Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μο Γιαν οι μπαλάντες του σκόρδου


Το φετινό βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Κινέζο Μο Γιαν με ώθησε να διαβάσω το μοναδικό βιβλίο του που κυκλοφορεί (από το 2006)  στα ελληνικά «Μπαλάντες του σκόρδου»,  σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου στις εκδ. Καστανιώτη.  Μαθαίνοντας πως απαγορεύτηκε στην Κίνα ύστερα από τα αιματηρά γεγονότα στην πλατεία Τιεναμέν θέλησα να το διαβάσω και για αυτό το λόγο.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 20 κεφάλαια που το καθένα έχει ως μότο αποσπάσματα από τις μπαλάντες του σκόρδου τις οποίες συνθέτει και τραγουδά ο τυφλός ποιητής Τζανγκ Κου, ένα πρόσωπο που θυμίζει Όμηρο και αρχαίους Έλληνες ραψωδούς και που στο τέλος ως φωνή της αντίστασης που δε φιμώνεται, πληρώνει το τίμημα της παρρησίας, αφού βρίσκεται σκοτωμένος σε χαντάκι. Ως φονικό όπλο ένα όργανο της εξουσίας χρησιμοποίησε καυτό ηλεκτρικό ραβδί κατευθείαν στο στόμα του πλανόδιου τραγουδιστή. Να πως δολοφονούν τους ποιητές, Εγγονόπουλε!
Τα αποσπάσματα από τις  μπαλάντες που προτάσσονται κάθε φορά, αναφέρονται στα γεγονότα  του 1987 στην κομητεία του Παραδείσου και στην εντολή που είχε δοθεί στους αγρότες να φυτεύουν μόνο σκόρδα και που θερμόαιμος νεαρός ήρθε από το πουθενά για να υψώσει την κόκκινη σημαία στην κομητεία, να σπρώξει τους χωρικούς να διαμαρτυρηθούν για τ’ άδικο χαράτσι που οι άπληστοι και μοχθηροί τύραννοι εισέπρατταν καταδυναστεύοντας τις άμοιρες τις μάζες. Ο τροβαδούρος καλεί τους χωρικούς, αν δεν πουλήσουν τα σκόρδα τους, να επισκεφτούν τον διοικητή και να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Στην παλιά κοινωνία ο λαός πλήρωνε την κρατική ανομία, στη νέα τάξη υποτίθεται πως η δικαιοσύνη ριζώνει, θάλλει. Ο διοικητής θαρρούσε πως ήταν υπεράνω του νόμου αλλά που είναι η καλοσύνη του; Κάτοικοι τα στήθη προτάξτε και δείξτε από τι ‘στε καμωμένοι. Χέρι χέρι θα βαδίσουμε ως της εξουσίας την έδρα! Ο διοικητής Τζονγκ δεν είναι ουράνιος αστερισμός, ούτε είναι οι απλοί άνθρωποι ανόητα ζώα. Πανικόβλητος ο διοικητής της κομητείας ψήλωσε τους τοίχους, έβαλε απάνω γυαλί και αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Αλλά κανένας τοίχος, όσο ψηλός κι αν είναι, δε μπορεί να σταματήσει τις κραυγές του πλήθους, ούτε μπορεί το αγκαθωτό συρματόπλεγμα να σταματήσει την οργή του κόσμου. Όποιος δε φοβάται μην πετσοκοφτεί, μπορεί ένα γραμματέα του κόμματος ή έναν διοικητή κομητείας να ανατρέψει. Το να υποκινείς τον όχλο μπορεί να ‘ναι παράνομο. Αλλά τότε τι ‘ναι το να κρύβεσαι πίσω από κλειστές πόρτες, ν’ αποφεύγεις τα καθήκοντά σου, ν’ αφήνεις τους κατωτέρους σου να εκμεταλλεύονται τους χωρικούς; Συλλάβετέ με, αν αυτό θέλετε… Δε θα κλείσω το στόμα μου, επειδή με βάλατε φυλακή…. Το να μ’ αποκαλείτε αντεπαναστάτη είναι διαβολή. Το κομμουνιστικό κόμμα που δε φοβήθηκε τους Ιάπωνες διαβόλους τώρα φοβάται ν’ ακούσει τον ίδιο το λαό του; Δεν μπορείτε να κρύψετε όσα άσχημα συνέβησαν στην κομητεία του Παραδείσου. Γιατί ο κόσμος έχει μάτια… Αστυνομικοί συνέρρευσαν από παντού, και συνέλαβαν ενενήντα τρεις συμπολίτες τους. Κάποιοι πέθαναν, άλλοι πήγαν φυλακή. Πότε θα δούνε οι απλοί άνθρωποι το γαλανό ουρανό της δικαιοσύνης;
Εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται από τα παραπάνω ποιητικά αποσπάσματα τη δραματική σύγκρουση ανάμεσα στην  αγροτιά και την διεφθαρμένη κρατική εξουσία που εκδηλώνεται βίαια και δεν περιορίζεται σε αυτή μόνο την εκδοχή αλλά εκδηλώνεται και στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας και στις οικογένειές τους.
 Η ιστορία ξεκινάει  in medias res με αστυνομικούς που προσπαθούν να συλλάβουν τον Γκάο Γιανγκ ως ένα από τους αρχηγούς του όχλου που γκρέμισε τα γραφεία της κομητείας και τον ξάδελφό του τον Γκάο Μα. Με ανάδρομες αφηγήσεις μας παρουσιάζει την απλή ζωή των χωρικών, τη μονοκαλλιέργεια σκόρδου που έχει επιβληθεί από την κεντρική διοίκηση, το  φορομπηχτικό μηχανισμό και τους διαβρωμένους υπαλλήλους. Ο Γκάο Μα ερωτεύεται τη Τζίντζου και θέλει να την παντρεφτεί :  «Όταν τσαπίζεις το φασολοχώραφό σου, ραντίζω το καλαμποχώραφό μου και η καρδιά μου ηχεί σαν τη φυτόψειρα στο καλαμπόκι στην εποχή της ξηρασίας.» οι δικοί της όμως την αρραβώνιασαν παρά τη θέλησή της με άλλον. Το δραματικό εναλλάσσεται με το κωμικό, το παράλογο με την κοινή λογική. Τα αδέλφια της τον ξυλοφορτώνουν αλλά δεν βρίσκει δίκιο όταν καταφεύγει στον δωροδοκημένο υποδιοικητή Γιανγκ που τον γελοιοποιεί. 
Προδρομική αφήγηση μας περιγράφει τα όσα διαδραματίζονται στην φυλάκιση του Γκάο Γιανγκ και της μητέρας της Τζίντζου, που είχε βάλει φωτιά στα γραφεία της κομητείας. Κάθε κεφάλαιο με πρόδρομη ή ανάδρομη αφήγηση μάς πληροφορεί για το φευγιό των ερωτευμένων και την καταδίωξή τους, για τον αγώνα των χωρικών να πουλήσουν τα σκόρδα τους, την αντιμετώπισή τους από το διαβρωμένο σύστημα διοίκησης. 
Ο έρωτας και  ο θάνατος, η απαξίωση και ο εξευτελισμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, η επανάσταση που απέτυχε, αφού οι αξιωματούχοι ξεζουμίζουν τους απλούς ανθρώπους είναι θέματα που αναπτύσσονται με δραματικό και ρεαλιστικό συνάμα τρόπο. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, θα λέγαμε, αφού ούτε νεκρή δεν αφήνουν την ηρωίδα να ησυχάζει.   Εφαρμόζοντας παλιές λαϊκές συνήθειες την ξεθάβουν, για να τη  θάψουν μαζί με νεκρό της επιλογής τους δωροδοκώντας τους δυο παραδόπιστους αδελφούς της για να τελέσουν αυτόν τον γάμο. Ο φυλακισμένος Γκάο Μα θα προσπαθήσει μάταια να αποδράσει, για να αποτρέψει τον αδόκητο γάμο. Κοντά στους πουλημένους αξιωματούχους αρθρώνονται και οι φωνές που αντιστέκονται και υπερασπίζονται το λαό στα δικαστήρια και στις συγκεντρώσεις. Και μπροστάρης ο ποιητής που δεν περιορίζεται, δε φιμώνεται, η Λογοτεχνία που αντιστέκεται και παράγει τέτοια βιβλία που μας ξεβολεύουν από το ραχατιλίκι του καναπέ.  Ποιητικότατη και ρεαλιστικότατη γραφή, εύκολα μας αποδεικνύει γιατί λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε αυτό το βιβλίο. 
Δε μπορώ να κρίνω μόνο από ένα βιβλίο αλλά νομίζω πως είναι σπουδαίος συγγραφέας ο τιμώμενος.





1 σχόλιο:

  1. Καλώς σε βρήκα.Είδα τις απόψεις σου και το σχετικό link από το Διαβάζοντας.Αν και στο χώρο μου σχεδόν καμιά ανάρτηση για βιβλία δεν έχω κάνει στην κυριολεξία είμαι βιβλιοφάγος.Χαίρομαι που σε συναντώ εδώ μέσα και από το μικρό απόσπασμα που παραθέτεις για το βιβλίο του Νομπελίστα συγγραφέα, νομίζω ότι αν το διαβάσω ολόκληρο - αν το βρω - θα μου πει πολλά, αν και αυτό ήταν σίγουρο και μόνο από το γεγονός ότι είναι λογοκριμένο και απογορευμένο.Καλή συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή