Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος στις εκδ. Ποταμός


Αγαπάμε τη Λογοτεχνία   και στιγμές σαν αυτές που αναδύονται από τα εξομολογητικά κείμενα του Νικηφόρου Βρεττάκου μας κάνουν να ξεχνάμε το βάρος των εξετάσεων και των πολιτικών εξελίξεων παρόλο που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαστε ενεργοί και συμμετέχουμε σφόδρα στα δρώμενα.
Διάβασα αυτές τις μέρες  τέσσερα βιβλιαράκια τσέπης των εκδόσεων Ποταμός φανερά συνδεμένα με το έτος Βρεττάκου που διανύουμε  και με τίτλους: 1. Γράμματα εις εαυτόν, 2. Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου, 3. Ενώπιος ενωπίω, 4.Εξομολόγηση στον αναγνώστη. Κράτησα λίγες σημειώσεις που καταγράφω:

  Το όραμα ενός καλύτερου κόσμου, ενός κόσμου που υπερασπί­ζεται το δίκαιο των αδυνάτων, βρίσκεται μέσα στη σκέψη του ποιητή, στο κέντρο της οποίας όμως φαίνεται πως είναι σταθερά εμβολιασμένη η σημασία του ανθρώπου. Ο ανθρωπισμός του ποιητή είναι ήδη εδώ: «το ατομικό προσκλητή­ριο πρέπει να προηγηθεί του ομαδικού», φράση που θυμίζει τις θέσεις του ώριμου Νικηφόρου Βρεττάκου, από τις οποίες δεν απέστη ποτέ.
  Επιχειρεί ν' απογυμνώσει τον άνθρωπο από την υποκρισία. Να δώσει άλλο νόημα στη ζωή αφαιρώντας τα ψιμύθια του ψεύδους. Να ρίξει φως στο έρεβος του κακού που επωάζει το μηδέν.
Αποστρέφεται την αδιαφορία και τη ραστώνη.    Απορρίπτει τη συμβατικότητα και τη φιλαυτία. ΙΙροσφεύγει στον ουμανισμό και ανα­ζητάει το Θεό μέσα στον άνθρωπο. Είναι ορα­ματιστής ενός ιδεατού κόσμου, ο οποίος όμως βρίσκεται μέσα μας. Γράφει: « Έχω μια αδελφή: Την ανθρωπότητα. Και μια μητέρα: Την Ελλάδα, που την εκτιμώ σε φως, σε διαύγεια, σε χρώμα, σε βλάστηση, σε παράδοση».
  Ο Νικηφόρος Βρεττά­κος παρακολουθεί ανήσυχος το θαύμα της ζωής που απειλείται και θέλει ν' ανοίξει την προστα­τευτική αγκαλιά του για να σώσει τον κόσμο όπως αναφέρει στον πρόλογο του ο Δ. Παπακώστας. Αισθάνεται, όπως λέει ο ίδιος, ότι «Ο άνθρωπος που πιστεύει στον εαυτό του, στον κόσμο και στην ηθική σημασία του βρίσκεται κιόλας στην παράταξη του καλού, βρίσκεται στον αγώνα».   Η ψυχή του ποιητή είν' ένα αλώνι, σαν αυτό όπου πάλεψε ο Διγενής και στο οποίο κάθε στιγμή κερδίζεται ή χάνεται η μοίρα του ανθρώπου.
  Ο έξω κόσμος για να γίνει ωραίος πρέ­πει να σβήσει για κάμποσο διάστημα στη συνεί­δηση μας. Η ομίχλη του ατομικού μας πόνου να εξαφανίσει και το τελευταίο δέντρο. Και η τελευταία λάμψη να σπάσει, να κρεμαστεί και να πέσει. Να μείνουμε μόνοι μέσα σ' ένα σκοτεινό χώρο, μόνοι με τον εαυτό μας, και ν' αρχίσουμε να περπατάμε έπειτα ψηλαφώντας προς την έξοδο. Ν' αρνηθούμε τον έξω κόσμο, σαν διαμαρτυρία για τον άνθρωπο-πλησίον μας και τον άνθρωπο-εαυτό μας. Σαν διαμαρτυρία για τη νοητική μας σύγχυση.
  Το να βγάλει κανείς το καπέλο του και να περπατήσει σιγά κάτω απ' τη νύχτα δεν είναι τίποτα. Το ν' αποκαλυφτεί μπροστά στον άνθρωπο είναι το παν είναι η αρχή και το τέλος της ανωτερότητας. Ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος του πολιτισμού. Το να μιλήσεις προς τον Ωκεανό, το ν' απευθυνθείς προς τον άνεμο, δεν είναι μια πράξη τυφλή, δεν είναι ένα μοναχικό κίνημα. Και τότε απευθύνεσαι προς τον εαυτό σου ή προς τους άλλους. Είτε απειλείς, είτε θαυμάζεις, είτε τραγουδείς, τίποτα δε γίνεται χωρίς ν' απευθύνεται πουθενά. Το μυστήριο, το φως, η σύλληψη του αισθητού και το όραμα δε βρίσκονται έξω. Το να διασχίσεις τον εαυτό σου είναι περισσότερο σκληρό από το να δια­σχίσεις μια μετάλλινη καταιγίδα. Η γνώση των διαστάσεων του εαυτού σου, ο ίλιγγος που σου δημιουργούν οι φωτεινές και σκοτεινές του εκτάσεις, σε βγάζουν έπειτα γαλήνιο μπροστά στη φύση και έμπειρο.
Το να μην πάρει κανείς μια θέση απέναντι στο ανθρώπινο δράμα είναι φοβερό, είναι η έσχατη πράξη ατί­μωσης εναντίον του εαυτού του, αντιτίθεται στις έννοιες του ωραίου, του ηθικού και του αληθινού. Γιατί κι αν μπορεί να εννοηθεί το ωραίο έξω από το ηθικό, ηθικό πάντα θα είναι η αναγνώριση και υπεράσπιση του αληθινού, όταν μάθεις τους νόμους των σχέσεων που διέπουν τον άνθρωπο με το σύμπαν, όταν μάθεις τη θέση του ανθρώ­που στο νεφέλωμα αυτό που λέγεται κόσμος.
Το μέγα βουνό του Ολύμπου βρίσκεται μέσα μας. Ο καθένας μας μπορεί να γίνει Προμηθέας για το φως που του χρειάζεται, και Προμηθέας για το φως που χρειάζεται στην ανθρωπότητα. Ένα μέρος από την έννοια του Θεού —εκείνο που μπορούμε να προσεγγίσουμε και να μη μας αρνηθεί τίποτα— βρίσκεται μέσα μας. Καθένας μπορεί να προσευχηθεί, καθένας μπορεί ν' απο­χτήσει την εύνοια του, αρκεί να πιστεύει στον εαυτό του. Στο Θεό δεν μπορείς να πας παρά μόνο αναγνωρίζοντας τον εαυτό σου και πηγαί­νοντας προς αυτόν, γιατί ο εαυτός σου είναι η παρουσία του κι η δύναμη του στη Γη. Από κει μέσα μπορεί να μας δώσει τη βοήθεια που του γυρεύουμε.
Ένιωσα, αμέσως έπειτα, κάτι να επιπλέει μέσα μου, ένιωσα κάτι που γύρευε να πιαστεί. Κάτι που επαναστατούσε με αγριότητα στην παράδοση «άνευ όρων». Δεν ήταν απλώς η ποίηση. Η ποίηση -έτσι τουλά­χιστο νόμιζα- ήταν η έκφραση άλλων, εσωτερι­κών πραγμάτων, ή απλώς η εκ βαθέων κραυγή, δεν ήταν ο σκοπός. Σκοπός ήταν κάτι που θα ήταν σχετικό με μια μελέτη για το φως, που έγραφα όταν ήμουν 18 χρονών.
 Στην ποίηση αυτή, λοιπόν, από σιγά σιγά, και χωρίς να το καταλάβω, έδωσα την ψυχή μου. Και χωρίς να είμαι βέβαιος ότι είμαι ποιητής, ξέρω τώρα πως δεν είμαι τίποτε άλλο. Θα μου ήταν αρκετό αν τουλάχιστο βεβαιωνόμουνα πως με μέσο αυτή την ποίηση έκαμα το χρέος της ζωής μου. Το χρέος μου όχι στη σχέση του με τους άλλους, αλλά στη σχέση του με τον εαυτό μου. Κι αυτό, γιατί χρέος δε θα ειπεί να χτίσεις μόνος σου ένα ολόκληρο σπίτι ή να μεταμορφώ­σεις μια ολόκληρη περιοχή. Χρέος θα ειπεί να προσφέρεις τον οβολό της δύναμης σου, με όλη σου την ειλικρίνεια και με όλη σου την αγάπη, στην υπόθεση της ζωής, που και μετά από σένα δε θα πάψει να συνεχίζεται, και να διατηρήσεις έτσι το σύνδεσμο σου και την αδελφικότητά σου με το μέλλον.....

Υπάρχει μια αποσπασματικότητα στα σταχυολογήματά μου αλλά δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να με ωθήσουν στο ξεφύλλισμα του ποιητικού corpus. 
Ποιητή Νικηφόρε, βοήθα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου