Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

ΑΡΓΥΡΗ ΧΙΟΝΗ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ ἤ Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ


Ο   ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ   ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ   Ο   ΔΑΙΜΩΝ   ΤΗΣ   ΟΜΟΡΦΙΑΣ

    ΗΤΑΝ Ο ΗΡΩΑΣ μου· ὀχτώ χρόνια μεγαλύτερος μου καί ἀγγελικά ὡραῖος, ἕνας Ἄδωνις, ὁ πρωτοξάδερφός μου Ἀντώνης. Ἤμασταν τά μόνα ἀγόρια σέ ἕνα σόι γεμάτο ἀδερφές καί ξαδέρφες πού κυριολεκτικά μᾶς λάτρευαν· ἐμένα, τόν μικρότερο, ὡς παιχνιδάκι, ὡς μπιμπε­λό· εκεῖνον, τόν μεγαλύτερο, ὡς τόν ἰδα­νικό καβαλιέρο. Ἐδῶ πρέπει νά πῶ ὅτι τό σόι μας διακατεχόταν ἀπό ἕνα πάθος, μιά μανία γιά τήν ομορφιά·  ἴσως ἐπειδή, ἔτσι φτωχοί πού ἤμασταν, δέν εἴχαμε κανένα ἄλλο δυνατό χαρτί καί πιστεύαμε ὅτι και μόνον αὐτή ἔφτανε γιά νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἐπιτυχία, νά μᾶς βγάλει ἀπ' τή μι­ζέρια μας. Τά κορίτσια θά 'βρισκαν τούς πρίγκιπες τοῦ παραμυθιοῦ καί τά ἀγόρια τίς πριγκίπισσες. Αὐτός πού πίστεψε πε­ρισσότερο σ' αὐτό τό παραμύθι ἦταν ὁ ξά­δερφος Ἀντώνης. Ἔτσι, ἐνῶ ἦταν ἕνα ιδι­αίτερα προικισμένο ἄτομο, δέν ἔκανε τί­ποτε γιά νά ἀναπτύξει τίς ἐξαιρετικές του ἱκανότητες,  ἀλλά παρέδωσε,  ἄνευ ὁρίων, ἄνευ ὅρων, ὅλη τήν ὕπαρξη του, τήν ἴδια τήν ψυχή του στόν δαίμονα τῆς ὀμορφιάς. Ἡ πιό σημαντική, στά παιδικά μου μά­τια, ἱκανότητα τοῦ Ἀντώνη ήταν νά φτιά­χνει τέλειους χαρταετούς  (γιά  μένα,  βέ­βαια) καί υπέροχα πατίνια (πάλι γιά μέ­να).  Δέν  θά  ξεχάσω  ποτέ ἐκείνους τούς χαρταετούς  (σμυρνάκια  και  βουηχτάρια) πού ποτέ δέν ἀρνήθηκαν νά σηκωθοῦν ἀπό τή  γῆ  καί  ν'  ἀνεβοῦν  τόσο  ψηλά  στόν οὐρανό, ώστε, κάποια στιγμή, τούς ἔχαναν τά μάτια σου καί μόνον ἀπ' τόν τεντωμέ­νο σπάγκο πού σοῦ πλήγωνε τά δάχτυλα μποροῦσες νά εἰκάσεις ὅτι ἤτανε ἀκόμη κάπου ἐκεῖ πάνω, μεταμορφωμένοι, σίγου­ρα, σέ ἀληθινούς ἀετούς, φαιούς και ἁρπα­χτικούς.
    'Αργότερα,   ὅταν   μεγάλωσα   κάπως, ἀνακάλυψα κι ἄλλα σημαντικά προσόντα καί ταλέντα  του.  Ἤτανε  ἔξυπνος,  ἀρι­στοῦχος  μαθητής  στό  γυμνάσιο,  φανα­τικός  ἀναγνώστης,  ἐξαίρετος   ὁμιλητής καί ἔγραφε ποιήματα πού πολύ εἶχα θαυ­μάσει (όταν κάποια στιγμή μοῦ τά διάβα­σε) καί πού σίγουρα ἔχουν πλέον χαθεῖ. Τί ἔκανε μέ ὅλ' αὐτά τά χαρίσματα; Ἀπολύ­τως τίποτε ἤ, μᾶλλον, χρησιμοποίησε μό­νο  δύο  (τήν  ομορφιά καί  τήν  εὐφράδεια του), ἀλλά πρός τί; Γιά νά ρίχνει ἁπλῶς τίς γκόμενες πού τίς ἄλλαζε σάν πουκάμι­σα, ἀναζητώντας τήν πριγκίπισσα πού θά τόν ἔβαζε στό παλάτι της καί θά τόν ἔκανε βασιλιά μόνο γιά τά ωραῖα γαλάζια μά­τια του καί τά ζαχαρωμένα λόγια του. Οὔτε ἀνώτερες σπουδές, λοιπόν, οὔτε δου­λειά, μέχρι πού πῆγε φαντάρος.
    Ἐνῶ ὑπηρετοῦσε ἀκόμη, κατάφερε, στή διάρκεια μιᾶς ἄδειας του, νά γκα­στρώσει ὄχι τήν πριγκίπισσα τῶν ὀνείρων του, ἀλλά μιά κοπελίτσα τῆς γειτονιᾶς. Ἔγινε, ἄρον ἄρον, ἕνας θλιβερός γάμος καί, μόλις ἀπολύθηκε, τήν κοπάνησε, νύ­χτα, γιά τή Γερμανία. Ἦταν ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ '60 καί ὁ Ἐθνάρχης μας, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τόν διακαή πόθο νά συμβάλει στή δημιουργία του «γερμανικοῦ θαύματος», τροφοδο­τοῦσε γενναιόδωρα τίς φάμπρικες αὐτῆς τῆς χώρας μέ τά πιο δυναμικά στοιχεῖα τῆς δικῆς μας. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ ξαδέρφου μου, ὁ Ἐθνάρχης ἔπεσε ἔξω- ὁ Ἀντώνης δέν δούλεψε ἐκεῖ οὔτε μία μέρα. 'Έτσι τουλάχιστον  μέ  διαβεβαίωσε,   μέ ὑπερηφάνεια,   ὅταν   ξανασυναντηθήκαμε μετά ἀπό χρόνια.
     Αυτό συνέβη τό 1966, λίγο μετά τή δι­κή μου ἀπόλυση ἀπό τό στράτευμα ὅπου ὑπηρέτησα ὡς πυροβολητής, χωρίς εὐτυχῶς νά πυροβολήσω κανέναν, ἐκτός ἀπό κάτι καθίκια, ἀξιωματικούς καί ὑπα­ξιωματικούς, πού ἐκτελοῦσα, κάθε νύχτα, στόν ὕπνο μου. Εἶχε ἐπιστρέψει, μετά ἀπό μία περίπου ἑξαετία, γιά σύντομες δια­κοπές στήν πατρίδα. Συναντηθήκαμε δύο, ὅλες κι ὅλες, φορές: τή μιά, παρουσία συγγενῶν και φίλων τήν ἄλλη, μόνον οἱ δυό μας. Ἤτανε πιό ὡραῖος παρά ποτέ· ὁ Ὡραῖος Μπροῦμελ ἤ ὁ Ντόριαν Γκρέι · ψηλό λιανό σκαρί, κυματιστό μεταξένιο μαλλί, γκρίζο λινό κοστούμι (τρία κομμά­τια), γαλάζια, σάν τά μάτια του, μετα­ξωτή γραβάτα, παπούτσια μαύρα, χειρο­ποίητα, ἀπαστράπτοντα... Μοῦ δώρισε ἕνα νάυλον πουκάμισο, ἀπ' αὐτά πού δέν θέλουνε σιδέρωμα, καί μιά ξυριστική μη­χανή μπαταρίας, πού ἀποπειράθηκα, μία μόνο φορά νά χρησιμοποιήσω καί δέν ἐπανέλαβα τήν απόπειρα, γιατί, ἀντί νά μοῦ κόβει τά γένια, τά μάγκωνε καί μοῦ τά ξερίζωνε.
     Τόν ρώτησα γιά τή ζωή του στή Γερ­μανία, γιά τή δουλειά πού έκανε ἐκεῖ. Μοῦ ἀποκρίθηκε πώς ζούσε μιά χαρά, ζωή και κότα, δίχως νά κάνει τίποτε. Ἐξέφρασα τήν ἀπορία μου καί μοῦ ἐξήγησε, μέ τό πιό γλυκό, ἀφοπλιστικό χαμόγελο του, ὅτι ὅσο ὑπάρχουν γυναῖκες στόν πλανήτη μας, αὐτός, ὁ Ἀντώνης, δέν χρειάζεται νά δου­λέψει ὄχι μόνο γιά νά ζήσει, ἀλλά καί γιά νά ζήσει καλά. Φαντάστηκα ὅτι εἶχε ἐπεν­δύσει στό μοναδικό περιουσιακό στοιχεῖο πού διέθετε, στήν ὀμορφιά του, καί ζοῦσε ὡς ζιγκολό. Δέν εἶχα πέσει καί πολύ ἔξω, ἀλλά μέ προσγείωσε ἀκόμη περισσότερο, λέγοντας μου ὅτι ἔριχνε Γερμανίδες καί, στή συνέχεια, τίς ἐξέδιδε. Βλέποντας τήν κατάπληξη καί τήν ἀηδία στό πρόσωπο μου, πάσχισε (ἀλλά ἔκανε ἀκόμη χειρότε­ρα τά πράγματα) νά δώσει κάποιο ἰδεολο­γικό περιεχόμενο σ' αὐτή τή δραστηριό­τητα του. «Οἱ κωλογερμανοί μᾶς γαμήσανε στην Κατοχή» εἶπε. «Τώρα, τούς γαμάω ἐγώ τίς γυναῖκες». Δέν ὑπῆρξε τρίτη συνάντηση μας.
Ἕνα χρόνο μετά, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1967, ἔφυγα κι ἐγώ, γιά ἄλλους λόγους, στό ἐξωτερικό καί, μετά ἀπό ενάμιση χρόνο στό Παρίσι, βρέθηκα στό Ἄμστερ­νταμ πού δέν ἀπεῖχε καί πολύ ἀπό τό Ἀμβοῦργο ὅπου δροῦσε ὁ ξάδερφος. Ποτέ ὡστόσο δέν μοῦ πέρασε ἀπ' τό μυαλό νά τόν ἀναζητήσω, μετά ἀπό ἐκείνη τήν ἀπο­γοητευτική συνάντηση μας στήν Ἀθήνα.
Τόν Ἀπρίλη τοῦ 1975, πῆρα ἕνα τηλε­γράφημα ἀπό τούς δικούς μου, πού μοῦ 'λεγε ὅτι ὁ Ἀντώνης πέθανε ἀπό καλπάζοντα καρκίνο σ' ἕνα νοσοκομείο τοῦ 'Αμ­βούργου. Ἦταν μόλις σαράντα ἐτῶν κι ἐγώ εἶχα μόλις κλείσει τά τριάντα δύο. Ἔ­κλαψα πικρά γιά κεῖνον καί γιά μένα πού, ἀκολουθώντας μιά στενόκαρδη ἴσως ἠθι­κή, τόν εἶχα βγάλει ἀπό τή σκέψη καί τή ζωή μου, τόν είχα σκοτώσει μέσα μου, πρίν πεθάνει.
    Ὅταν ἐπέστρεψα στήν Ἑλλάδα, τό 1977, ἄκουσα ἀπό τά χείλη συγγενοῦς, πού τοῦ παραστάθηκε στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, τά ἑξῆς: Ξέροντας ὅτι ζύ­γωνε τό τέλος του, ὁ Ἀντώνης ἔστειλε τόν ἐν λόγῳ συγγενῆ, σέ παραπλήσιο ἑλληνικό ἐστιατόριο, νά ἀγοράσει μεζέδες καί πιοτά. Ὅταν αὐτό ἐγινε, κάλεσε τό προσωπικό τοῦ νοσοκομείου, γιατρούς καί νοσοκόμες, κι ἀφοῦ κέρασε ὅλον τόν κόσμο κι ἤπιε κι αὐτός, κάλυψε μέ τό σεντόνι τό πρόσωπο του καί πέθανε.
   Ἀπό τότε, πέρασαν χρόνια πολλά, δύσκολα κι εὔκολα, ἀλλά κυρίως πολλά, κι ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δάμασε τή μνήμη μου κι ἔσβησε ἀπ' αὐτήν τόν ξάδερφο Ἀντώνη.

      Πέρσι, σέ ἡλικία ἑξήντα τριῶν ἐτῶν, δέν ξέρω πῶς μοῦ 'ρθε (μᾶλλον ἀπό παλιμπαιδισμό), ἀποφάσισα νά πετάξω ἀετό τήν Καθαρή Δευτέρα. Ἀγόρασα λοιπόν ἕνα βουηχτάρι, μπόλικο σπάγκο καί σερπαντίνες γιά τήν οὐρά. Τήν παραμονή τό βράδυ ἔφτιαξα μέ ἀκρίβεια τά ζύγια καί τήν οὐρά, καί ἀνήμερα, πρωί-πρωί, κίνη­σα γιά ἕνα σημεῖο, ἔξω ἀπ' τό χωριό, ὅπου δέν ὑπάρχουν οὔτε δέντρα οὔτε κα­λώδια τῆς ΔΕΗ.

    Ὁ ἀετός σηκώθηκε ἀμέσως, ἀλλά τό ἴδιο ἀμέσως ἔκανε μιά κωλοτούμπα και καρφώθηκε στή γῆ. Ὅσες ἀπόπειρες κι ἄν ἔκανα νά τόν πετάξω, τό αποτέλεσμα ἦταν πάντα τό ἴδιο. Ἤλεγξα καί ξαναήλεγξα μάνες καί ζύγια καί δέν βρῆκα κα­νένα λάθος. Γιατί λοιπόν δέν ἔλεγε νά πε­τάξει, ὁ γαμημένος; Εἶχα γίνει ἔξω φρε­νῶν κι ἤμουν ἕτοιμος νά τοῦ τραβήξω μιά κλοτσιά καί νά τόν στείλω στόν διάβολο, ὅταν συνειδητοποίησα ὅτι ἔφταιγε ὁ ἀέρας πού ήταν πολύ δυνατός καί ἡ οὐρά πού δέν ἦταν ἐπαρκῶς μακριά γι' αὐτή τήν περί­σταση. Πῶς ὅμως νά τήν ἐπιμηκύνω πού δέν εἶχα μαζί μου σερπαντίνες;
Καί, ἐξαίφνης, μετά ἀπό τόσα χρόνια λήθης, ἐπέστρεψε στή στομωμένη μνήμη μου ὁ ξάδερφος Ἀντώνης καί τόν ξαναεῖδα, κάτω ἀπό ἀνάλογες συνθῆκες, νά δέ­νει στήν ουρά τοῦ ἀετοῦ σπερδούκλια. Κοίταξα γύρω κι εἶδα ὅτι ὁ τόπος ἤτανε γεμάτος ὁλάνθιστα σπερδούκλια. Ἔκοψα κάμποσα καί τά 'δεσα στήν ἄκρη τῆς οὐρᾶς. Ὁ ἀετός σηκώθηκε ἀμέσως κι ἄρχισε νά πετᾶ, βουίζοντας εὐτυχισμένος. Σέ λίγο, δέν ἄκουγα πιά τό βούισμά του.
Ἀμόλαγα ἀδιάκοπα καλούμπα κι ἀδιάκο­πα ἀνέβαινε, ώσπου τόν χάσανε τά μάτια μου. Έκοψα τότε τόν σπάγκο καί ψιθύρι­σα: «Τράβα στον Ἄδωνι καί δῶσ' του τά λουλούδια, γιατί, ἄν δέν βρίσκεται στά Ἠλύσια Πεδία, ἀλλά στόν Τάρταρο, δέν ἔχει ἐκεῖ ἀσφοδέλους».

 Το παραπάνω κείμενο του αγαπημένου Αργύρη Χιόνη είναι από το βιβλίο του "Περί αγγέλων και δαιμόνων" εκδόσεις Γαβριηλίδη και το παραθέτω με την ευχή μου για Καλή Σαρακοστή.
 

2 σχόλια:

  1. Φοβάμαι, Γιάννη, πως αν αρχίσω να μιλάω για τον Αργύρη Χιόνη πάλι, θα γίνω ( ακόμα πιο) μονότονος. Τουλάχιστον να δηλώσω τη συγκίνησή μου που (μου/μας) δίνεις την ευκαιρία να τον συναντάμε σ' αυτές τις ζεστές γωνιές του διαδικτύου. Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι από τους αγαπημένους μου.Η ποίησή του είναι εδώ παρούσα και μας ενώνει. Το ταξίδι συνεχίζεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή