Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2013 (Θέματα και απαντήσεις)

 Α1. Να μεταφράσετε στο τετράδιό σας τα παρακάτω αποσπάσματα:
Omnia sunt misera in bellis civilibus, sed nihil miserius quam ipsa victoria: ea victores ferociores impotentioresque reddit, ut, etiamsi natura tales non sint, necessitate esse cogantur. Bellorum enim civilium exitus tales sunt semper, ut non solum ea fiant, quae velit victor, sed etiam ut victor obsequatur iis, quorum auxilio victoria parta sit.
…………………………………………………………………………………………………………
Quorum auctoritatem secuti multi, non solum improbi verum etiam imperiti, si in hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent. Nunc intellego, si iste in Manliana castra pervenerit, quo intendit, neminem tam stultum fore, qui non videat coniurationem esse factam, neminem tam improbum, qui non fateatur.
                                                             Μονάδες 40

Παρατηρήσεις
Β1. Nα γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις και φράσεις:
bellis civilibus :   την αιτιατική ενικού
miserius :  τον αντίστοιχο τύπο στον υπερθετικό βαθμό
ipsa : την αιτιατική ενικού στο ουδέτερο γένος
victores : την αφαιρετική πληθυντικού
ferociores : την αφαιρετική ενικού στον θετικό  βαθμό στο ίδιο γένος
tales (τ ο πρώτο του κειμένου) : τη γενική ενικού στο ίδιο γένος
exitus : την αφαιρετική ενικού
iis : τη γενική πληθυντικού στο θηλυκό  γένος
auxilio : την αιτιατική ενικού
auctoritatem : την ονομαστική ενικού
multi :   το επίρρημα στον συγκριτικό βαθμό
hunc :   τη δοτική ενικού στο ίδιο γένος
castra :   τη γενική πληθυντικού
stultum :   τον αντίστοιχο τύπο στο θηλυκό γένος.

Β2.  Nα γράψετε τους τύπους που ζητούνται για καθέναν από τους παρακάτω ρηματικούς τύπους:
reddit   : το β ΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του παρακειμένου στην ίδια φωνή
sint    : το γ ΄ πληθυντικό πρόσωπο της  προστακτικής του μέλλοντα
cogantur   : τo γ ΄ ενικό πρόσωπο της υποτακτικής  του παρατατικού στην ίδια φωνή
fiant       : το γερουνδιακό στην ονομαστική ενικού του  ουδετέρου γένους
velit    : το γ ΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του  ενεστώτα
obsequatur  : το γ ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του μέλλοντα
parta sit  : το β ΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του  παρακειμένου στην ενεργητική φωνή
animadvertissem : το σουπίνο και στους δύο τύπους
dicerent : τον αντίστοιχο τύπο της υποτακτικής του παρακειμένου στην ίδια φωνή
intellego : το απαρέμφατο του παρακειμένου στην ίδια  φωνή
pervenerit : το β ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του παρατατικού
indendit :   το  β ΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα στην ίδια φωνή
videat :      το α΄ πληθυντικό πρόσωπο της υποτακτικής του υπερσυντελίκου στην ίδια φωνή
fateatur :    το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του  μέλλοντα.
                                        Μονάδες 15
Γ1α. Να γίνει πλήρης συντακτική αναγνώριση των παρακάτω τύπων:
miserius, ferociores, bellorum, iis, id, fore, coniurationem.
                                        Μονάδες 7
Γ1β. «in bellis civilibus»: να αντικατασταθεί  o επιθετικός προσδιορισμός  με δευτερεύουσα πρόταση.
                                       Μονάδες 3
Γ1γ. «Bellorum enim ... parta sit.»: να μετατρέψετε τον ευθύ λόγο σε πλάγιο με εξάρτηση από τη φράση «Cicero scripsit».
                                               Μονάδες 5  
Γ2α. «etiamsi natura tales non sint»: να αναγνωρίσετε το είδος της πρότασης  (μονάδα 1) και να δικαιολογήσετε την έγκλιση και τον χρόνο  εκφοράς της (μονάδες 2).
                                                     Μονάδες 3
Γ2β. «quae velit victor»: να αναγνωρίσετε το είδος της πρότασης  (μονάδα 1), να δικαιολογήσετε την έγκλιση και τον χρόνο εκφοράς της (μονάδες 2) και να δηλώσετε το συντακτικό της ρόλο (μονάδα 1).
                                                     Μονάδες 4
Γ2γ. «Νunc intellego ... stultum fore»: να εντοπίσετε τον εξαρτημένο υποθετικό λόγο (μονάδα 1), να τον μετατρέψετε σε ανεξάρτητο (μονάδες 4), να τον χαρακτηρίσετε ως προς το είδος του (μονάδα 1)  και να σχηματίσετε υποθετικό λόγο που να δηλώνει υπόθεση
δυνατή ή πιθανή στο παρόν-μέλλον (μονάδες 2).


                                                  Μονάδες 8 
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
 Α1. Μετάφραση
 Τα πάντα είναι αξιοθρήνητα στους εμφύλιους πολέμους, αλλά τίποτα δεν είναι πιο αξιοθρήνητο από την ίδια τη νίκη: αυτή κάνει τους νικητές αγριότερους και πιο αχαλίνωτους, ώστε, κι  αν ακόμη δεν είναι από τη φύση τους τέτοιοι, να αναγκάζονται από ανάγκη να γίνουν. Γιατί η έκβαση των εμφυλίων πολέμων είναι πάντα τέτοια, ώστε να γίνονται όχι μόνο αυτά, τα οποία θέλει ο νικητής, αλλά (ώστε) ακόμη να κάνει ο νικητής το χατίρι αυτών, με τη βοήθεια των οποίων κερδήθηκε η νίκη.
Ενεργώντας κάτω από την επιρ­ροή αυτών πολλοί (άλλοι), όχι μόνο αχρείοι αλλά και άπειροι, αν τον είχα τιμωρήσει, θα έλεγαν πως αυ­τό έγινε σκληρά και τυραννικά. Τώρα όμως καταλαβαίνω πως αν αυτός φτάσει στο στρατόπεδο του Μανλίου, όπου κατευθύνεται, δε θα υπάρξει κανείς τόσο ανόητος, που να μη βλέπει πως έγινε συνωμοσία, και κανείς τόσο αχρείος, που να μην το ομολογήσει.
   Β1.  
bellum civile             miserrimum     ipsum
victoribus                  feroci                  talis
exitu                           earum              auxilium
auctoritas                     plus                  huic
castrorum                    stultam

Β2.  
reddidisti                             sunto                        cogeretur
faciendum                            vult                         obsequentur
peperisti                        animadversum     και   animadversu
dixerint                            intellexisse                   perveniebatis
intende                             vidissemus                    fatebuntur

Γ1 α.
miserius: κατηγορούμενο στο nihil λόγω του συνδετικού ρήματος est
ferociores: κατηγορούμενο στο αντικείμενο    victores
bellorum: γενική υποκειμενική στο exitus
iis: αντικείμενο στο ρήμα obsequatur
id: υποκείμενο στο απαρέμφατο factum esse
fore: ειδικό απαρέμφατο αντικείμενο του ρήματος intellego
coniurationem: υποκείμενο στο απαρέμφατο esse factam

Γ1β.   in bellis, quae civilia sunt
Γ1γ.      Cicero scripsit bellorum enim civilium exitus tales esse semper, ut non solum ea
fierent, quae vellet victor, sed etiam ut victor obsequeretur iis, quorum auxilio
victoria parta esset.

Γ2α.  etiamsi natura tales non sint: δευτερεύουσα επιρρηματική παραχωρητική πρόταση που εκφέρεται με υποτακτική (non sint) γιατί εκφράζει μια υποθετική κατάσταση που κι αν  δεχτούμε ότι αληθεύει δεν αναιρεί το περιεχόμενο της κύριας πρότασης.
Ειδικότερα, εκφέρεται με υποτακτική ενεστώτα γιατί εξαρτάται από ρήμα αρκτικού χρόνου (cogantur) που εξαρτάται από το reddit και εκφράζει το σύγχρονο στο παρόν.

Γ2β. quae velit victor:   δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική πρόταση στο ea.Εκφέρεται με υποτακτική λόγω έλξης από το fiant, χρόνου ενεστώτα λόγω εξάρτησης από ρήμα αρκτικού χρόνου fiant  και εκφράζει το σύγχρονο στο παρόν . Συντακτικά λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός στην αντωνυμία ea.

Γ2γ.  Υπόθεση:   si ...pervenerit (si + υποτακτική παρακειμένου)
       Απόδοση:   intellego neminem tam stultum fore (ειδικό απαρέμφατο)
Ανεξάρτητος υποθετικός λόγος:
Υπόθεση: si ...pervenerit (si + οριστική συντελεσμένου μέλλοντα)
Απόδοση: nemo tam stultus erit (οριστική μέλλοντα)

Ο υποθετικός λόγος δηλώνει ανοικτή υπόθεση στο μέλλον.
Για να εκφράσουμε υπόθεση δυνατή ή πιθανή στο παρόν – μέλλον:
Υπόθεση:  Si ...perveniat ( si+ υποτακτική ενεστώτα)
Απόδοση:  nemo tam stultus sit.  (υποτακτική ενεστώτα). 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ 2013

                         ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 2013
Α1.     Επειδή βλέπουμε ότι κάθε πόλη-κράτος είναι ένα είδος κοινότητας και ότι κάθε κοινότητα έχει συσταθεί για την επίτευξη κάποιου αγαθού (πράγματι όλοι κάνουν τα πάντα για χάρη εκείνου που θεωρούν ότι είναι καλό), είναι φανερό ότι όλες (οι κοινότητες) επιδιώκουν κάποιο αγαθό, κυρίως όμως αυτή που είναι ανώτερη από όλες τις άλλες και κλείνει μέσα της όλες τις άλλες (έχει για στόχο της) το ανώτερο από όλα (τα αγαθά). Αυτή λοιπόν είναι (η κοινότητα) που ονομάζεται πόλη ή πολιτική κοινωνία.              
 Επειδή όμως η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων, όπως όλα εκείνα τα πράγματα που το καθένα τους είναι ένα όλον, αποτελούμενο όμως από πολλά μέρη, είναι φανερό ότι πρώτα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τι είναι ο πολίτης· γιατί η πόλη είναι ένα σύνολο από πολίτες. Επομένως, πρέπει να εξετάσουμε ποιον πρέπει να ονομάζουμε πολίτη και ποιος είναι ο πολίτης. Γιατί για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης διατυπώνονται πολλές φορές διαφορετικές μεταξύ τους γνώμες˙ δεν υπάρχει δηλαδή μια γενική συμφωνία για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης· με άλλα λόγια κάποιος, ενώ είναι πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, συχνά δεν είναι πολίτης σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα.
                                                                           ΜΟΝΑΔΕΣ 10


Β1.  Χρησιμοποιεί παραγωγικό συλλογισμό, για να αποδείξει ότι η «πόλις» είναι μια μορφή κοινωνικής συνύπαρξης που αποβλέπει  σε ένα αγαθό.
Ο συλλογισμός του έχει ως εξής:
1η προκείμενη: Κάθε πόλη είναι κοινωνία/μορφή κοινωνικής συνύπαρξης
                             (πᾶσαν πόλιν  ὁρῶμεν κοινωνίαν τινά οὔσαν)
2η προκείμενη:  Κάθε κοινωνία έχει συγκροτηθεί χάριν κάποιου αγαθού/αποβλέπει σε  
                              ένα αγαθό ( «πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν»)
Συμπέρασμα:  Άρα όλες οι κοινωνίες αποβλέπουν σε κάποιο αγαθό  και η κυριότατη   
                             από όλες –η οποία περιέχει όλες τις άλλες- αποβλέπει στο κυριότατο από  
                             όλα τα αγαθά.  Αυτή είναι η πόλη.
                             ( δῆλον ὡς πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ 
                               κυριωτάτου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καὶ πάσας περιέχουσα τὰς   
                             ἄλλας. Αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ καλουμένη πόλις καὶ ἡ κοινωνία ἡ πολιτική.)
                                                                                  ΜΟΝΑΔΕΣ 10

Β2.     Στην ενότητα 15 η διερεύνηση του θέματος γίνεται με την «αναλυτική» μέθοδο, αυτή δηλαδή που προσπαθεί να βρει τα συστατικά στοιχεία ενός πράγματος, με την ελπίδα ότι, αν διακρίνει καθαρά και καταλάβει εκείνα, θα μπορέσει να έχει τον ορισμό και του πράγματος που δεν είναι παρά μια σύνθεση εκείνων. Για να γίνει κατανοητή η έννοια της πόλης και για να μπορέσει να την ορίσει, πρέπει πρώτα να διερευνήσει την έννοια του πολίτη και τα χαρακτηριστικά του, αφού ο ρόλος του στην πολιτική τάξη είναι καθοριστικός.
    Η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων («τῶν συγκειμένων»), είναι δηλαδή ένα όλον («τι τῶν ὅλων») που αποτελείται από μέρη («ἐκ πολλῶν μορίων»), τους πολίτες.
 Ο Αριστοτέλης προσανατολίζει την εξέταση α) στη συγκέντρωση των χαρακτηριστικών που συνιστούν την έννοια του πολίτη (τίς ὁ πολίτης) και β) στον προσδιορισμό εκείνων που πρέπει να αναγνωριστούν ως πολίτες σε μια πόλη με κριτήρια την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική θέση κ.ά. (τίνα χρή καλεῖν πολίτην).
(«Ὥστε … οὐκ ἔστι πολίτης»): πρέπει να διερευνηθεί η έννοια «πολίτης», όχι μόνο για να γίνει κατανοητή η έννοια της πόλης, αλλά και για να διασαφηνιστεί το περιεχόμενο της έννοιας «πολίτης», για το οποίο δεν υπάρχει ομοφωνία. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι διαφορετικά νοείται ο πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα και διαφορετικά σε ένα ολιγαρχικό. Ποιος είναι πολίτης εξαρτάται από το πολίτευμα που ισχύει στην πόλη, γιατί πολίτης είναι αυτός που μετέχει στην άσκηση κάποιας εξουσίας. Επειδή όμως υπάρχουν διαφορετικά πολιτεύματα με διαφορετικά ποιοτικά γνωρίσματα, ο πολίτης ορίζεται ανάλογα με τα διαφορετικά γνωρίσματα του πολιτεύματος στης πόλης του. Έτσι, μπορεί κανείς να είναι πολίτης σε δημοκρατικό πολίτευμα, όχι όμως και σε ολιγαρχικό ή τυραννικό. Όπως θα εξηγήσει στη συνέχεια του Γ’ βιβλίου των Πολιτικών, γίνεται κανείς πολίτης σύμφωνα με τον όρο, δηλαδή τη βάση που καθορίζει το είδος του πολιτεύματος. Η αρετή, ο πλούτος και η ελευθερία είναι οι όροι που διακρίνουν τα πολιτεύματα της αριστοκρατίας, της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας αντίστοιχα και καθιστούν κάποιον πολίτη του πολιτεύματος αυτού. Για παράδειγμα, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα για να γίνει κανείς πολίτης χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε ελεύθερος, σε ένα ολιγαρχικό να διαθέτει μια συγκεκριμένη ποσότητα πλούτου μαζί με την ελευθερία και στο αριστοκρατικό να είναι ευγενικής καταγωγής, ανδρείος και πεπαιδευμένος μαζί με την ελευθερία επίσης. Η ελευθερία είναι αναγκαία και επαρκής συνθήκη για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του πολίτη στο δημοκρατικό πολίτευμα, ενώ στα άλλα πολιτεύματα είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής.
 Ο Αριστοτέλης διερευνά την έννοια του «πολίτη» με τη χρήση του σχήματος «άρσης - θέσης». Έτσι, πρώτα θα μας δώσει τα στοιχεία εκείνα που δεν αποδεικνύουν επαρκώς ότι κάποιος είναι πολίτης και στη συνέχεια θα παρουσιάσει το επαρκές στοιχείο για τον προσδιορισμό του. Τα στοιχεία, λοιπόν, που είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκή για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως πολίτη είναι:
α) Ο τόπος κατοικίας («οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν»): δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κάποιος πολίτης ανάλογα με το πού κατοικεί, γιατί στον ίδιο τόπο –εν προκειμένω, στην Αθήνα– μπορούσαν να κατοικούν και μέτοικοι και δούλοι, οι οποίοι όμως δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και συνεπώς δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν πολίτες.
β) Το δικαίωμα εμφάνισης κάποιου στο δικαστήριο ως ενάγοντος ή ως εναγόμενου («οὐδ’ οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες … καὶ δικάζεσθαι»): δεν μπορεί να θεωρηθεί κάποιος πολίτης, μόνο επειδή έχει το δικαίωμα να εμφανίζεται στο δικαστήριο ως ενάγων ή ως εναγόμενος. Κι αυτό, γιατί πολίτες άλλων πόλεων μπορούν να έχουν αυτό το δικαίωμα χάρη σε ειδικές συμφωνίες, γραπτές δηλαδή διατάξεις που ορίζουν πρωτίστως τις εμπορικές συμφωνίες ανάμεσα στους πολίτες διαφορετικών πόλεων. Σύμφωνα με αυτές έχουν το δικαίωμα να μεταβαίνουν στην άλλη πόλη, να παραμένουν εκεί και να διεκδικούν από τα δικαστήρια την απονομή δικαίου.
Μετά την αναφορά στα κριτήρια, που δεν αποδεικνύουν επαρκώς ότι κάποιος είναι πολίτης, ο Αριστοτέλης καταλήγει στα δύο επαρκή γνωρίσματα προσδιορισμού της έννοιας. Πολίτης, λοιπόν, είναι:
α) αυτός που συμμετέχει στη δικαστική εξουσία, που έχει δηλαδή το δικαίωμα να δικάζει ως μέλος δικαστηρίου και ειδικότερα του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας («μετέχειν κρίσεως») και
β) αυτός που συμμετέχει στην πολιτική εξουσία, αφενός δηλαδή στη διοίκηση του κράτους εκλέγοντας τους ηγέτες της πόλης του και αφετέρου μετέχοντας στα όργανα που λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις και νομοθετούν (βουλή, εκκλησία του δήμου) («μετέχειν ἀρχῆς»). Εν ολίγοις, ο «αριστοτελικός» πολίτης είναι αυτός που συμμετέχει στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική αρχή. Αυτή η συμμετοχή παρουσιάζεται από τον φιλόσοφο ως το σπουδαιότερο δικαίωμά του, διότι χάρη σε αυτό ο πολίτης διαχειρίζεται τα πολιτικά πράγματα, πολιτεύεται. Ισοδυναμεί με τη συμμετοχή στο σύνολο σχεδόν των λειτουργιών της πόλης - κράτους.
 Με δεδομένο ότι πόλη είναι ένα σύνολο πολιτών, που διαθέτει εξουσίες, διατηρείται ως ενιαία ολότητα που υπηρετεί τον τελικό της σκοπό, την ευδαιμονία, η οποία όμως προϋποθέτει αυτάρκεια, γιατί η αυτάρκεια που επιτυγχάνεται στην πόλη, όταν ικανοποιούνται όλες οι ανάγκες ζωής, είναι συνώνυμη με την ευτυχία, το «εὖ ζῆν» . Οι άνθρωποι, ως άτομα και σύνολα, επειδή είναι ελλιπή όντα, είναι δυνατόν να είναι ευτυχείς, μόνο αν είναι σε θέση να έχουν επάρκεια, την οποία βρίσκουν μέσα στην πόλη και από την πόλη. Η πολιτική κοινωνία ως πλήρης ύπαρξη, που δεν της λείπει τίποτε και μπορεί να εγγυηθεί το «εὖ ζῆν», είναι αποτέλεσμα της συνειδητής πολιτικής πράξης των πολιτών.   Η αυτάρκεια της πόλης συνδέεται με το «εὖ ζῆν», την ευδαιμονία των πολιτών, και δεν αφορά απλώς τα υλικά αγαθά και την εμπορική της ανάπτυξη, αλλά και την ύπαρξη αμυντικών δυνατοτήτων, συστήματος χρηστής διοίκησης και απονομής δικαιοσύνης. Έτσι, η πόλη καθίσταται αυτόνομη σε όλους τους τομείς.
   Η πόλη, επομένως, είναι: α) το σύνολο των πολιτών που έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην πολιτική και δικαστική εξουσία και  β) το σύνολο των πολιτών που είναι αρκετοί στον αριθμό και ικανοί στην αξιοσύνη, την αρετή (διανοητική και ηθική), όχι τυχαίοι και ανάξιοι, ικανοί να εξασφαλίζουν αυτάρκεια στην πόλη.
 Η πόλη είναι ένα σύνολο από ενεργούς πολίτες.
                                                                            ΜΟΝΑΔΕΣ 10

Β3.     Μιλώντας για την πόλιν ο Αριστοτέλης δηλώνει καθαρά ότι τη θεωρεί μία από τις κοινωνικές οντότητες (ομάδες συνύπαρξης) των ανθρώπων. Η πρώτη ήταν, κατά τη διδασκαλία του, η οικογένεια (οἰκία, οἶκος), το αποτέλεσμα του φυσικού "συνδυασμού" άρρενος και θήλεος· σκοπός της ήταν η ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών του ανθρώπου. Η δεύτερη ήταν το χωριό (η κώμη), η κοινωνία που σχηματίστηκε από πλείονας οἰκίας για την ικανοποίηση αναγκών ανώτερων από τις καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου. Τέτοιες ήταν, βέβαια, οι πνευματικότερες ανάγκες του, π.χ. η ανάγκη για λατρεία του θείου ή για απόδοση της δικαιοσύνης· η οικογένεια δεν μπορούσε να έχει ούτε τυπικό λατρείας, λατρευτικές δηλαδή ιεροτελεστίες, ούτε μηχανισμό απόδοσης δικαιοσύνης. Η τρίτη κοινωνική οντότητα ήταν η πόλις.
    Μέσα στη λέξη αυτή ο αρχαίος 'Ελληνας άκουγε καθαρά τη λέξη τέλος, μια λέξη που δήλωνε τον σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένο το καθετί, τον προορισμό του. Είναι φανερό ότι με αυτή τη σημασία η λέξη δεν δήλωνε ό,τι η δική μας λέξη τέλος· ίσα ίσα δήλωνε τη στιγμή της τελείωσης, της ακμής, της ολοκλήρωσης. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση του κειμένου μας το επίθετο τέλεια λέγεται σε σχέση με την ολοκλήρωση του εξελικτικού κύκλου που παρακολουθούμε (οἰκία - κώμη - πόλις)· με το νόημα αυτό η στιγμή της ολοκλήρωσης δηλώνει και το τέλος της εξέλιξης (η οποία όμως δεν οδηγεί σε μια τελική φθορά, αλλά σε μια τελική ολοκλήρωση). 
 Η ολοκλήρωση των κοινωνικών οντοτήτων είναι η πόλη «αφού αυτή είναι και το τέλος εκείνων». Αλλά και η ολοκλήρωση, το τέλος του ανθρώπου, είναι η πολιτική του ταυτότητα.  
 Η πορεία προς την κατάκτηση αυτού του στόχου ονομάζεται εντελέχεια. Ο στόχος, λοιπόν, της πόλης είναι να διασφαλίσει τη ζωή και συγκεκριμένα την καλή ζωή («συγκροτήθηκε για να διασφαλίζει τη ζωή, υπάρχει για να εξασφαλίζει την καλή ζωή εκ φύσεως»).
   Τελικός λόγος: ο τελικός σκοπός για τον οποίο υπάρχει από τη φύση ένα πράγμα είναι κάτι το έξοχο, κάτι το άριστο. Για την πόλη τελικός σκοπός είναι η αυτάρκεια, που είναι κάτι το άριστο, καθώς οδηγεί τον άνθρωπο στην ευδαιμονία («Ο τελικός λόγος για τον οποίο υπάρχει ένα πράγμα είναι κάτι το έξοχο, και η αυτάρκεια είναι τελικός στόχος και, άρα, κάτι το έξοχο»).
   Οι πρώτες κοινωνικές οντότητες (δηλαδή η «οἰκία» και η «κώμη») είναι φυσικές υπάρξεις, υπάρχουν εκ φύσεως.
  Η «πόλις» προήλθε από τις πρώτες κοινωνικές οντότητες  και ως ολοκλήρωση αυτών  είναι η πασῶν κυριοτάτη και πάσας περιέχουσα τάς ἄλλας»,  επομένως η «πόλις» υπάρχει εκ φύσεως  

                                                                      ΜΟΝΑΔΕΣ 10
 Β4.
1.      Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η αρχαία ελληνική  λέξη πόλις δεν είχε τη σημασία που έχει η δική μας λέξη "πόλη".
2.      Η αρχαία ελληνική λέξη πόλις αντιστοιχεί μάλλον στη δική μας έννοια "κράτος".
3.      Αυτή η πόλις - κράτος είναι στα Πολιτικά μια κοινότητα που την αποτελούν κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, ἄρχοντες και ἀρχόμενοι.
4.      Είναι ένα όλον που το αποτελούν, όπως θα δούμε, μέρη·
5.      τα μέρη αυτά δεν χάνουν μέσα στο όλον τη δική τους φυσιογνωμία.
6.      Ως όλον λοιπόν η πόλις - κράτος αποτελείται από ανόμοια μεταξύ τους στοιχεία·
7.      μερικά από αυτά ασκούν εξουσία, τα άλλα υπακούουν.
8.      Ως όλον η πόλις έχει για στόχο της την ευδαιμονία,
9.      κι αυτή πάλι είναι το αποτέλεσμα της αυτάρκειας,
10.   της απόλυτης μακάρι ανεξαρτησίας από οτιδήποτε βρίσκεται έξω από την πόλιν.
ΜΟΝΑΔΕΣ 10

 Β5. 
ενόραση:          ὁρῶμεν,
 σύσταση:        συνεστηκυῖαν, συνεστώτων
κατάσχεση:    περιέχουσα, μετέχοντες / ὑπέχειν / μετέχειν
σύγκλητος:     καλουμένη, καλεῖν
κειμήλιο:          συγκειμένων
σκόπιμος:        σκεπτέον  
άρχοντας:        ὑπάρχειν,   ἀρχή
άφαντος:          φανερόν  
ρητό:                 λέγομεν, εἰπεῖν
άφιξη:                ἱκανόν
                                                                                   ΜΟΝΑΔΕΣ 10
   
Γ1.     Αδίδακτο κείμενο     (Ενδεικτική μετάφραση)
Δεν καταγγέλλεται λοιπόν από κάποιους μετοίκους και από υπηρέτες τίποτε μεν σχετικά με τις Ερμές, αλλά μόνον ότι από νεαρούς σε κατάσταση μέθης και με διάθεση παιχνιδιού (ή: χάριν αστεϊσμού) είχαν γίνει πρωτύτερα κάποιοι ακρωτηριασμοί άλλων αγαλμάτων, και ακόμη ότι τα Ελευσίνια Μυστήρια τελούνται σε σπίτια για διακωμώδηση (ή: χλευασμό/προσβολή)· γι’ αυτά κατηγορούσαν και τον Αλκιβιάδη. Και αυτά αφού τα υιοθέτησαν (ή: έλαβαν υπόψη) αυτοί που ήταν ιδιαίτερα εχθρικοί (ή: αντίθετοι/ μισούσαν)  με τον Αλκιβιάδη, που τους εμπόδιζε να γίνουν οι ίδιοι με σιγουριά ηγέτες της δημοκρατικής παράταξης και επειδή νόμισαν ότι, αν τον εξόριζαν (ή: έδιωχναν),  θα ήταν πρώτοι,  μεγαλοποιούσαν (το γεγονός) και φώναζαν ότι τάχα και τα μυστήρια και ο ακρωτηριασμός(ή: αποκοπή) των Ερμών έγιναν με στόχο την κατάλυση της δημοκρατίας και ότι τίποτε από αυτά δεν συνέβη που να μην διαπράχθηκε με τη συμμετοχή του, επικαλούμενοι (ή: παραθέτοντας), επιπλέον, ως αποδείξεις 
                                                                 ΜΟΝΑΔΕΣ 20

Γ2.
τινά, ὕβριν, οὖσι(ν), μάλα, ἐπαιτιῶ, ὑποληφθεῖσι(ν), ἐξελῷεν, βοᾶν, ἔσται, πεπράχθω.
                                                                       ΜΟΝΑΔΕΣ 10
 Γ3α.
περὶ τῶν Ἑρμῶν:        εμπρόθετος  προσδιορισμός της αναφοράς στο ρήμα μηνύεται
ὑπὸ τῶν νεωτέρων:   εμπρόθετος προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου στη  
                                        μετοχή γεγενημέναι
τὰ μυστήρια:              υποκείμενο προτασσόμενο στο ρήμα «ποιεῖται» (αττική σύνταξη)
τὸν Ἀλκιβιάδην:       αντικείμενο στο ρήμα ἐπῃτιῶντο
δήμου:                          γενική αντικειμενική στο καταλύσει
αὐτοῦ:                          γενική υποκειμενική στο παρανομίαν
                                                                 ΜΟΝΑΔΕΣ 10
Γ3β.         « (καί νομίσαντες), εἰ αὐτόν ἐξελάσειαν, πρῶτοι ἂν εἶναι» : 
                  Πλάγιος (ή εξαρτημένος) υποθετικός λόγος
            ΄  Η απόδοση του υποθετικού λόγου είναι σε πλάγιο λόγο, στο ειδικό δυνητικό    
                απαρέμφατο  «ἄν εἶεν»
              Υπόθεση:    εἰ αὐτόν ἐξελάσειαν
              Απόδοση:    πρῶτοι ἂν εἶεν   (ή:  ἄν εἴησαν).  
         Ως προς το είδος ο Υποθετικός Λόγος δηλώνει την απλή σκέψη του λέγοντος.
                                                                  ΜΟΝΑΔΕΣ 10   

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2013

 Διδαγμένο κείμενο    Ἀριστοτέλους Πολιτικά (Α1,1/Γ1,2/Γ1,3-4/6/12)
Ἐπειδὴ πᾶσαν πόλιν ὁρῶμεν κοινωνίαν τινὰ οὖσαν καὶ πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν (τοῦ γὰρ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ χάριν πάντα πράττουσι πάντες), δῆλον ὡς πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ κυριωτάτου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καὶ πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας. Αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ καλουμένη πόλις καὶ ἡ κοινωνία ἡ πολιτική. Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις τῶν συγκειμένων, καθάπερ ἄλλο τι τῶν ὅλων μὲν συνεστώτων δ’ ἐκ πολλῶν μορίων, δῆλον ὅτι πρότερον ὁ πολίτης ζητητέος· ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν. Ὥστε τίνα χρὴ καλεῖν πολίτην καὶ τίς ὁ πολίτης ἐστὶ σκεπτέον. Καὶ γὰρ ὁ πολίτης ἀμφισβητεῖται πολλάκις· οὐ γὰρ τὸν αὐτὸν ὁμολογοῦσι πάντες εἶναι πολίτην· ἔστι γάρ τις ὃς ἐν δημοκρατίᾳ πολίτης ὢν ἐν ὀλιγαρχίᾳ  πολλάκις οὐκ ἔστι πολίτης. Ὁ πολίτης οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν (καὶ γὰρ μέτοικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως), οὐδ’ οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες οὕτως ὥστε καὶ δίκην ὑπέχειν καὶ δικάζεσθαι (τοῦτο γὰρ ὑπάρχει καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινωνοῦσιν)· ... πολίτης δ’ ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς. ... Τις μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως, πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.
Α1. Από το παραπάνω κείμενο να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του αποσπάσματος:
 «Ἐπειδὴ πᾶσαν πόλιν ..... οὐκ ἔστι πολίτης.».
                                                                                            Μονάδες 10
Β1. Ποια είναι η δομή του συλλογισμού, με τον οποίο ο Αριστοτέλης ορίζει την πόλη ως την τελειότερη μορφή κοινωνίας;
                                                                                          Μονάδες 10
Β2. Γιατί ο Αριστοτέλης επιδιώκει να προσδιορίσει την έννοια του πολίτη και πώς ορίζει τη σχέση του πολίτη με την πόλη;
                                                                                             Μονάδες 10  
Β3. Με βάση το κείμενο που σας δίνεται και το παρακάτω μεταφρασμένο  απόσπασμα, να εξηγήσετε γιατί, κατά τον Αριστοτέλη, η πόλη είναι «κοινωνική οντότητα τέλεια» και γιατί υπάρχει «εκ φύσεως».
                                             ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
                                            Ο άνθρωπος είναι ζῷον πολιτικόν
Η κοινωνική οντότητα που προήλθε από τη συνένωση περισσότερων χωριών είναι η πόλη, μια κοινωνική οντότητα τέλεια, που μπορούμε να πούμε ότι πέτυχε τελικά την ύψιστη αυτάρκεια· συγκροτήθηκε για να διασφαλίζει τη ζωή, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει για να εξασφαλίζει την καλή ζωή. Η πόλη, επομένως, είναι κάτι που ήρθε στην ύπαρξη εκ
φύσεως, όπως ακριβώς και οι πρώτες κοινωνικές οντότητες, αφού αυτή είναι το τέλος εκείνων κι αφού αυτό που λέμε φύση ενός πράγματος δεν είναι παρά η μορφή που αυτό έχει κατά τη στιγμή της τελείωσης, της ολοκλήρωσής του: αυτό δεν λέμε, πράγματι, πως είναι τελικά η φύση του κάθε πράγματος, π.χ. του ανθρώπου, του αλόγου ή του σπιτιού, η μορφή δηλαδή που το κάθε πράγμα έχει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία;
                                                                                           Αριστοτέλους Πολιτικά (Α2, 5)
                                                                                                  Μονάδες 10
Β4. Ποια είναι η σημασία της λέξης «πόλη» στα Πολιτικά του Αριστοτέλη και ποιοι είναι οι στόχοι της;
                                                                                                 Μονάδες 10
Β5. Να βρείτε στο παραπάνω πρωτότυπο διδαγμένο κείμενο μία ετυμολογικά συγγενή λέξη, απλή ή σύνθετη, για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις της νέας ελληνικής:
ενόραση, σύσταση, κατάσχεση, σύγκλητος, κειμήλιο, σκόπιμος, άρχοντας, άφαντος, ρητό, άφιξη.
                                                                                               Μονάδες 10
                                                             Γ. Αδίδακτο κείμενο
                                                          Θουκυδίδου Ἱστοριῶν Ζ 28
Μηνύεται οὖν ἀπὸ μετοίκων τέ τινων καὶ ἀκολούθων περὶ μὲν τῶν Ἑρμῶν οὐδέν, ἄλλων δὲ ἀγαλμάτων περικοπαί τινες πρότερον ὑπὸ νεωτέρων μετὰ παιδιᾶς καὶ οἴνου γεγενημέναι, καὶ τὰ μυστήρια ἅμα ὡς ποιεῖται ἐν οἰκίαις ἐφ’ ὕβρει· ὧν καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην ἐπῃτιῶντο. καὶ αὐτὰ ὑπολαμβάνοντες οἱ μάλιστα τῷ Ἀλκιβιάδῃ ἀχθόμενοι ἐμποδὼν ὄντι σφίσι μὴ αὐτοῖς τοῦ δήμου βεβαίως προεστάναι, καὶ νομίσαντες, εἰ αὐτὸν ἐξελάσειαν, πρῶτοι ἂν εἶναι,
ἐμεγάλυνον καὶ ἐβόων ὡς ἐπὶ δήμου καταλύσει τὰ τε μυστικὰ καὶ ἡ τῶν Ἑρμῶν περικοπὴ γένοιτο καὶ οὐδὲν εἴη αὐτῶν ὅτι οὐ μετ’ ἐκείνου ἐπράχθη, ἐπιλέγοντες τεκμήρια τὴν ἄλλην αὐτοῦ ἐς τὰ ἐπιτηδεύματα οὐ δημοτικὴν παρανομίαν.
μεγαλύνω: μεγαλοποιώ
δημοτική: δημοκρατική  
Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του παραπάνω κειμένου.
                                                                  Μονάδες 20
Γ2. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον τύπο που ζητείται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις:
τινων : την αιτιατική ενικού στο θηλυκό γένος
ὕβρει : την αιτιατική ενικού
ὄντι : τη δοτική πληθυντικού στον ίδιο τύπο
μάλιστα : τον θετικό βαθμό του ιδίου τύπου
ἐπῃτιῶντο : το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα στην ίδια φωνή
ὑπολαμβάνοντες : τη δοτική πληθυντικού της μετοχής του αορίστου της παθητικής φωνής στο ίδιο γένος
ἐξελάσειαν : το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της ευκτικής του μέλλοντα στην ίδια φωνή
ἐβόων : το απαρέμφατο του ενεστώτα στην ίδια φωνή
εἴη : το γ΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του μέλλοντα
ἐπράχθη : το γ΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του παρακειμένου στην ίδια φωνή.
                                                                                  Μονάδες 10
Γ3α.  Να γίνει πλήρης συντακτική αναγνώριση των παρακάτω τύπων και φράσεων:
περὶ τῶν Ἑρμῶν, ὑπὸ νεωτέρων, τὰ μυστήρια, τὸν Ἀλκιβιάδην, δήμου (το δεύτερο στο κείμενο), αὐτοῦ (μονάδες 6).
Γ3β. Να γράψετε τον υποθετικό λόγο του κειμένου (μονάδες 2) και να τον χαρακτηρίσετε ως προς το είδος του (μονάδες 2).

                                                                  Μονάδες 10

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΜΑΙΟΣ 2013


                                                                ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ
ΘΕΜΑ Α1
Να δώσετε το περιεχόμενο των ακόλουθων όρων:
α. Πολιτοφυλακή της Κρήτης
β. Κοινωνιολογική Εταιρεία
γ. Συνθήκη του Νεϊγύ
                                                                                    Μονάδες 15
ΘΕΜΑ Α2
Να συνδυάσετε τα ονόματα των προσωπικοτήτων με τα αξιώματα, τα οποία αυτές κατείχαν, αντιστοιχίζοντας κάθε φορά ένα γράμμα της πρώτης στήλης με έναν αριθμό της δεύτερης στήλης (Περισσεύουν δύο ονόματα).

ΣΤΗΛΗ Α
ΣΤΗΛΗ Β
α. Κωνσταντίνος Φούμης
1. Αρχηγός Γαλλικού Κόμματος
β. Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
2. Αρχηγός Ορεινών
γ. Ιωάννης Κωλέττης
3. Αρχηγός Πεδινών
δ. Γερμανός Καραβαγγέλης
4. Υπουργός της «Προσωρινής
Κυβέρνησης της Κρήτης»
ε. Δημήτριος Βούλγαρης
5. Μητροπολίτης Αμάσειας
στ. Επαμεινώνδας Δεληγιώργης

ζ. Κωνσταντίνος Κανάρης


                                                                                       Μονάδες 10
ΘΕΜΑ Β1
Ποιες πολιτικές εξελίξεις σημειώθηκαν στην Ελλάδα από το τέλος του πολέμου του 1897 μέχρι την εκδήλωση του κινήματος στο Γουδί (1909);
                                                                                       Μονάδες 12
ΘΕΜΑ Β2
Ποιες πρωτοβουλίες ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης για την ίδρυση Ποντιακής Δημοκρατίας;
                                                                                      Μονάδες 13
                                                          

                                                    ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΘΕΜΑ Γ1
Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται, να παρουσιάσετε τις ακόλουθες πτυχές του αγροτικού ζητήματος στη Θεσσαλία:
α) Τις πρακτικές των ιδιοκτητών των τσιφλικιών (μονάδες 6)  
β) Τις θέσεις του Τρικούπη και του Δηλιγιάννη στο ζήτημα αυτό
(μονάδες 6)
γ) Τα προβλήματα και τις διεκδικήσεις των κολίγων (μονάδες 7), καθώς και την εξέλιξη του ζητήματος αυτού από το 1907 μέχρι και το 1910
(μονάδες 6).
                                                                                                                           Μονάδες 25
                                                                 ΚΕΙΜΕΝΟ Α
         [Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΙΩΝ» ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ ΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ 
                             ΤΣΙΦΛΙΚΑΔΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ]
     Καὶ ὅμως τίς θὰ πίστευε ὅτι οἱ νέοι κύριοι τῶν χωρίων, οἱ ἀπὸ τῆς [Ὑψηλῆς] Πύλης ἀγοράσαντες ταῦτα, εἰσίν ἀπαιτητικώτεροι τῶν Τούρκων πρὸς τοὺς […] Ἕλληνας γεωργούς; Παρὰ τοῖς Τούρκοις ἀνεγνωρίζετο τοῖς χωρικοῖς ἡ κυριότης τῆς οἰκίας καὶ τῆς περιοχῆς αὐτῆς […] Ἀλλὰ οἱ νέοι κύριοι […] ἐκβιάζουσιν τοὺς δυστυχεῖς νὰ τοὺς πληρώνουσι ἐνοίκιον διὰ τὰς οἰκίας, εἰς ἃς κατοικοῦσιν καὶ ἃς οἱ χωρικοί θεωροῦσι πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὡς ἰδίας. Ἀλλὰ αἱ ἐνστάσεις τῶν χωρικῶν εἰς μάτην. Ἐπιδείκνυται αὐτοῖς τὸ τῆς ἀγοραπωλησίας ἔγγραφον, ἐν ᾧ 1 καὶ αἱ οἰκίαι ἐπωλήθησαν τῷ νέῳ κυρίῳ.
Ζ. Δ. Παπαδημητρίου, «Το αγροτικό ζήτημα και η δράση του Μαρίνου Αντύπα στη Θεσσαλία», στο: Π. Πετράτος (επιμ.), Μαρίνος Αντύπας (1872- 1907), Επιστημονικό Συνέδριο, Αγία Ευφημία, 16-19 Μαρτίου 2006,  Πρακτικά, τόμ. Α΄, Αγία Ευφημία: Δήμος Πυλαρέων, 2009, σσ. 157-158.
                                                                 ΚΕΙΜΕΝΟ Β
       [ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΟ 
               ΑΓΡΟΤΙΚΟ  ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ]
        Ὁ ἴδιος ὁ Τρικούπης διευκρίνιζε μὲ σαφήνεια τὴ στάση του στὴ βουλή:
«… ἐὰν ἐπιβάλωμεν τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ὅπως μοῦ τὸ ζητεῖτε, θὰ ἐκδιώξωμεν ἐξ Ἑλλάδος τὸ χρῆμα τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀντιθέτως, ὀφείλομεν νὰ προσελκύσωμεν τὰ κεφάλαια αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἐκφοβίσωμεν… Ἡ κατάστασις εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, διότι τοῦτο ἀπαιτοῦν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς χώρας μας…»[…]
    Μόνο ὁ Δηλιγιάννης, λόγω τῆς μόνιμης ἐχθρότητάς του ἔναντι τῶν «πλουτοκρατῶν τῆς διασπορᾶς», ἐπιχείρησε τὸ 1896 νὰ περάσει ἀπὸ τὴ βουλὴ ἕνα νόμο γιὰ τὴν ἀπαλλοτρίωση ἑνὸς μέρους τῶν τσιφλικιῶν ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν τους. […] Ἡ κατάθεση καὶ μόνο τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τοῦ Δηλιγιάννη τὸ 1896 στὴ βουλή ἦταν στὴν πραγματικότητα ἡ πρώτη ἐπίσημη ἀναγνώριση, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ὅτι ὑπῆρχε πρόβλημα μεγάλης γαιοκτησίας στὴ βόρεια Ἑλλάδα, τὸ «θεσσαλικὸ πρόβλημα».
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐθνους, τομ. ΙΔ΄: Νεώτερος Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸ 1881 ὣς τὸ 1913, Αθήνα: Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, 2 2000, σσ. 70, 72.
1 Ἐν ᾧ: Με το οποίο.
                                               ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
           ΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΓΩΝΑ
Το Φεβρουάριο του 1910 τα μέλη της Πανθεσσαλικής Επιτροπής Αγώνα υπέβαλαν υπόμνημα στο βασιλιά Γεώργιο Α΄, επιδιώκοντας την παρέμβασή του: «… Δεν είμεθα κύριοι της γης, ην καλλιεργούμεν, ούτε της καλύβης, ένθα διαμένομεν […] και ούτε μας επιτρέπουσιν ελευθέραν ιδιοκτησίαν. […] Μας εξωθούσιν2, όταν θέλωσι και με τα κινητά πράγματα ημών και με τα μέλη της οικογενείας, περιφερόμεθα από χωρίου εις χωρίον, ώσπερ Αθίγγανοι. Ο γεωργικός πληθυσμός ελαττούται, η δε γεωργία ολοταχώς οπισθοδρομεί. Η τοκογλυφία ακμάζει και η ελονοσία μας θερίζει. Και όμως ευρισκόμεθα πλησίον των συνόρων. Είμεθα οι Ακρίται. Όταν όμως η αγροτική τάξις είναι ευχαριστημένη εκ της θέσεώς της, τότε το καθεστώς είναι περισσότερον εξησφαλισμένον. Καλλίτερος δε βασιλεύς είναι εκείνος, όστις καθιστά την ύπαιθρον γόνιμον χώραν. Εν Δανία η δουλοπαροικία κατηργήθη από του 1788 έτους και στήλη ελευθερίας υπενθυμίζει το γεγονός τούτο. Διατί να μη στηθή [στήλη ελευθερίας] και εν Ελλάδι;»
Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, 6ο ς τόμος: Η εθνική ολοκλήρωση (1909-1922). Από το κίνημα στο Γουδί ως την Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 273.
ΘΕΜΑ Δ1
Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται, να παρουσιάσετε:
α) Την αστική στέγαση των προσφύγων, όπως αυτή ξεκίνησε, με πρωτοβουλία του κράτους και της ΕΑΠ, από την Αθήνα και τον Πειραιά, με τη δημιουργία νέων συνοικισμών (μονάδες 13) και
β) τον τρόπο στέγασης των ευπόρων προσφύγων, καθώς και των απόρων που δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί (μονάδες 12).
                                                                                                      Μονάδες 25
                                                   ΚΕΙΜΕΝΟ Α
                            [Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ]
    Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Καισαριανή αντανακλά τη γενική κατάσταση στην Ελλάδα, της αδιαφορίας και της εγκατάλειψης. Η μοναδική παρηγοριά των κατοίκων ήταν ο καθαρός αέρας. Ίσως αν δεν υπήρχε το φυσικό αυτό δώρο να είχε νεκρωθεί ο συνοικισμός, καθώς οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίζονται από άθλιες έως αβίωτες.
    Αρχικά οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε σκηνές, όπου παρέμειναν για αρκετό χρονικό διάστημα. Κατόπιν κατασκευάστηκαν από το κράτος 500 ξύλινα παραπήγματα και 1000 πλινθόκτιστα δωμάτια. Η επιτροπή αποκαταστάσεως ανέλαβε να βελτιώσει τη θέση των προσφύγων και κατασκεύασε 350 σπίτια με τρεις ή τέσσερις κατοικίες διαφόρων τύπων. […]
Η κατάσταση των ανθρώπων που έμεναν στα παραπήγματα ήταν απελπιστική, αρκεί να σημειωθεί ότι σε κάθε ξύλινο σπιτάκι κατοικούσαν δύο οικογένειες. […]
Η ύδρευση του προσφυγικού αυτού πληθυσμού γινόταν με βυτία του δήμου και τις ελλείψεις τις αναπλήρωναν οι υδροπώλες, οι οποίοι εμπορεύονταν το νερό. […]
Στο μεγάλο ρεύμα3 οι ακαθαρσίες, τα σκουπίδια, τα ράκη της ταπητουργίας παρουσίαζαν φρικτό θέαμα.
Σπ. Τζόκας, «Η ένταξη των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία και η εγκατάσταση στην Καισαριανή», στο: Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα. Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα. Επιστημονικό Συμπόσιο (11 και 12 Απριλίου 1997), Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, χ. χ., σ. 123.
                                              ΚΕΙΜΕΝΟ Β
                                [Η ΣΤΕΓΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΠΟΡΩΝ]
Πολύ λίγοι [πρόσφυγες] είναι σε θέση να ξεφύγουν από τη λύση της πρόχειρης κατασκευής νοικιάζοντας ή ακόμη καλύτερα αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την οικοδόμηση των κατοικιών τους. Στους τελευταίους παρέχονται οικόπεδα και δάνεια, ενώ το κράτος αναλαμβάνει τα έργα υποδομής. Οι περιπτώσεις της Νέας Σμύρνης, της Καλλίπολης και της Νέας Καλλικράτειας (στο νότιο άκρο της Πειραϊκής) ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία.
Το παράδειγμα της Νέας Σμύρνης είναι χαρακτηριστικό. Σμυρναίοι πρόσφυγες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα στην πατρίδα τους οργανώνονται το 1923 και σε ένα χρόνο πετυχαίνουν την απαλλοτρίωση περιοχής ανατολικά της λεωφόρου Συγγρού. Το 1925 αρχίζει η οικοδόμηση σύμφωνα με το Σχέδιο Καλλιγά που προέβλεπε μεγαλύτερο πλάτος δρόμων.
Γ. Τζεδόπουλος (επιμ.), Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες Πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων. Αθήνα: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, 2 2007, σσ. 86-87.
                                           ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
                         [Η ΤΕΝΕΚΕΔΟΥΠΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ]
Ένα ολόκληρο χωριό, αποτελούμενο από μικροσκοπικά τενεκεδόσπιτα ξεπήδησε στα προάστεια της Θεσσαλονίκης, προσφέροντας μια πρωτόγονη στέγη σε τετρακόσιες οικογένειες, δηλαδή σε πάνω από δύο χιλιάδες άτομα.
[…] [Οι καλύβες] είναι […] απερίγραπτα στενάχωρες. Με τον τρόπο που έχουν κατασκευαστεί είναι αδύνατο να είναι αεροστεγείς το χειμώνα κι έτσι είναι κρύες και υγρές. Το καλοκαίρι ο καυτερός ήλιος που πέφτει στις τσίγκινες στέγες μετατρέπει τις παράγκες σε σωστούς φούρνους. Όσο θλιβερά κι αν είναι αυτά τα καταλύματα, προσφέρουν κάποιου είδους προστασία στους ενοίκους τους. […] Όμως και στην καλύτερη περίπτωση […] δεν αντιπροσωπεύουν παρά την κατώτατη βαθμίδα της πολιτισμένης ζωής.
H. Morgenthau, H Aποστολή μου στην Αθήνα. 1922-Το έπος της εγκατάστασης, μετ. Σ. Κασεσιάν, Αθήνα:Τροχαλία, 1994, σσ. 342-344.
2 Μας εξωθούσιν: Μας κάνουν έξωση.  
 3  Ρεύμα: Ρέμα, κοίτη χειμάρρου.