Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

ΧΑΛΚΙΝΑ ΓΛΥΠΤΑ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Κοντεύουνε δυο χρόνια από τότε που άνοιξε ξανά τις πόρτες του το Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά και επιτέλους κατάφερα να το επισκεφτώ. Το συστήνω ανεπιφύλακτα αφού συνδυάζεται ωραιότατα με τις ηλιόλουστες καφετέριες στο Πασαλιμάνι ή αλλιώς λιμάνι της Ζέας. Πριν απολαύσετε τον ερατεινό σας δίπλα στη θάλασσα ανεβείτε τα σκαλοπάτια του μουσείου για να δείτε αριστουργήματα. Φορτισμένος ακόμα από την επίσκεψη θα αρκεστώ στα χάλκινα γλυπτά που θεωρούνται μοναδικά και τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου θα τα ήθελαν στην κατοχή τους.
Μιλάμε, λοιπόν, για χάλκινα γλυπτά που εκτίθενται σε δύο συνεχόμενες αίθουσες (3 και 4): ένα μοναδικό στον κόσμο αρχαϊκό κούρο –Απόλλωνα, δύο αγάλματα της Αρτέμιδος, ένα της Αθηνάς και ένα τραγικό προσωπείο που αποτελούν ανεκτίμητους θησαυρούς και που με λύπη μου διαπίστωσα πως δεν έχουν μεγάλη επισκεψιμότητα. Βρέθηκαν το καλοκαίρι του 1959 μαζί με άλλα 3 μαρμάρινα σε έργα αποχετεύσεως στη γωνία των οδών Βασ. Γεωργίου Α' και Φίλωνος . Όλα δείχνουν πως είχαν αποθηκευτεί, ίσως το 87 π.Χ., σε κάποιο χώρο του λιμανιού για να προστατευθούν και να φυγαδευτούν αργότερα. Καταχώθηκαν, όμως, όταν η αποθήκη καταστράφηκε από πυρκαγιά. Συντηρήθηκαν στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα εκτίθενται στο Μουσείο του Πειραιά κάτω από ειδικές συνθήκες (άζωτο) για την καλύτερη προστασία τους από την υγρασία και το καυσαέριο.
Ο Απόλλωνας του Πειραιά, ύψους 1,95, είναι ο μοναδικός σωζόμενος χάλκινος κούρος και συγχρόνως το αρχαιότερο ελληνικό χυτό άγαλμα. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν τμήματα του πήλινου πυρήνα και του σιδερένιου σκελετού δίνοντάς μας εξαιρετικές πληροφορίες για τη δημιουργία του έργου. Ο θεός αναγνωρίζεται από τα εξωτερικά θεϊκά εμβλήματα, το τόξο και την φιάλη, ίχνη των οποίων διακρίνονται στα χέρια του αλλά και το ήθος της μορφής. Προβάλλει το δεξί πόδι σε αντίθεση προς το κανονικό σχήμα του κούρου, κάτι που οφείλεται πιθανώς στην παρουσία δίπλα του, της Λητούς και της Αρτέμιδος. Χρονολογικά ο Απόλλων βρίσκεται κοντά στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. και είναι λίγο νεότερος από τον Κροίσο της Αναβύσσου. Η απουσία του γεμάτου αυτοπεποίθηση αρχαϊκού μειδιάματος προσδίδει μια ιδιαίτερη σοβαρότητα στην έκφραση του μακρόστενου, αυστηρού προσώπου. Η ελαφριά κλίση και στροφή προς τα δεξιά που διακρίνεται στην κόμμωση αλλά και στις ασυμμετρίες του προσώπου και του κορμού, δείχνουν τη συγκέντρωση της κίνησης και της προσοχής του θεού σε εκείνη την πλευρά, όπου αυτός κάνει σπονδές. Το ψηλό μέτωπο στέφουν, ως ιωνικό κιονόκρανο, δύο ζεύγη ελικωτών βοστρύχων . 

Η μεγάλη Άρτεμις, ύψους 1,94, με τη χαρακτηριστική κόμμωση, την ακτινωτή διάταξη των βοστρύχων που στην αρχαιολογική διάλεκτο ονομάζεται "φέτες του πεπονιού" αρχικά ταυτίσθηκε με κάποια ποιήτρια ή Μούσα. Έργο υψηλής ποιότητας που αποδίδεται στον Ευφράνορα, γλύπτη και ζωγράφο, ο οποίος ήταν ο κύριος εκπρόσωπος του κλασικιστικού ρεύματος των μέσων του 4ου αι. π.Χ. και επεδίωξε την επιστροφή σε πιο ρωμαλέες, γήινες, με κλασσικές αναλογίες μορφές. Η Άρτεμις αναγνωρίζεται όχι τόσο στο ύφος της μορφής, όσο χάρη στο ίχνος της στήριξης της φαρέτρας στην πλάτη και στη θέση των δακτύλων της αριστεράς που κρατούσε το τόξο. 

Το μικρότερο αγαλμάτιο της Αρτέμιδος, ύψους 1,55, (τέλη 4ου π.Χ αι.) βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην κλασική αντίληψη της παρθένας θεάς του κυνηγιού. Το σώμα αποδίδεται σχεδόν αγορίστικο και την εντύπωση της νεανικότητας τονίζει ακόμα περισσότερο η κάποια αστάθεια που προσδίδει στη στάση το άνοιγμα (στροφή κεφαλής και στάση του χεριού) προς το άνετο σκέλος. Ενδεδυμένη με τον αττικό πέπλο και με το ιμάτιο τυλιγμένο γύρω στους ώμους και περασμένο μέσα από τη ζώνη. Το κεφάλι είναι μικρό, με σχεδόν αυστηρά χαρακτηριστικά και τα μαλλιά μαζεμένα μπροστά σε κότσο, το "λαμπάδιον", όπως ονομαζόταν. Η αυστηρή σύνταξη της πτύχωσης, το στένεμα της μορφής προς τα πάνω, το ψηλό ζώσιμο, το μικρό κεφάλι είναι στοιχεία που τονίζουν τον κατακόρυφο άξονα και δίνουν στη μορφή την όψη του κίονα . Εξαιρετικό γλυπτό, με πολλές λεπτομέρειες (τελαμώνας, σανδάλια) που αν δεν είχε οξειδωθεί τόσο πολύ θα αποτελούσε το κόσμημα αυτής της αίθουσας.
Στο βάθος μια υπερφυσική σε μέγεθος Αθηνά της οποίας το κεφάλι καλύπτει περικεφαλαία στολισμένη με γλαύκες και γρύπες και ένα λοφίο στερεωμένο πάνω σε ένα φίδι. Η Αθηνά είναι ντυμένη με πέπλο. Το απόπτυγμα πέφτει λοξά ως τη μέση του αριστερού μηρού και πίσω ανασηκώνεται στην πλάτη, ως κάλυμμα της κεφαλής. Η μορφή στηρίζεται στο δεξί πόδι. Οι λοξές πτυχές του αποπτύγματος με την επίσης λοξή αιγίδα μεταφέρουν τη λικνιστή κίνηση του αγάλματος στα δεξιά. Το κεφάλι στρέφεται και κλίνει προς το δεξί χέρι που κρατούσε τη Νίκη. Το κατεβασμένο αριστερό χέρι, όπως δείχνει η στάση των δακτύλων θα στήριζε την ασπίδα και το δόρυ. Από την Αθηνά απουσιάζει ο δυναμισμός και η ρωμαλέα φύση των αγαλμάτων της εποχής της Ειρήνης ενώ στο πρόσωπο διαγράφεται ένας γλυκερός συναισθηματισμός. Το άγαλμα δε μπορεί να χρονολογηθεί πριν από το τέλος του 4ου αι. π.Χ. και δεν αποκλείεται, εάν βασισθεί κανείς στη μορφή των σανδάλων της, να είναι ελληνιστικό .
Σε χωριστή προθήκη εκτίθεται χάλκινη ασπίδα διακοσμημένη  με ανάγλυφη παράσταση τεθρίππου η οποία δεν ανήκει στην Αθηνά.
 Ένα μοναδικό χάλκινο τραγικό προσωπείο κοσμεί την αίθουσα.
Ένα χάλκινο έμβολο τριήρους με μορφή τρίαινας (4ος αιώνας π.Χ.), μήκους 80 εκατοστών,   μοναδικό σε αυτό το  μέγεθος,  σύμβολο υπεροχής μιας ναυτικής χώρας προστίθεται στη σειρά των αριστουργημάτων του μουσείου.
Ως πηγή χρησιμοποίησα το βιβλίο του Γιώργου Σταινχάουερ "Τα μνημεία και το αρχαιολογικό μουσείο του Πειραιά".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου