Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Ο Γεωργουσόπουλος για τον Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης του Καβάφη

Το ποίημα αυτό του Καβάφη με είχε απασχολήσει πέρυσι όταν συμμετείχα στην Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών. Ως επιμορφούμενος παρουσίασα και σχετικό σενάριο διδασκαλίας του σχετικού ποιήματος , οπότε το κείμενο του σεβαστού φιλολόγου κ. Γεωργουσόπουλου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα. Δημοσιεύτηκε στα Νέα του Σαββάτου και το αναδημοσιεύω με χαρά.

  Μεταμορφώσεις Λιβύου, Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  Οπως ο τραγικός και γελοίος μαζί λίβυος ηγεμών επιβιώνουμε πλέον με τη σκευή και τη μεταμφίεση που επιτάσσει ο οδοστρωτήρας της ομοιομορφίας και της συμμόρφωσης.
   Ο Καβάφης στο ποίημά του «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» περιγράφει το τυπικό φαινόμενο ενός αλλοτριωμένου ανθρώπου, ενός μασκαρά (μέρες που είναι εν γένει), ενός μεταμφιεσμένου συνειδητά σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, στην πολυεθνική Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων όπου διψασμένοι για την Αλλη Γνώση αλλοδαποί μεταλαμβάνουν για λίγο ή και περισσότερο καιρό μιας (της πρώτης) παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας. Η έξοδος με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου της ελληνικής γλώσσας, των ελληνικών θεσμών, ιδεών και αξιών αλλά και των ελληνικών ηθών (επικοινωνιακών, τελετουργικών και, βεβαίως, ερωτικών) έχει δημιουργήσει εκτός από την κοινή γλώσσα (την ελληνική) και μια κοινότητα πολιτισμικών κωδίκων. Εβραίοι, Αρμένιοι, Σύροι, Ρωμαίοι και Ελληνες, χριστιανοί, ειδωλολάτρες, οπαδοί του Μίθρα και αγνωστικιστές, πυρολάτρες και μάγοι συνυπάρχουν, συναγελάζονται, ερωτεύονται μεταξύ τους αλλά ομιλούν όλοι τα ελληνικά. Αφού και ο Πτολεμαίος, ευφυής ηγεμόνας, έχοντας ως υπηκόους πλούσιους και ικανούς αστούς- εμπόρους Εβραίους και για να τους έχει με το μέρος του, χρηματοδότησε τη μετάφραση του ιερού κειμένου τους στα ελληνικά από εβδομήκοντα εβραιομαθείς ελληνιστές. Μέσα σ΄ αυτό λοιπόν το πολιτιστικό, πολυεθνικό και πολυγλωσσικό περιβάλλον, όπου τεκμήρια προσαρμογής, θα έλεγα και μόδας και ελληνικής ταυτότητας ήταν η Γλώσσα, η Κοινή, έρχεται επισκέπτης στην Αλεξάνδρεια ένας Λίβυος, πρίγκιπας, γιος φυλάρχου, τέλος πάντων ηγεμών από τη Δυτική Λιβύη (δηλαδή από ΄κεί, στα σύνορα με την Αίγυπτο, με κέντρο τη Βεγγάζη, από όπου ξεκίνησε η εξέγερση εναντίον του φυλάρχου, βεδουίνου, τυράννου Καντάφι). Μασκαράς. Εχει πετάξει την τυπική, παραδοσιακή του φορεσιά, που στις περιοχές αυτές έχει σαφείς και εμβληματικές ενδείξεις για την καταγωγή του, τη φυλή του και την ιεραρχική του θέση στην κοινότητα και έχει μεταμφιεστεί με ενδυμασία τυπικά ελληνική, χιτώνας, σανδάλια και τα ρέστα.
  Ο Καβάφης συμπληρώνει την εικόνα του με ένα σήμα κατατεθέν της εποχής που δηλοί: διανοούμενος. Κάτω από τη μασχάλη του κρατούσε επιδεικτικά έναν κύλινδρο παπύρου ή βύβλου, ένα δηλαδή χειρόγραφο με έργα ποιητικά ή φιλοσοφικά.
  (Ξέρετε, όπως πριν από λίγα χρόνια αλλά και σήμερα, σπανίως κυκλοφορούν μ΄ έναν Καβάφη κάποιοι στα Κολωνάκια, στα μπαρ αλλά και στα κυλικεία των πανεπιστημίων- τώρα συχνά ο πάπυρος είναι Δημουλά).
  Ο νεαρός λίβυος πρίγκιπας έκανε στους Αλεξανδρινούς αγαθή εντύπωση γιατί εκ των πραγμάτων και των φαινομένων ακολουθούσε τον συρμό, είχε προσχωρήσει στο σύστημα της επίσημης κουλτούρας. Εντύπωση πάντως έκανε πως μιλούσε λίγο, μονολεκτικά, όχι τόσο σαν να απαξίωνε τους συνομιλητές του, όσο γιατί συχνά έδειχνε πως έπεφτε σε μια βαθιά σκέψη, σαν διανοούμενος.
   Ο Καβάφης με μια αιφνίδια ανατροπή στο δεύτερο μέρος του ποιήματος τραβάει το προσωπείο, τη μάσκα, του μεταμφιεσμένου φυλάρχου και μας πληροφορεί πως ο τραγικός αυτός μιμητής αλλοτρίων ηθών τίποτε από όλα όσα έδειχνε δεν ήταν αυθεντικό. Και οι σιωπές του ούτε βάθος σκέψεων αποδείκνυαν ούτε στοχασμό ούτε καταβύθιση στα έγκατα της ψυχής. Ηταν άμυνα, ήταν καταφυγή η σιωπή του μήπως πει καμιά κοτσάνα, καμιά φριχτή ελληνικούρα και προδοθεί. Και ο Καβάφης επιλέγει: πως είχε τόσα πράγματα μέσα του, τόση διάθεση να εκφράσει τις ανησυχίες του, και τον έπνιγε η αγωνία.
  Δεν υπάρχει ιδιοφυέστερο σχόλιο πάνω στη χειρότερη απ΄ όλες τις αλλοτριώσεις, την πνευματική. Σε όποιο τεχνητό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου πλασάρονται στερεότυπα νομιμοποίησης, πιστοποιητικά αφομοίωσης στην κυρίαρχη ισοπεδωτική κουλτούρα, ο άνθρωπος που επιθυμεί να επιβιώσει χωρίς να αντισταθεί, ή δεν έχει ισχυρά αντίδοτα προσωπικά ή της παράδοσής του για να αντιπαλαίσει.
   Αυτού του είδους η μεταμφίεση, η μεταποίηση ξένων αξιών, ο βάρβαρος και συνάμα θλιβερός μαϊμουδισμός έρχεται συχνά να μας συναντήσει στα χρόνια που ζούμε. Μύριες όσες μόδες, στην ένδυση, στην αισθητική της καθημερινότητας, στη διατροφή και κυρίως στη λογοτεχνία, στο τραγούδι, στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Είδατε με ποιο επιχείρημα χαιρέτισαν τα ντόπια μαϊμουδάκια την επιλογή του «Κυνόδοντα» στα Οσκαρ: «Επιτέλους», είπαν, «γίναμε δεκτοί στη διεθνή αγορά, διότι, επιτέλους, παύσαμε να είμαστε ελληνικοί, να ασχολούμαστε τραυματικά με τα δικά μας». Και κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν πως ο Καβάφης έγινε παγκόσμιος γιατί είναι Ελληνας και μάλιστα Αλεξανδρινός. Αφήνω τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη.
  Φορώντας τις προσωπίδες της μόδας για να χορέψουμε το αλλοτριωμένο ήθος, πιέζουμε τον αυθεντικό εαυτό μας, τον συρρικνώνουμε και υποδυόμαστε τα στερεότυπα της μόδας, παπαγαλίζουμε τα ιδεολογήματα του συρμού και θαυμάζουμε ό,τι πλασάρει η διαφήμιση και οι πληρωμένες καμπάνες των μέσων.

Φορώντας τις προσωπίδες της μόδας παπαγαλίζουμε τα ιδεολογήματα του συρμού.
Εφημερίδα "Τα Νέα"

1 σχόλιο:

  1. Κρίμα που φτάσαμε στο σημείο να δίνουμε
    " τεκμήρια προσαρμογής" και σαν χώρα και σαν άνθρωποι...
    Ή το δεύτερο το έχουμε γλυτώσει, όντας... ωραίοι σαν Έλληνες;

    Φιλιά και ευχές για καλά κούλουμα κι απο δω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή