ο άνθρωπος πρέπει να στρέφει όλο του το ενδιαφέρον. Για  να αποδείξει την ορθότητα αυτής της πίστης προσέδωσε σε αυτή μεταφυσική διάσταση την οποία δανείστηκε από τους Ορφικούς.
Με βάση, λοιπό, όσα διηγήθηκε ο Ηρ ο Παμφύλου, όταν η ψυχή αποχωρίζονταν το σώμα μετέβαινε σε δαιμόνιο τόπο που υπήρχαν δύο  χάσματα στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο χάσματα αντίκρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν οι δικαστές που δίκαζαν τους ανθρώπους για τις πράξεις τους. Οι ψυχές των δικαίων προχωρούσαν δεξιά και πάνω μέσα από τον ουρανό και κατέβαιναν  από εκεί καθαρές. Αντίθετα οι ψυχές των αδίκων έμπαιναν στο ένα χάσμα που οδηγούσε στη γη και έβγαιναν από εκεί σκονισμένες και διψασμένες. Το ταξίδι τους διαρκούσε χίλια χρόνια. Οι τιμωρίες για όσους είχαν διαπράξει αδικήματα ήταν δεκαπλάσιες. Δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για τα καλά που είχαν κάνει οι δίκαιοι.
Μετά από αυτό οι ψυχές συγκεντρώνονταν στον Λειμώνα, όπου έμεναν επτά μέρες.  Από εκεί πορεύονταν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν το ουράνιο τόξο αλλά πο­λύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Το φως ήταν σαν κίονας ευθύ  και τεταμένο διά παντός του ουρανού και της γης, δηλαδή βρισκόταν στο κέντρο τον σύμπαντος. Αυτό το φως ήταν  ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ο άτρακτος ( η άτρακτος, το αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις περιφορές. Ο σφόνδυλος της ατράκτου ήταν κοίλος και περιείχε επτά άλλους σφονδύλους (ο εξώτατος ήταν το ουράνιο στερέωμα και οι άλλοι επτά ήταν οι σφαίρες των πλανητών). Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν οι Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα εξέπεμπε τον ήχο μιας και μοναδικής νότας. Και οι οκτώ αυτές φωνές παρήγαγαν μια αρμονία (τη μουσική των ουράνιων σφαιρών). Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης παρακολουθούσαν οι τρεις Μοίρες, οι κόρες της Ανάγκης, καθισμένες πάνω σε θρόνους ( Λάχεσις,   Κλωθώ και Άτροπος).
Μόλις έφταναν οι ψυχές έπρεπε να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επό­μενη μετενσάρκωση τους. Ένας εξάγγελος της Λάχεσης έβαζε μπροστά τους πολλούς κλήρους, υποδείγματα ζωής, και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα απήγγειλε το Λόγο της Μοίρας και καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους. Ο καθένας έπρεπε, ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
Οι αφιλοσόφητες ψυχές διάλεγαν βίους   ένδοξους, χωρίς να μπορούν να υπολογίσουν τη δυστυχία που κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Αντίθετα, όσες ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενή τους ζωή, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη. Έτσι η ψυχή του τρισένδοξου και πολυταξιδεμένου     Οδυσσέα επέλεξε την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Η εκλογή ήταν ελεύθερη, αλλά αμε­τάκλητη.
 Μετά την επιλογή του τρόπου ζωής που ήθελαν, οι ψυχές οδηγούνταν μέσα από το κατάξερο πεδίο της λήθης στον Αμέλητα ποταμό· εκεί έπιναν νερό και ξεχνούσαν για πάντα την προηγούμενη ζωή τους. Τα μεσάνυχτα μέσα σε βοή σεισμού και βροντής οι ψυχές ξαναγεννιούνταν μέσα στα νέα τους σώματα. Το νερό της Λήθης έπρεπε να το πιουν, για να ξαναγυρίσουν στη ζωή  ξαναγεννημένες και οι νέοι αυτοί άνθρωποι να ξεκινήσουν μια νέα ζωή από την αρχή. Τον Ήρα δεν τον άφησαν να πιει το νερό της λησμονιάς. Πώς ξαναβρέθηκε μέσα στο σώμα του δεν μπορούσε να τι πει, αλλά ξάφνου άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν πάνω στη νεκρική πυρά.




Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τον Όλοφ Ζίγκον:
«Κατά τους χρόνους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον Όμηρο και τον Πλάτωνα υπήρξε, καθώς φαίνεται, μια σειρά λογοτεχνήματα που αφηγούνταν μεταβάσεις στον Κάτω Κόσμο• ορισμένα συνδέονται με το όνομα του Ορφέα, ορισμένα άλλα με το όνομα του Πυθαγόρα. Κεντρίσματα από τέτοια έργα δέχθηκε ο Πλάτωνας, έπειτα ο Αριστοτέλης και άλλοι πολλοί. Γίνεται λόγος για ένα δικαστήριο των νεκρών. Οι ψυχές πηγαίνουν σε διαφορετικό τόπο διαμονής ανάλογα με την επίγεια ζωή τους. Μερικές παραμένουν μόνο για λίγο χρόνο σ' έναν τέτοιον τόπο και μπορούν έπειτα να ενσωματωθούν ξανά, μερικές άλλες είναι τόσο καθαρές, ώστε δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν πια τον τόπο της μακαριότητας, ή πάλι τόσο αθεράπευτα μιαρές, ώστε δεν μπορούν να φύγουν ποτέ πια από τον τόπο του κολασμού τους.
Από φιλοσοφική άποψη όλα αυτά είναι συγκεχυμένα. Καμιά φορά επιχειρήθηκε να θεμελιωθούν και επιστημονικά τέτοιες εικόνες για τον Άλλον Κόσμο. Προσπαθούσαν να τον εντοπίσουν όχι πια κάτω από τη γη, όπου δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται, αλλά στο εσωτερικό της, σε τεράστιες σπηλιές, ή σε νησιά πέρα στη Δύση, στο άκρο της οικουμένης. Αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα το φαινόμενο της νεκροφάνειας- γιατί κατ' αυτό η ψυχή αφήνει το σώμα, ξαναγυρίζει σ' αυτό ύστερα από ένα χρονικό διάστημα και μπορεί ίσως τότε να αφηγηθεί τι βίωσε στη διάρκεια της απουσίας της. Η περίπτωση του πολεμιστή από την Παμφυλία, για την οποία μιλάει ο Πλάτων στην Πολιτεία, είναι μία μόνο ανάμεσα σε μια ολόκληρη ομάδα από άτομα που ξαναγύρισαν τάχα από το Επέκεινα. Αλλά αυτά τα εν μέρει ρεαλιστικά γνωρίσματα των περιγραφών δεν αίρουν τον κατά βάση φανταστικό και ανεξέλεγκτο χαρακτήρα τους. Παραμένει επίσης ασαφές πώς πρέπει να φανταστούμε την ψυχή, που εξακολουθεί να υπάρχει κατ' αυτό τον τρόπο. Πρέπει, φαίνεται, να είναι αθάνατη, αφού μπορεί να υφίσταται μιαν αιώνια καταδίκη ή να έχει μερτικό σε μιαν αιώνια χαρά. Πρέπει ακόμη να είναι δεκτική στον πόνο και στη χαρά. Αν όμως δεν είναι δυνατό να αισθάνονται οι θεοί οργή, μίσος, αγάπη ή συμπόνια, διότι έτσι θα διακυβευόταν κατανάγκη η αθανασία τους, το αυτό πρέπει να ισχύει και για την ανθρώπινη ψυχή. Η αθανασία και η ικανότητα να πάσχεις είναι δυο ιδιότητες, οι οποίες (τουλάχιστον όπως τίθενται τα πράγματα στην κλασική ελληνική φιλοσοφία) αποκλείουν εντελώς η μια την άλλη. Έτσι όλα αυτά παραμένουν συγκεχυμένα, και δεν μας ξαφνιάζει το ότι κατά τους ελληνιστικούς χρόνους οι φανταστικές παραστάσεις του Πλάτωνα και των οπαδών του για τον Άλλον Κόσμο και την κρίση των νεκρών ψυχών αντιμετωπίζονταν άλλοτε με συγκρατημένη και άλλοτε με λιγότερο συγκρατημένη ειρωνεία.»
Όλοφ Ζίγκον, Βασικά προβλήματα της αρχαίας φιλοσοφίας, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Αθήνα (Γνώση) 1991, σσ. 250-1.