Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2012


ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ΄ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ Δ΄ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 13 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ
Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ Τό μάρτημα τς μητρός μου (απόσπασμα)
   Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν ἐπί τῆς παιδικῆς μου φαντασίας ἡ πρώτη ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ διανυκτέρευσις.
   Τό ἀμυδρόν φῶς τῶν ἔμπροσθεν τοῦ εἰκονοστασίου λύχνων, μόλις ἐξαρκοῦν1 νά φωτίζῃ αὐτό καί τάς πρό αὐτοῦ βαθμίδας2, καθίστα τό περί ἡμᾶς σκότος ἔτι ὑποπτότερον καί φοβερώτερον, παρά ἐάν ἤμεθα ὅλως διόλου εἰς τά σκοτεινά.
       Ὁσάκις τό φλογίδιον μιᾶς κανδήλας ἔτρεμε, μοί ἐφαίνετο, πώς ὁ Ἅγιος ἐπί τῆς ἀπέναντι εἰκόνος ἤρχιζε νά ζωντανεύῃ, καί ἐσάλευε, προσπαθῶν ν’ ἀποσπασθῇ ἀπό τάς σανίδας, και καταβῇ ἐπί τοῦ εδάφους, μέ τά φαρδυά καί κόκκινά του φορέματα, μέ τόν στέφανον περί τήν κεφαλήν, καί μέ τους ἀτενεῖς3 ὀφθαλμούς ἐπί τοῦ ὠχροῦ καί ἀπαθοῦς προσώπου του.
     Ὁσάκις πάλιν ὁ ψυχρός ἄνεμος ἐσύριζε διά τῶν ὑψηλῶν παραθύρων, σείων θορυβωδῶς τάς μικράς αὐτῶν ὑέλους4, ἐνόμιζον, ὅτι οἱ περί τήν ἐκκλησίαν νεκροί ἀνερριχῶντο
τούς τοίχους καί προσεπάθουν νά εἰσδύσωσιν εἰς αὐτήν. Και τρέμων ἐκ φρίκης, ἔβλεπον ἐνίοτε ἀντικρύ μου ἕνα σκελετόν, ὅστις ἥπλωνε νά θερμάνῃ τάς ἀσάρκους του χεῖρας ἐπί τοῦ «μαγκαλίου»5, τό ὁποῖον ἔκαιε πρό ἡμῶν.
      Καί ὅμως δέν ἐτόλμων νά δηλώσω οὐδέ τήν παραμικροτέρανἀνησυχίαν. Διότι ἠγάπων τήν ἀδελφήν μου, καί ἐθεώρουν μεγάλην προτίμησιν νά εἶμαι διαρκῶς πλησίον της καί
πλησίον τῆς μητρός μου, ἥτις χωρίς ἄλλο θά μέ ἀπέστελλεν εἰς τόν οἶκον, εὐθύς ὡς ἤθελεν ὑποπτευθῆ ὅτι φοβοῦμαι.
 Ὑπέφερον λοιπόν καί κατά τάς ἑπομένας νύκτας τάς φρικιάσεις ἐκείνας μετά ἀναγκαστικῆς στωικότητος και ἐξετέλουν προθύμως τά καθήκοντά μου, προσπαθῶν να καταστῶ ὅσον τό δυνατόν ἀρεστότερος. [...]
    Καί εἰς ὅλα ταῦτα μέ παρηκολούθει ἡ πτωχή μου ἀδελφή μέ τήν ὠχράν και μελαγχολικήν της ὄψιν, μέ τό ἀργόν και ἀβέβαιον βῆμά της, ἑλκύουσα6 τόν οἶκτον τῶν
ἐκκλησιαζομένων καί προκαλοῦσα τάς εὐχάς αὐτῶν ὑπέρ ἀναρρώσεώς της· ἀναρρώσεως, ἥτις δυστυχῶς ἤργει να ἐπέλθῃ.
 Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ ὑγρασία, τό ψῦχος, τό ἀσύνηθες καί, μά τό ναί, φρικαλέον τῶν ἐν τῷ ναῷ διανυκτερεύσεων δεν ἤργησαν νά ἐπιδράσουν βλαβερῶς ἐπί τῆς ἀσθενοῦς, τῆς ὁποίας ἡ κατάστασις ἤρχισε νά ἐμπνέῃ τώρα τούς ἐσχάτους φόβους.
    Ἡ μήτηρ μου τό ἠννόησε, καί ἤρχισε, καί ἐν αὐτῇ τῇ ἐκκλησίᾳ, νά δεικνύῃ θλιβεράν ἀδιαφορίαν πρός πᾶν ὅ,τι δέν ἦτο αὐτή ἡ ἀσθενής. Δέν ἤνοιγε τά χείλη της πρός
οὐδένα πλέον, εἰ μή πρός τήν Ἀννιώ καί πρός τούς ἁγίους, ὁσάκις ἐπροσηύχετο. Μίαν ἡμέραν τήν ἐπλησίασα ἀπαρατήρητος, ἐνῷ ἔκλαιε γονυπετής πρό τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος.
- Πάρε μου ὅποιο θέλεις, ἔλεγε, καί ἄφησέ μου το κορίτσι. Τό βλέπω πώς εἶναι γιά νά γένῃ. Ἐνθυμήθηκες την ἁμαρτίαν μου καί ἐβάλθηκες νά μοῦ πάρῃς τό παιδί, γιά νά
μέ  τιμωρήσῃς. Εὐχαριστῶ σε, Κύριε!
Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγῆς, καθ’ ἥν τά δάκρυά της ἠκούοντο στάζοντα ἐπί τῶν πλακῶν ἀνεστέναξεν ἐκ βάθους καρδίας, ἐδίστασεν ὀλίγον, καί ἔπειτα ἐπρόσθεσεν·
- Σοῦ ἔφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου...χάρισέ μου τό κορίτσι!
     Ὅταν ἤκουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νεῦρά μου καί ἤρχισαν τά αὐτία μου να βοΐζουν. Δέν ἠδυνήθην ν’ ἀκούσω περιπλέον. Καθ’ ἥν δέ στιγμήν
εἶδον, ὅτι ἡ μήτηρ μου, καταβληθεῖσα ὑπό φοβερᾶς ἀγωνίας, ἔπιπτεν ἀδρανής ἐπί τῶν μαρμάρων, ἐγώ ἀντί νά δράμω7 πρός βοήθειάν της, ἐπωφελήθην τήν εὐκαιρίαν νά φύγω ἐκ τῆς ἐκκλησίας, τρέχων ὡς ἔξαλλος καί ἐκβάλλων κραυγάς, ὡς ἐάν ἠπείλει νά μέ συλλάβῃ ὁρατός αὐτός8 ὁ Θάνατος.
    Οἱ ὀδόντες μου συνεκρούοντο ὑπό τοῦ τρόμου, καί ἐγώ ἔτρεχον, καί ἀκόμη ἔτρεχον. Καί χωρίς νά τό ἐννοήσω, εὑρέθην ἔξαφνα μακράν, πολύ μακράν τῆς ἐκκλησίας. Τότε ἐστάθην νά πάρω τήν ἀναπνοήν μου, κ’ ἐτόλμησα νά γυρίσω να ἰδῶ ὀπίσω μου. Κανείς δέν μ’ ἐκυνήγει.
 Ἤρχισα λοιπόν νά συνέρχωμαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, και ἤρχισα νά συλλογίζωμαι.    
       Ἀνεκάλεσα εἰς τήν μνήμην μου ὅλας τάς πρός τήν μητέρα τρυφερότητας καί θωπείας μου. Προσεπάθησα νά ἐνθυμηθῶ μήπως τῆς ἔπταισά ποτε, μήπως τήν ἀδίκησα, ἀλλά δέν
ἠδυνήθην. Ἀπεναντίας εὕρισκον, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη αὐτή ἡ ἀδελφή μας, ἐγώ, ὄχι μόνον δέν ἠγαπήθην, ὅπως θά το ἐπεθύμουν, ἀλλά τοῦτ’ αὐτό παρηγκωνιζόμην ὁλονέν
περισσότερον. Ἐνθυμήθην τότε, καί μοί ἐφάνη ὅτι ἐννόησα, διατί ὁ πατήρ μου ἐσυνήθιζε νά μέ ὀνομάζῃ «τό ἀδικημένο του». Καί μέ ἐπῆρε τό παράπονον καί ἤρχισα νά κλαίω. Ὤ!
εἶπον, ἡ μητέρα μου δέν μέ ἀγαπᾷ καί δέν μέ θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δέν πηγαίνω εἰς τήν ἐκκλησίαν! Καί διηυθύνθην πρός τήν οἰκίαν μας, περίλυπος καί ἀπηλπισμένος.

1 εξαρκώ· φθάνω, αρκώ πλήρως.
2 βαθμίς-ίδος· σκαλί, σκαλοπάτι.
3 ατενής· έντονος.
4 ύελος (η) αντί του ύαλος· γυαλί.
5 μαγκάλι· ειδικό φορητό σκεύος μέσα στο οποίο ανάβεται φωτιά.
6 ελκύω κ. έλκω.
7 να δράμω· να τρέξω.
8 αυτός· ο ίδιος.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Το έργο του Βιζυηνού έχει χαρακτηριστεί, εκτός των άλλων, και ως ψυχογραφικό. Να αναφέρετε τρία παραδείγματα, μέσα από το απόσπασμα που σας δίνεται, τα οποία επιβεβαιώνουν αυτόν τον χαρακτηρισμό.
                                                                      Μονάδες 15
Β1.α) Ο Παν. Μουλλάς αναφέρει ότι μέσα στο αφηγηματικό έργο του Βιζυηνού οι περιγραφές δεν είναι παρέμβλητα «ξένα σώματα», αλλά οργανικά μέρη του κειμένου και της αφήγησης. Ο ρόλος τους είναι πολλαπλός. Να τεκμηριώσετε την παραπάνω άποψη με
σχετικές αναφορές στο κείμενο που σας δίνεται
                                                                          (μονάδες 10).
β) Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο Γ. Βιζυηνός παραβιάζει τη χρονική σειρά, κατά την αφήγηση, αναφερόμενος σε προγενέστερα γεγονότα. Να αναζητήσετε και να
καταγράψετε δύο σημεία παραβίασης της χρονικής σειράς (μονάδες 4). Τι επιτυγχάνει με την επιλογή αυτή ο αφηγητής; (μονάδες 6)
                                                                        Μονάδες 20
Β2. Να επισημάνετε στο παρακάτω απόσπασμα τέσσερα διαφορετικά εκφραστικά μέσα και να σχολιάσετε το ρόλο τους μέσα στο κείμενο.
«ταν κουσα τάς λέξεις ταύτας...Κανείς δέν μ’ κυνήγει.»
                                                                       Μονάδες 20

Γ1. «-Πάρε μου ποιο θέλεις, λεγε, καί φησέ μου το κορίτσι. Τό βλέπω πώς εναι γιά νά γέν. νθυμήθηκες τήν μαρτίαν μου καί βάλθηκες να μο πάρς τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσς. Εχαριστσε, Κύριε!»
Να σχολιάσετε το περιεχόμενο του παραπάνω αποσπάσματος σε δύο παραγράφους (150-170 λέξεις).
                                                                 Μονάδες 25
Δ1. Αφού συγκρίνετε το απόσπασμα από το «Το Αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού με το επόμενο απόσπασμα από το έργο του Κ. Παλαμά «Ο θάνατος
του παλληκαριού», να εντοπίσετε (μονάδες 5) και να σχολιάσετε (μονάδες 15) τρεις ομοιότητες και δύο διαφορές, ως προς το περιεχόμενο.
                                                                Μονάδες 20
Τὸ βράδυ ἔπεσαν νὰ κοιμηθοῦν. Χειμώνας ἦταν ἀκόμη, μὰ ἡ νύχτα ἦταν ἀνοιξιάτικη, κατάστερη. Ἡ Δήμαινα μονάχη ξενυχτοῦσε τὸ Μῆτρο· στὸ πλάγι του ἔστρωνε κ’
ἔπεφτε· πολλὲς φορὲς ξημερώνονταν στὸ πόδι. Τὴ νύχτα ἐκείνη, κι ὅλη τοῦ κόσμου τὴν ὑγεία καὶ τὴν ξεγνοιασιὰ νὰ κρύβαν μέσα τους, πάλι δὲ θὰ κλειοῦσαν μάτι, μάνα καὶ
παιδί. [...] Καὶ τοὺς δυὸ ἕνας φόβος τοὺς ἐτάραζε καὶ μιὰ ἐλπίδα τοὺς ἐζέσταινε. Στὸν πλατὺν ὀντὰ1 τὸ κρεμαστὸ καντήλι θαμποφωτᾶ, κι ἄλλο δὲν ξεχώριζαν μέσα ἐκεῖ παρὰ
τὸ εἰκονοστάσι μὲ τὸ μαυρισμένο τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ἀσημωμένο ἁι-Νικόλα, κ’ ἕνα τρομπόνι2 μ’ ἕνα κουπί, καὶ τὰ δυὸ παραριχτά, σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ τοίχου. Κι ὁ Μῆτρος
κάρφωνε ἄγρυπνος τὸ μάτι ἀπ’ τὸ καντήλι στὰ κονίσματα, κι ἀπὸ κεῖ στὴ γωνιά, σὰν κάτιτί νὰ καρτεροῦσε νάβγῃ ἀκόμα κι ἀπ’ αὐτά, ποὺ ξάνοιγε μονάχα στὸ σκοτάδι ἐκεῖ,
κάτι μυστικὸ κι ανέλπιστο· καὶ μέσα στὸ σκοταδερὸ τὸ φῶς, ὁ ἴσκιος πόριχνε ὁ Χριστὸς καὶ τ’ ἀσημένιο φέγγος τ’ ἁι-Νικόλα, καὶ τοῦ κουπιοῦ τὸ μάκρος, καὶ ἡ θωριὰ τοῦ
τρομπονιοῦ, σμίγανε καὶ φάνταζαν καὶ γίνονταν μαυράδια ἀλλόκοτα καὶ σχήματα ποὺ σειοῦνταν, σὰ νὰ κρυφομίλαγαν, καὶ πλάσματα ἀλλόκοτα, ποὺ λίγο μόνον ἔλειπε γιὰ νὰ
ξεσκεπαστοῦν, καὶ νὰ φανερωθοῦνε ξωτικὲς καὶ μοῖρες καὶ ψυχές..-ποιός ξέρει τί θὰ φανερώνονταν; Κ’ εἶχε χτυπόκαρδο ὁ καημένος, κι ὁ νοῦς του ἤτανε γεμᾶτος ἀπὸ ἱστορίες ἄλλου κόσμου καὶ παραμύθια ἄλλου καιροῦ, καὶ πρόσμενε σὰν κατάδικος νὰ ἰδῇ, θὰ τόνε κόψουν ἢ θὰ τοῦ δώσουν χάρη; Καὶ σὰν ἦρθαν τὰ μεσάνυχτα, ἐκεῖ ποὺ ἡ νύχτα ἦταν ἀνοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη σιγαλιά, ψηλὰ στὰ κεραμίδια τοῦ σπιτιοῦ ξεσπάει μεγάλη ταραχή, χαλίκια πέφτουνε σὰ νάστησαν πετροπόλεμο τοῦ σπιτιοῦ, χαλάζι λές καὶ ρίχνει ὁ οὐρανὸς ἀπάνω στὴ σκεπή· σφυρίγματα γροικιοῦνται, μιλήματα ἀκούγονται. Ταράζεται τὸ πάτωμα, βογγοῦν τὰ παράθυρα, τρίζουν οἱ πόρτες, μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ χοροπηδοῦν παράξενα καντήλια, καὶ κονίσματα, καὶ φῶτα, καὶ σκιές. Πιάνετ’ ὁ ἀνασασμός του· δὲ μπορεῖ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ποὺ θέλει νὰ μιλήσῃ.

1 ντς· δωμάτιο
2 τρομπόνι· πνευστό μουσικό όργανο
ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ Θάνατος παλληκαριο (απόσπασμα)
(Ρένου, Ἤρκου καὶ Στάντη Ἀποστολίδη, Ἀνθολογία τῆς Νεοελληνικῆς Γραμματείας, Τὰ Νέα Ἑλληνικά, 2004, σελ. 433).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου