Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Βαρλάμ Σαλάμοφ Ιστορίες από την Κολιμά


    
Ένα από τα υπέροχα βιβλία που διάβασα αυτές τις μέρες είναι οι Ιστορίες από την Κολιμά  του Βαρλάμ Σαλάμοφ, των εκδόσεων  Ίνδικτος.  Προβληματίστηκα για το κατά πόσον το συγκεκριμένο βιβλίο  είναι λογοτεχνία αφού δεν είναι μυθοπλασία αλλά  ένα ντοκουμέντο από τη ζωή των εκτοπισμένων στα σταλινικά γκουλάγκ της Κολιμά. Από την άλλη η σπουδαία λογοτεχνία είναι ακριβώς αυτό: Διαλεκτικά και αξεδιάλυτα συνδεμένη με την ανθρώπινη καθημερινότητα, αριστοτεχνικά υφασμένη στον καμβά της τέχνης. 
 
«Τα γραπτά μου αφορούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά που Εξυπερύ στον ουρανό ή του Μέλβιλ στη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πώς να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ τα αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός από την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές και ανώνυμο».
      Οι ήρωες του Σαλάμοφ είναι πρόσωπα υπαρκτά, με τις ζωές τους, τη δραστηριότητά τους, την τραγική μοίρα τους  για τα οποία συχνά  χρησιμοποιεί ονόματα ποιητών, συγγραφέων, λογοτεχνικών ηρώων. Περιγράφει σκηνές από τη ζωή τους στα χρυσωρυχεία και αλλού, όπου με εξαίρεση τα κρεματόρια δεν υπάρχει διαφορά από τα αντίστοιχα ναζιστικά στρατόπεδα. Γράφει για τη μέσα και την έξω παγωνιά, τη διαρκή πείνα, τις εν ψυχρώ δολοφονίες των κρατουμένων.  Διανοούμενοι, κομματικοί, τεχνίτες, αγρότες, αιχμάλωτοι πολέμου εξοντώνονται  στα στρατόπεδα του  Αρκτικού Βορρά:  «Από το πρώτο λεπτό της φυλακής μου έγινε ξεκάθαρο ότι στις συλλήψεις δεν γίνονταν λάθη, ότι συμβαίνει σχεδιασμένη εξόντωση ολόκληρης ‘κοινωνικής ομάδας’, όλων όσοι από τη ρωσική ιστορία των τελευταίων χρόνων θυμούνταν ό,τι δεν έπρεπε να θυμούνται. Το κελί ήταν πήχτρα από στρατιωτικούς, παλιούς κομμουνιστές, που μετατράπηκαν σε ‘εχθρούς του λαού’».  Ποτέ κανένας δεν έφυγε από την Κολιμά έχοντας εκτίσει την αρχική ποινή του. Πάντα θα έπαιρνε μία δεύτερη ή μία τρίτη. Σύλληψη και δίκη ενώ κάποιος εκτίει ήδη ποινή, ήταν μια καινοτομία που συνηθιζόταν πολύ στη ρωσική προσέγγιση της τιμωρίας, με αποτέλεσμα να μειώνεται δραματικά ο αριθμός εκείνων που επιβίωναν και επέστρεφαν, έστω και μετά από αρκετά χρόνια, στην κανονική τους ζωή. 
Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ πέρασε στην Κολιμά δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια όπου εξορίστηκε επειδή διακίνησε το Γράμμα του Λένιν προς το Συνέδριο, όπου θιγόταν η προσωπικότητα του Στάλιν, και μετά, μια από τις ποινές του, τον καταδίκασε και πάλι επειδή ισχυρίστηκε ότι ο Ιβάν Μπούνιν ήταν κλασικός συγγραφέας! 
   Ο μάρτυρας της Κολιμά που περιέγραψε μια εποχή στην Κόλαση μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά από την Ελένη Μπακοπούλου.  145 «Ιστορίες από την Κολιμά», το στρατόπεδο εργασίας της Σοβιετικής Ενωσης, όπου έζησαν - στο όριο του θανάτου - εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατά τις δεκαετίες 1930-1950. 1968 σελίδες (!) που διαβάζονται εύκολα, σε  χαρτί πολύ λεπτό. 

Ο Σαλάμοφ δεν κατηγορεί το σταλινισμό και τον κομμουνισμό,  αφού, άλλωστε, και ο ίδιος ήταν με τον τρόπο του «κομμουνιστής. Αυτό που ανακάλυψε στα στρατόπεδα ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος. Γράφει: «Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα -η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σ’ αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού (...), σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα». 
 Αντιμετωπίζει με κάποια υποτίμηση τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων του  Ντοστογιέφσκι, γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν συνάντησε και δεν γνώρισε ανθρώπους του αυθεντικού κόσμου των κακοποιών.  Η εποχή του Ντοστογιέφσκι ήταν διαφορετική, και το τότε κάτεργο δεν είχε φτάσει σε τέτοια αναβάθμιση, σαν αυτή που διηγήθηκε ο Σαλάμοφ. Ό,τι συμβαίνει εδώ είναι υπερβολικά ασυνήθιστο, απίστευτο, και το φτωχό ανθρώπινο μυαλό δεν είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένη μορφή στην εδώ ζωή.  Οι κακοποιοί,  φονιάδες, κλέφτες, κλπ,  είχαν ειδικό ρόλο στο στρατόπεδο. Ήταν οι «φίλοι του λαού», που σκότωναν με το έτσι θέλω, ενώ οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούσαν  τους «εχθρούς του λαού» τους οποίους εξόντωναν κακοποιοί και Αρχές.
«Η απουσία ενιαίας συνδετικής άποψης αποδυνάμωνε εξαιρετικά την ηθική αντοχή των κρατουμένων. Δεν ήταν ούτε εχθροί της εξουσίας ούτε κρατικοί εγκληματίες, και πεθαίνοντας δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πεθάνουν. Ο εγωισμός τους, ο θυμός τους, δεν είχε πού να στηριχθεί. Κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες». 

 Αντιγράφω την πρώτη ιστορία που μου φαίνεται εξόχως ποιητική:
   ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ
Πώς χαράσσονται οι δρόμοι πάνω στη χιονισμένη χέρσα γη; Μπροστά πηγαίνει ένας άντρας, ιδρώνοντας και βρίζοντας, κου­νώντας μετά βίας τα πόδια του και βουλιάζοντας κάθε στιγμή στο εύθραυστο βαθύ χιόνι. Ό άντρας φεύγει μπροστά, μαρκά­ροντας την πορεία του με μαύρες άνισες λακκούβες. Κουράζεται, ξαπλώνει στο χιόνι, ανάβει ένα τσιγάρο κι ο καπνός του ταμ­πάκου ανεβαίνει γαλάζιο συννεφάκι πάνω από το λευκό στραφταλίζον χιόνι. Ο άντρας έχει ήδη μετακινηθεί παραπέρα, αλλά το συννεφάκι κρέμεται ακόμα στο σημείο που κάθησε να ξεκου­ραστεί - ο αέρας είναι σχεδόν ακίνητος. Οι δρόμοι ανοίγονται πάντα σε μέρες γλυκιές, για να μην σβήσουν οι άνεμοι τους κό­πους των ανθρώπων. Ο άντρας ορίζει μόνος του τα σημεία προσανατολισμού στη χιονισμένη απεραντοσύνη: ένα βράχο, ένα ψηλό δέντρο, ο άντρας κατευθύνει τον εαυτό του πάνω στο χιόνι όπως ό πηδαλιούχος κατευθύνει το πλοιάριο στο ποτάμι, από κάβο σε κάβο.
Παράλληλα στο στενό και ασταθές χνάρι κινούνται παρα­ταγμένοι πλάι-πλάι πέντε-έξι άνδρες, κολλητά ο ένας στον άλλο. Πατούν δίπλα του, όχι πάνω του. Φτάνοντας σε ένα προκαθο­ρισμένο σημείο, κάνουν μεταβολή και ξαναπροχωρούν έτσι ώστε να πατικώσουν τη χιονισμένη χέρσα γη, τον τόπο εκείνο που δεν πάτησε ακόμα πόδι άνθρωπου. Ο δρόμος έχει πια ανοίξει. Πάνω του μπορούν τώρα να κινηθούν άνθρωποι, έλκηθρα με φορτία, τρακτέρ.  Αν ακολουθήσεις βήμα-βήμα την πορεία του πρώτου άνδρα, θα βρεθείς σε μια ορατή άλλα αδιάβατη ατραπό, δρομάκι όχι δρόμο, κι είναι οι λακκούβες, δυσκολότερο να τις περάσεις απ' ό,τι τη χέρσα γη. Για τον πρώτο είναι δυσκολότερο από όλους, κι όταν πια αυτός καταρρέει, τη θέση του παίρ­νει κάποιος άλλος από την πρωτοπόρα πεντάδα. Ο καθένας από αυτούς που ακολουθούν το χνάρι, ακόμα και ο πιο μικροκαμωμένος, ο πιο αδύναμος, οφείλει να πατήσει ένα κομματάκι χιονισμένης παρθένας γης, όχι το ξένο χνάρι. Και πάνω στα τρακτέρ και τ' άλογα δεν κάθονται συγγραφείς, μα αναγνώστες.

Και δύο αποσπάσματα από άλλες ιστορίες: 
Ο Κοβαλένκο όρμησε στη σόμπα, κραδαίνοντας ενα λοστό πού είχε φέρει μαζί του.
-Πάλι κατσαρολάκια! Τώρα θα σας δείξω με τα κατσαρολάκια! θα σας δείξω πώς να βρομίζετε τον τόπο!
Ο Κοβαλένκο αναποδογύρισε τα κατσαρολάκια με τη σούπα, με την κόρα το ψωμί και με τα φύλλα του λάχανου, με τα δα­μάσκηνα, και τρύπησε με το λοστό τον πάτο κάθε κατσαρολιού.
Ο Ριάμποφ ζέσταινε τα χέρια του στο μπουρί της σόμπας.
-Αν υπάρχουν κατσαρόλια σημαίνει ότι υπάρχει κάτι για να βράζει - είπε βαθυστόχαστα ο διοικητής του ορυχείου. -Αυτό, ξέρετε, είναι δείγμα καλοπέρασης.
Οι διοικητές βγήκαν κι εμείς βαλθήκαμε να μοιράζουμε τα τσαλακωμένα κατσαρόλια, και να μαζεύει ό καθένας το δικό του: εγώ τα φρούτα, ο Σβιντσόφ το παπαριασμένο, άμορφο ψωμί, κι ο Γκουμπάρεφ τα κομματάκια από τα λαχανόφυλλα. Τα φά­γαμε όλα αμέσως, αυτό ήταν πιο σώφρον.........

Τη νύχτα δεν προλαβαίναμε να στεγνώσουμε τις καζάκες μας, ενώ τις φανέλες και τα παντελόνια τα στεγνώναμε με το ίδιο μας το σώμα και καταφέρναμε σχεδόν να τα στεγνώσουμε. Πεινασμένος και οργισμένος, ήξερα ότι τίποτα στον κόσμο δεν θα με κάνει να αυτοκτονήσω. Ακριβώς εκείνο τον καιρό είχα αρχίσει να καταλαβαίνω την ουσία του μεγάλου ενστίκτου της ζωής - αυτής τής ικανότητας με την οποία είναι προικισμένος σε ανώτατο βαθμό ο άνθρωπος. Έβλεπα πως αποκάμωναν και πέθαιναν τα άλογα μας - δεν μπορώ να εκφραστώ διαφορετικά, να χρησιμοποιήσω άλλα ρήματα. Τα άλογα δεν διέφεραν σε τί­ποτα από τους ανθρώπους. Πέθαιναν εξαιτίας του Βορρά, εξαι­τίας της δυσβάσταχτης δουλειάς, από την κακή διατροφή, από τους ξυλοδαρμούς, και παρότι την πλήρωναν λιγότερο από τους ανθρώπους, πέθαιναν νωρίτερα από τους ανθρώπους. Και είχα καταλάβει το σημαντικότερο, ότι ο άνθρωπος δεν έγινε άνθρωπος γιατί είναι θεϊκό δημιούργημα, ούτε γιατί έχει ένα εκπληκτικά μεγάλο δάχτυλο σε κάθε χέρι. Άλλα γιατί ήταν σω­ματικά δυνατότερος, ανθεκτικότερος από όλα τα ζώα, και στη συνέχεια, γιατί εξανάγκασε το πνεύμα του να υπηρετεί το σώμα του......

Συγκλονιστικό, ευκολοδιάβαστο, διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις τις ιστορίες του.Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

3 σχόλια:

  1. Δεν ξέρω αντα καταφέρω να το διαβάσω κάποτε ( λίγος ο χρόνος μου και πολλές οι σελίδες του...)αλλά απ΄όσα μας είπες το βλέπω με θαυμασμό! Και δεν ξεχνώ το χαρτί των σελίδων του, σαν αυτό της Αγίας Γραφής!

    Καλημέρα σου στη φωτισμένη μέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Για το αίμα που είναι αληθές και ανώνυμο", ε;
    Πόσος πόνος πρέπει να έχει προηγηθεί, για να γραφεί μια τέτοια φράση; Μου φέρνει στο νου την αφιέρωση του Βενέζη, στο 31328.

    Πράγματι, Γιάννη, πολύ ωραία τα αποσπάσματα και η παρουσίασή σου πολύ ελκυστική. Το είχα δει στο βιβλιοπωλείο - απίστευτη έκδοση για τις 1968 σελίδες του. Δε σου κρύβω, βέβαια, πως με τρομάζει ο όγκος του, με αγχώνει μάλλον, όπως και την Πολίνα, αλλά, εδώ που τα λέμε, και το καλοκαίρι μεγάλο είναι..

    Ευχαριστούμε:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι ευκολοδιάβαστο. Με φυσιολογικούς ρυθμούς βγάζεις 300 σελίδες τη μέρα, αν και κάποιες ιστορίες θέλεις να τις ξαναδιαβάσεις και επανέρχεσαι. Είναι συνταρακτικό.
    Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησαν μερικά βιβλία ...τούβλα, τα οποία θέλουν το χρόνο τους αλλά δεν πτοούμεθα. Αναφέρομαι στα: 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνο (1170 σελίδες), Μέλμοθ ο περιπλανὠμενος του Ματούριν (960 σελίδες),Αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι σε νέα μετάφραση, κλπ.
    Καλές αναγνώσεις να έχουμε γεμάτες περιπέτειες, γεμάτες γνώση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή